*Μια ξανθιά κοπέλα, η Βίκυ, που αγκαλιάζει μια άλλη, μελαχρινή.
*Μια ξανθιά κοπέλα, η Βίκυ, που αγκαλιάζει μια άλλη, μελαχρινή.

 

Κυρία Ματσούκα, μπορείτε να μου μιλήσετε για διάφορα πράγματα γενικά, σας παρακαλώ;

Στο σπίτι είχαμε ένα πικάπ JVC. Στον πατέρα μου δεν άρεσαν καθόλου οι εκδρομές, δεν πηγαίναμε πουθενά τα τριήμερα και τις αργίες κι έτσι είχα τεράστιο πρόβλημα στις εκθέσεις του δημοτικού, ειδικά μετά από διακοπές, καλοκαίρι, Χριστούγεννα και τέτοια. Αποφάσισα να εφευρίσκω ιστορίες και θυμάμαι, νομίζω στη Β’ Δημοτικού, στην έκθεση με θέμα «Πώς περάσαμε το Πάσχα» έγραψα «Το Πάσχα περάσαμε πολύ ωραία, πήγαμε στο χωριό του παππού μου και ο παππούς μου μας έλεγε πολύ ωραίες ιστορίες κι εμείς φτιάξαμε έναν χιονάνθρωπο» και θυμάμαι αυτό με τον χιονάνθρωπο το είχα βάλει για να γίνει ακόμα πιο εντυπωσιακή η ιστορία και η δασκάλα με είχε ρωτήσει ειρωνικά αν το χωριό του παππού μου είναι στον Βόρειο Πόλο κι εγώ είχα στενοχωρηθεί πολύ. Έτσι, μετά, για ν’ αποφύγω τέτοιου είδους σχόλια αποφάσισα να γράφω εκθέσεις για ταξίδια που δεν φτάναμε ποτέ στον προορισμό μας. Πάντα έβαζα τον πατέρα μου να παθαίνει κάτι, θυμάμαι, και να χαλάει η εκδρομή. Ο μπαμπάς μου τράκαρε, ο μπαμπάς μου είχε πονόδοντο και πήγαμε στο νοσοκομείο, ο μπαμπάς μου έχασε τον δρόμο κι έστριψε λάθος κ.ά. Στο δωμάτιο κοιμόμουνα με την αδερφή μου. Η μαμά μου, σαν τις περισσότερες μανάδες της μεσαίας τάξης, μας έντυνε και τις δύο με τα ίδια ρούχα, ενώ είχαμε έξι χρόνια διαφορά. Οι κουρτίνες και τα παπλώματα στο δωμάτιο ήταν από το ίδιο ύφασμα.

Είχαν τους ήρωες του Muppet Show. Αυτό το μοτίβο ήταν φοβερά αποσυντονιστικό και πάντα μου δημιουργούσε μια ταραχή. Σταμάτησα να παίζω με κούκλες στα 9. Τις έβαλα όλες σε μια κούτα και τις έδωσα σε μια συμμαθήτριά μου που την έλεγαν Αριστούλα και ήταν ξανθιά και τη θαύμαζα αρκετά, μάλλον επειδή ήταν ξανθιά. Είμαι γεμάτη με σημάδια από χτυπήματα. Μου έχουνε πει πως ήμουνα ζωηρή. Μια μέρα είχα εκνευρίσει πολύ τη μητέρα μου και με κυνηγούσε κι εγώ άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματος κι έφυγα και η μητέρα μου κατέβηκε κάτω στην είσοδο της πολυκατοικίας, αλλά δεν μπορούσε να βγει έξω γιατί ήταν ξυπόλυτη και φορούσε μια ρόμπα και μου φώναζε για με πείσει να γυρίσω «Μίτση έλα, Μίτση, το ξύλο δεν είναι ντροπή». Όταν ήμουν δεκατριών ετών, θυμάμαι, με είχε στείλει η μητέρα μου να ψωνίσω στον Βασιλόπουλο διάφορα πράγματα για το σπίτι κι έκλεψα ένα μαγιό. Με πιάσανε κι επειδή με ξέρανε γιατί ψωνίζαμε συχνά με τη μαμά μου στον Βασιλόπουλο της Γλυφάδας με ρωτήσανε γιατί το έκανα και αν ντρέπομαι κι εγώ τους είπα, κλαίγοντας, ότι δεν είχα ολόσωμο και ήθελα πολύ ένα. Μικρή έχω πέσει από ένα μπαλκόνι. Ήταν η εποχή που μεσουρανούσε το «A far l’ amore comincia tu» και θυμάσαι τη χορογραφία, το κεφάλι κάτω, το κεφάλι πάνω, ούτως ώστε να κουνιούνται τα μαλλιά σου, και σ’ ένα τίναγμα έφυγα πίσω κι έπεσα κάτω, σε μια τριανταφυλλιά νομίζω έπεσα. Έδωσα Γ’ Δέσμη. Ήθελα να γίνω δικηγόρος και να εξαλείψω την αδικία. Πέρασα Νομική στην Κομοτηνή, αλλά πήγα για δύο μόνο μήνες. Ήμουνα πολύ βαρετή στην εφηβεία μου. Ένιωθα πάντα μεγάλη απέχθεια για τις φάρσες, ένιωθα μεγάλη αμηχανία. Πολύ συχνά έκανα κοπάνα την πρώτη ώρα από το σχολείο και πήγαινα στο Oscar κι έτρωγα πάντα μια σοκολατίνα με φρέσκες φράουλες, πάστα σοκολατίνα. Πάντα θυμάμαι να τα έχω με κάποιον, να διαβάζω αρχαία και να πηγαίνω σινεμά. Μου άρεσε πολύ να βλέπω ταινίες στον κινηματογράφο και τότε τα είχα με ένα παιδί που το λέγανε Γιάννη και είχε ένα μηχανάκι και τον έβαζα να με πηγαίνει στο κέντρο, σινεμά, και συνήθως ο Γιάννης κοιμότανε γιατί δούλευε και πήγαινε και σχολείο ταυτόχρονα και ειδικά στα Φτερά του Έρωτα είχε κοιμηθεί πολύ θυμάμαι. Ακόμα τον βλέπω τον Γιάννη καμιά φορά γιατί κάνει μετακομίσεις και μου έχει κάνει όλες τις μετακομίσεις αυτός

