Πέμπτη 28.3

Τελειώνουμε τη δουλειά στις 6:30 το πρωί. Είμαι περήφανος κι ευχαριστημένος, αλλά ένα κομμάτι του εαυτού μου δεν ξέρει καν αν θα τα καταφέρει να ανέβει την ανηφόρα για να φτάσει στο σπίτι. Δεν είναι η πρώτη φορά που το πρώτο ακραίο ξενύχτι Τρίτης γίνεται Τετάρτη. Είναι σίγουρα, όμως, αυτή που με αφήνει με ένα πολύ ελαφρύ χαμόγελο γι’ αυτό που καταφέραμε. Μόλις φτάνω σπίτι, προσπαθώ να επαναφέρω τον εαυτό μου σε μια κανονική κατάσταση. Και πεινάω, αλλά θέλω κάτι απλό και απαλό. Και φυσικά φτιάχνω ένα από τα comfort foods που μεταφέρω από την παιδική μου ηλικία, το οποίο μέσα στα χρόνια το έχω κάνει και upgrade. Ζεσταίνω κανονικό γάλα το οποίο έχω αναμείξει με γάλα καρύδας κι έχω προσθέσει, ζάχαρη και μια φλούδα πορτοκαλιού. Όταν βράσει, το κατεβάζω από τη φωτιά και μέσα βάζω φιδέ. Σκεπάζω την κατσαρόλλα και το αφήνω για δέκα λεπτα να μαλακώσει το ζυμαρικό. Δεν θέλει πολύ. Μέχρι να κάνεις ένα ντους και ν’ ανοίξεις τις μπαλκονόπορτες ή να αλλάξεις το νερό των γάτων. Σερβίρω τη σούπα σε ένα βαθύ μπολ και καταπίνω σιωπηλός. Είναι ευτύχημα που δεν αποκοιμήθηκα στον πάγκο της κουζίνας. Ευτυχώς, αυτή η σούπα που είναι λευκή και γλυκιά με κάνει να ξεχνώ το προηγούμενο εικοσιτετράωρο και μου εγγυάται έναν οκτάωρο ύπνο. Το απόγευμα της ίδιας μέρας κατηφορίζουμε με την Άγκι στην Ήβη, στου Ψυρρή. Δύο ώρες ασταμάτητης συζητησης περί ανέμων και υδάτων, παρακολούθηση των περαστικών και τσιμπολογήματος των μεζέδων του αγαπητού καφενείου και είμαι ήδη μια χαρά. Πονάει όλο το σώμα ακόμα και κάπως το κεφάλι βουίζει, αλλά αυτό είναι μάλλον από τη ρακή. Στο σπίτι παρατηρώ πως μόλις άνθισαν οι πρώτες φρέζιες στον κήπο. Κόβω και περνάω σε βάζο. Καλή αρχή!

 

Κυριακή 31.3

Οι απουσίες από την κουζίνα το τελευταίο τρίμηνο είναι αναρίθμητες και αδικαιολόγητες. Όλα στο αγαπημένο δωμάτιο του σπιτιού είναι κάπως παρατημένα. Η κουζίνα θέλει να τη δουλεύεις συνεχώς. Να βάζεις και να βγάζεις από τα ντουλάπια, να ανακυκλώνεις τις πετσέτες, να ανασύρεις κατσαρολικά και κυρίως να αχνίζουν τα φαγητά που φτιάχνεις. Αλλιώς, σιωπή. Σαν αποθήκη γίνεται. Τα βιβλία μαγειρικής σκονισμένα, κάτι παλιές συνταγές κολλημένες με μαγνητάκια στην πόρτα του ψυγείου, ακόμα και οι γλάστρες με τα μυρωδικά στο παράθυρο ξεραμένες. Ερείπιο η κουζίνα μου, αλλά όχι για πολύ. Η άνοιξη είναι η εποχή για ελαφριές μαγειρικές, γεμάτες τρυφερά λαχανικά και αρωματικά φρούτα. Γλυκά με άσπρη κρέμα, μαρέγκες και φράουλα. Σήμερα το ξεκινώ απαλά. Ένα ψητό κοτόπουλο που γέμισα με σκόρδο, λεμόνια και δεντρολίβανο και μικρές πατάτες νέας εσοδείας. Τίποτα φάνσι, μόνο στο τέλος του ψησίματος πέταξα στο ταψί λίγα μικρά σπαράγκια που ψήθηκαν όμορφα και σερβιρίστηκαν στην ίδια πιατέλα. Για γλυκό, crable φράουλας με ζύμη που είχα στην κατάψυξη. Ωραίο κόκκινο, πηχτό σιρόπι και τραγανή ζύμη που μοσχοβολάει βούτυρο. Στο πλάι λίγο παγωτό. Τρώω και κοιτάω με λατρεία το βουνό με τα άπλυτα πιάτα στον νεροχύτη. Λίγες ώρες στην κουζίνα και το σπίτι ξαναζωντάνεψε. Όλα μπήκαν στη θέση του, η μουσική από το ραδιόφωνο ακούγεται αλλιώς. Αμέσως, ό,τι αμέλησες να φτιάξεις σε αυτούς τους τέσσερις τοίχουν όλον αυτό τον καιρό θα πάρει σειρά. Και το γιασεμί, εκεί στο μπαλκόνι, ετοιμάζεται να πετάξει νέα φύλλα και να σου κάνει παρέα τους επόμενους έξι μήνες. Ξαναρχίζουν τα τραπέζια. Όλοι κάτω από τον ουρανό. Όλοι στους κήπους. Σας φιλώ.