Η φωνή της έχει ένα εντυπωσιακό βάθος, το ιδανικό σόουλ γρέτζο μιας «μαύρης» ντίβας. Θα μπορούσε να είναι ένα από τα κορίτσια στο Dreamgirls, την ταινία του Μπιλ Κόντον που σκιαγραφεί καταπληκτικά τη μουσική βιομηχανία της δεκαετίας του ’60 στην Αμερική.

H  Idra Kayne γεννήθηκε στο Χαλάνδρι από πατέρα Ουγκαντέζο και μητέρα Ελληνίδα. Ο πατέρας της ήρθε στην Ελλάδα το 1967 και κατατάχτηκε ως μόνιμος στον ελληνικό στρατό, ύστερα από εξετάσεις. Η ίδια δεν έχει πάει ποτέ στην Ουγκάντα. Λίγο η ασταθής πολιτική κατάσταση, λίγο η απόσταση, δεν κατάφερε ποτέ να μπει σ’ ένα αεροπλάνο και να φτάσει μέχρι την πρωτεύουσα Καμπάλα.

«Στην Ουγκάντα όλα τα ονόματα σημαίνουν κάτι. Επειδή ο πατέρας μου, όταν γεννήθηκε, δεν έκλαψε αμέσως και δεν χτύπαγε η καρδιά του, νόμιζαν ότι δεν θα ζήσει, αλλά μετά από λίγο ανέπνευσε και άρχισε να κλαίει. Idra, λοιπόν, είναι το παιδί που γεννήθηκε νεκρό, αλλά τελικά έζησε. Τότε δεν του έδωσαν του πατέρα μου αυτό το όνομα, αλλά όταν γεννήθηκα εγώ, αποφάσισε να μου το δώσει εμένα. Είχε κόλλημα με το Idra».

H Idra ήξερε από μικρή ότι θα γίνει τραγουδίστρια. Μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι όπου ακουγόταν συνέχεια μουσική. «Πρέπει να ήμουν σχεδόν πέντε χρόνων όταν είδα κάπου στην τηλεόραση το βιντεοκλίπ του “I wanna dance with somebody” της Γουίτνεϊ Χιούστον και κόλλησα. Είπα, αυτό θέλω να κάνω κι εγώ. Και μετά ξεκίνησα κλασικά να τραγουδάω με τη βούρτσα στο μπάνιο, στο δωμάτιό μου, που κλείδωνα τον αδερφό μου απέξω, και όλα τα γνωστά κλισέ.

Ο αδερφός μου άκουγε χιπ χοπ της εποχής. N.W.A, Public Enemy και τέτοια που μου αρέσανε κι εμένα πολύ, αλλά είχα πραγματικά μεγάλη πώρωση με τη Χιούστον. Αν έκλαψα όταν πέθανε; Όχι, εντάξει, δεν έκλαψα. Με τον Μάικλ Τζάκσον είχα κλάψει όμως. Ήμασταν και οικογενειακώς φαν του. Είχαμε τα βινύλιά του και τα βάζαμε στο σπίτι και έπαιζαν ασταμάτητα».

Είμαστε στο Galaxy του Χίλτον. Το ηλιοβασίλεμα πέφτει, οι ηλιακοί θερμοσίφωνες της πόλης λάμπουν σαν πυγολαμπίδες στις ταράτσες των πολυκατοικιών (τρομερό αθηναϊκό εφέ, ο Spider-Man πού είναι, άραγε, αυτό το ζεστό βράδυ;), η Ακρόπολη ανάβει τα φώτα της, ο Λυκαβηττός το ίδιο, η πολυκατοικία στη γωνία Βασιλίσσης Σοφίας και Γενναδίου μοιάζει να μετακόμισε από τη Rue Saint-Honoré του Παρισιού, στο βάθος τα ποστάλια είναι αρόδου, μεταξύ Περάματος και Σαλαμίνας, μια παρέα κοριτσιών από την Αμερική βγάζει αναμνηστικές φωτογραφίες με φόντο την πολύπαθη Αθήνα (άραγε, τους μοιάζει με το Σικάγο ή με τη Νέα Ορλεάνη;), μια Γαλλίδα πίσω μας διαβάζει ένα βίπερ και πίνει ένα κοκτέιλ με ρούμι και αγγούρι. Το σκηνικό μοιάζει με διακοπές. Σαν ταινία μέσα σε ταινία. Ένας Βισκόντι μέσα σ’ έναν Γκοντάρ. Σατανικό, σκέφτομαι.

