Γιατί είναι τόσο επιρρεπής η Ελληνική Αστυνομία στη βία και στα βασανιστήρια; ρωτούσε ο Σταύρος Διοσκουρίδης στο ομώνυμο θέμα και οι αναγνώστες μας προσπάθησαν να δώσουν απαντήσεις. «Αν εσένα στη δουλειά σού 'ριχναν μολότοφ, σε δέρνανε, σου βρίζανε τη μάνα και άλλα τόσα καλά, μετά έλα να σου κάνω την ερώτηση γιατί είσαι τόσο επιρρεπής στη βία. Αλληλένδετα είναι αυτά», είπε ο DimKon, στον οποίο ο αναγνώστης με το ωραιότατο ψευδώνυμο Spinoza απάντησε:

 

«Πιστεύω ότι η αστυνομία είναι κοινωνικό όργανο. Οι αστυνομικοί δεν είναι πολίτες που αν τους βρίσεις τη μάνα, φερ’ ειπείν, δικαιολογούνται να έρχονται σε βρασμό ψυχής. Αλλά και οι υπόλοιποι κοινωνικοί φορείς (και τα ΜΜΕ) πρέπει να αντιδρούν στην αστυνομική βία. Δεν νοείται ευνομούμενη κοινωνία έτσι. Αν κάποιοι αστυνομικοί φέρονται σαν κτήνη, τότε αλίμονό μας».

 

Ένας αστυνομικός (qwerty1) παρενέβη στην κουβέντα:

 

«Είμαι αστυνομικός με 11 χρόνια υπηρεσίας. Με θεωρώτυχερό που δεν υπηρέτησα πολλά χρόνια σε Τμήμα Τάξης ή σε κάποια υπηρεσία Ασφάλειας ή ΜΑΤ. Οι συνάδελφοι σ’ αυτές τις υπηρεσίες (στα ΜΑΤ σίγουρα, στις άλλες όχι και τόσο) ναι, όντως, και επιθετικοί είναι και δέρνουν υπέρ το δέον κ.λπ. κ.λπ. Ας το αναλύσουμε, όμως, λίγο περισσότερο αυτό. Στις υπηρεσίες αυτές την πλειονότητα αποτελούν νεαροί συνάδελφοι ηλικίας 19-25. Σημειωτέον ότι την υπηρεσία που θα πας ΔΕΝ τη διαλέγεις, απλώς συμπληρώνεις επιλογές, και επειδή τα ΜΑΤ είναι η τελευταία επιλογή, συνήθως καταλήγεις εκεί.

Σε αυτή την ηλικία όλοι ξέρουμε πόσο εύκολα μπορείς να επηρεαστείς από τους πιο παλιούς και να σου περάσουν την ιδεολογία τους. Αυτό μπορεί να συμβεί ακόμα και αν υποθέσουμε ότι είσαι ισχυρός χαρακτήρας και δεν ακούς τι λένε οι παλιοί και ότι, επειδή έχεις περάσει με Πανελλήνιες, πρέπει να διαθέτεις περισσότερη κριτική σκέψη από αμόρφωτους που μπήκαν στο Σώμα με βύσμα πριν από 20 χρόνια, όταν βρεθείς από την ξεγνοιασιά και τη χαλάρωση σε ένα περιβάλλον όπου τα ΜΜΕ είναι μεροληπτικά στην προβολή της βίας.

Όταν, δηλαδή, ένας αστυνομικός βιαιπραγήσει, είναι στην επικαιρότητα μέρες, ενώ όταν σακατέψουν στο ξύλο ή και σκοτώσουν κάποιον συνάδελφο, αυτό απλώς αναφέρεται, και τα μόνα που το κάνουν θέμα είναι κάτι εθνικιστικά μπλογκ. Ο αντίκτυπος του ανωτέρω περιστατικού σε κάποιο κόσμο (δεν διακινδυνεύω να πω αν είναι πολλοί ή λίγοι, δεν έχω κάνει έρευνα) είναι, στη μεν πρώτη περίπτωση, "όλοι οι μπάτσοι είναι δολοφόνοι", στη μεν δεύτερη, "ας πρόσεχαν, μόνοι επέλεξαν αυτό το επάγγελμα".

Στο όνομα μιας αριστερής ιδεοληψίας ο αστυνομικός δεν είναι όργανο του κράτους, αλλά στρατός καταστολής (κλεμμένο, κάπου το διάβασα εδώ μέσα, αλλά πολύ εύστοχο). Κάποιοι, θεωρώντας ότι έχουν δίκιο, δικαιολογούν τον εαυτό τους όταν σκάβουν τάφρους σε δημόσιο δρόμο και καίνε αστυνομικό μέσα στο σπίτι του (βλέπε Κερατέα). Σε αρκετές περιπτώσεις έχουν απαλλαγεί άτομα που πέταξαν μολότοφ ή είχαν μερικές στην κατοχή τους. Μπορώ να γράψω ένα σεντόνι από τέτοια και άλλα, ακόμα πιο ακραία παραδείγματα, αλλά δεν έχει νόημα.

Η ερώτησή μου είναι η εξής: όταν ζεις σε αυτό το περιβάλλον, τι ιδεολογία θα ακολουθήσεις; Του Γκάντι ή του Χίτλερ; Δεν νομίζω ότι χρειάζεται πολύ μυαλό η απάντηση. Αυτή η διαπίστωση ΔΕΝ είναι δικαιολογία, ότι καλά κάνουν όσα κάνουν, είναι απλώς η απάντηση στο ΓΙΑΤΙ τα κάνουν.

 

 

☛ Το άρθρο του Κωστή Παπαγιώργη «Θαμμένοι ζωντανοί μέσα στις ουσίες», στο οποίο ασχολείται με το βιβλίο Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη: Ο τοξικομανής και ο θάνατος ξεκίνησε μεγάλη κουβέντα για τα ναρκωτικά και την αντιμετώπιση των χρηστών.

 

Ο αναγνώστης με το ψευδώνυμο Μπιμπίπ σχολίασε: «Η κ. Μάτσα είναι μορφή στον χώρο. Έχει δώσει τη ζωή της ολόκληρη. Είναι καιρός να πάρουμε σοβαρά και τη βιολογία της εξάρτησης. Μαζί με την όποια εποχική θεωρία (φροϋδική, γνωσιακή, συστημική κ.λπ.), οφείλει η ακαδημαϊκή κοινότητα να συμπεριλάβει τη σταθερά του βιολογικού μηχανισμού στη θεραπεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο άνθρωπος που ως έμβρυο εκτέθηκε σε οπιούχα. Σχετικές έρευνες, απ’ όσο ξέρω, δεν έχουν γίνει στην Ελλάδα, κι ας πρόκειται για υπαρκτό θέμα με δραματικές προεκτάσεις (και λίγα λέω).

Μην ξεχνάμε και τη σπουδαιότητα των διπλών διαγνώσεων (π.χ. διπολισμός και εξάρτηση). Η ακαδημία έχει αποτύχει, πάντως. Τα ποσοστά επιτυχίας τόσο των στεγνών όσο και των προγραμμάτων με υποκατάστατα είναι πάρα πολύ μικρά, σχεδόν αμελητέα.

Η πολιτεία έχει αποτύχει και αυτή, χέρι-χέρι με τη “δικαιοσύνη”. Διάβαζα πριν από χρόνια το μπλογκ ενός πατέρα με γιο στην εξάρτηση. Οι λέξεις του ήταν κραυγές. Φώναζε στο αόρατο κοινό για ξεσηκωμό, να βγουν οι γονείς στους γνωστούς δρόμους και να πάρουν τα βαποράκια και τους εμπόρους στο κατόπι, με ρόπαλα και δοκάρια. Ο άνθρωπος ήταν στα αρχικά στάδια του πένθους.

Με αφορμή, λοιπόν, τη λέξη “πένθος” και συνδέοντάς τη με το κείμενο, να θυμίσω ότι δεν πενθεί μόνο ο εξαρτημένος.

Μαζί του πενθούν οι γονείς του, τα αδέρφια του, ο/η σύζυγος και, σίγουρα, τα παιδιά του».