Η Idra δεν βολεύεται στην καρέκλα της. Στριφογυρίζει. Έχει ένα τατουάζ λίγο πάνω από το αριστερό της στήθος που γράφει «Skinny Dawg Bob» («είναι το ψευδώνυμο του Μπάμπη από τους Planet of Zeus») κι άλλο ένα στον καρπό που γράφει D.I.V.A., για να της θυμίζει μια σκοτεινή περίοδο της ζωής της (file under: Άσε το κακό να μπει). Τη βάζω να μου τραγουδήσει a cappella ένα οποιοδήποτε κομμάτι της Γουίτνεϊ Χιούστον. Κλείνει τα μάτια, αρχίζει τους λαρυγγισμούς και μετά σταματάει. «Κάνω αφωνία, έχω συναυλία μεθαύριο». Οι τουρίστες στο Galaxy στήνουν αυτί. Το κορίτσι δίπλα τους θα μπορούσε να είχε βγει από το Apollo του Χάρλεμ ή από ένα κλαμπ της

Νέας Ορλεάνης. «Λατρεύω την Μπίλι Χόλιντεϊ γιατί η φωνή της κρύβει έναν πόνο συγκινητικό, την Έτα Τζέιμς για την αλητεία και τη μαγκιά της, την Αρίθα Φράνκλιν για τον δυναμισμό και τον Ρέι Τσαρλς επειδή απλά με πωρώνει. Από ελληνικά δεν μου αρέσουν πολλά πράγματα. Δεν μπορώ να ταυτιστώ καθόλου. Αλλά κάτι παλιά ρεμπέτικα μου αρέσουν. Όπως ο Βαμβακάρης και η Ρόζα Εσκενάζυ».

Τον περασμένο Δεκέμβριο κυκλοφόρησε ο πρώτος της δίσκος με τίτλο «Don’t walk away», με το ομώνυμο single να κάνει μεγάλη επιτυχία στα ραδιόφωνα και να ανακηρύσσεται τραγούδι του «Jumping Fish» συνεχόμενα για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο. Και από τότε παίζει ασταμάτητα σε διάφορα μαγαζιά, ενώ όταν δεν έχει δικές τις συναυλίες τρέχει στα μπαρ και τα λαϊβάδικα της πόλης, στο Rockwave («αυτό που μου έμεινε από το φετινό ήταν ο Ίγκι Ποπ, που ήταν απίστευτος. Δεν το περίμενα. Ας πούμε, ο Όζι ήταν απογοήτευση. Πολύ ψόφιος. Απορώ με τον κόσμο που πλήρωσε εισιτήριο για να δει αυτό το πράγμα»), στο Schoolwave και όπου έχει καλή μουσική.

«Θα ήθελα μια μέρα να παίξω στο Hyde Ρark στο Λονδίνο. Α, και οπουδήποτε στο Μονακό. Πήγα πέρυσι το καλοκαίρι και μου άρεσε πολύ. Τι μαγειρεύω καλύτερα; Μακαρόνια με μανιτάρια και κρέμα γάλακτος. Φοβερή συνταγή, μεγάλο ταλέντο. Αντιθέτως, ο πατέρας μου είναι εξαιρετικός μάγειρας. Φτιάχνει υπέροχο κοκκινιστό γουρουνόπουλο με πατάτες τηγανητές κι ένα άλλο που λέγεται ουγκάλι - είναι ουγκαντέζικο φαγητό και φτιάχνεται από καλαμποκάλευρο και νερό. Είναι πάρα πολύ πηχτό και το κόβεις μετά σαν χαλβά. Είναι πολύ ωραίο άμα βάλεις από πάνω και μια καυτερή σάλτσα».

Πριν από μερικά χρόνια έπαιζε σ’ ένα beach bar κάπου έξω απ’ την Αθήνα. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Ξαφνικά ξέσπασε μια καλοκαιρινή μπόρα. Ο κόσμος ήταν σε έκσταση και δεν σταμάτησε να χορεύει ούτε λεπτό. «Εμείς παίζαμε ασταμάτητα, αν και τους μουσικούς τους χτυπούσε το ρεύμα. Και μέσα σε όλο αυτόν το χαμό εμφανίζεται μια γυναίκα, η οποία άρχισε να φωνάζει μέσα στο αυτί μου ότι είναι μάγισσα και ότι στην προηγούμενη ζωή ήμασταν ζευγάρι και ήταν γραφτό να με ξανασυναντήσει. Μετά το λάιβ μού σύστησε και τον άντρα της».

Ο ουρανός έχει ένα σοκολατί χρώμα, η Idra φοράει τα γυαλιά ηλίου της και ποζάρει σαν ντίβα της σόουλ. «Μια φορά στο Δημοτικό ήρθε μια συμμαθήτριά μου και μου έγλειψε το μάγουλο για να δει αν έχω γεύση σοκολάτα».