.

 

#quote#

 

Δεν κάπνιζα στο σχολείο γιατί δεν μου άρεσε η εικόνα ενός παιδιού που καπνίζει στο προαύλιο, μου φαινότανε βλακεία. Κάπνιζα στο σπίτι, στο μπάνιο. Άνοιγα τα Dunhill του μπαμπά, ξετύλιγα προσεχτικά το ασημόχαρτο στο πακέτο, έπαιρνα ένα τσιγάρο, το ξανάκλεινα προσεχτικά και κάπνιζα μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου. Μου άρεσε πολύ να κοιτάζομαι στον καθρέφτη όσο κάπνιζα, ήταν από τις ωραιότερες στιγμές της ημέρας μου. Μετά το έσβηνα και το πέταγα στον φωταγωγό. Δεν μου άρεσε ποτέ το όνομα Δήμητρα. Τα τελευταία δύο χρόνια έχω αρχίσει σιγά σιγά να συμβιβάζομαι με αυτό. Μικρή έλεγα σε όλους πως με λένε Μόνικα και όταν ήμουν στη δραματική έλεγα πως με λένε Αριάδνη γιατί τότε μου άρεσε πολύ για κάποιον λόγο ο ήχος που κάνει το δέλτα με το νι.

Όταν ήμουνα 18 χώρισαν οι γονείς μου και μετά έμενα με την μητέρα μου και την αδερφή μου, ύστερα ήρθαν η γιαγιά μου κι ένα σκυλί Yorkshire, η Λολίτα. Το πρώτο σπίτι που νοίκιασα ήταν στην οδό Σαρανταπήχου στον Λυκαβηττό και δεν έμεινα ποτέ εκεί, μόνο κοιμόμουνα στον καναπέ της μάνας μου, αντικρίζοντας κάθε πρωί που ξυπνούσα τη βαθιά απογοήτευση στα μάτια της. Η μαμά μου ήταν μια εντυπωσιακή, ξανθιά* γυναίκα. Με τον μπαμπά μου μοιάζουμε πολύ. Είναι ψηλός, μελαχρινός, μ’ ένα λακκάκι κι αυτός. Με την αδερφή μου δεν μοιάζουμε καθόλου γιατί εκείνη είναι ξανθιά, με σχεδόν κίτρινα μάτια. Πάντα δίπλα της από παιδιά στις φωτογραφίες εγώ ήμουν πιο σκούρα, πιο βρόμικη και πιο χτυπημένη, γεμάτη πληγές με ξεραμένα αίματα. Ο μπαμπάς δούλευε στο αεροδρόμιο. Μια Κυριακή βλέπαμε στην τηλεόραση τη σειρά «Μικροί Μεγάλοι», είχαμε κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο, μπήκε ο μπαμπάς μου στο σπίτι και μας είπε ότι κουράστηκε να δουλεύει στο αεροδρόμιο και ότι θέλει να γίνει τραγουδιστής και γύρισα και κοίταξα τη μαμά μου κι εκείνη του είπε «Ναι, μπράβο Δημήτρη, έχεις καταπληκτική φωνή» και μετά φιλήθηκαν. Το έκανε. Η μουσική που άκουγα τότε ήταν η μουσική που άκουγε κι αυτός. Μουσικές ταξιαρχίες και Φατμέ. Φορούσα κάτι καστόρινα μποτάκια συνέχεια κι έπιανα τα μαλλιά μου αλογοουρά και η μάνα μου εκνευριζόταν με την αλογοουρά και μου έλεγε ότι της θυμίζω την Όλιβ του Ποπάυ κι εμένα αυτή η γενική κτητική, το «του Ποπάυ», με τσάντιζε πολύ γιατί ήξερα ποια ήταν η Όλιβ, δεν χρειαζόταν να μου πει ποιανού ήταν. Ξυπνάω όσο πιο αργά μπορώ. Μου αρέσει πολύ η ελληνική τηλεόραση μετά τις 12 το βράδυ. Καπνίζω περίπου 2 πακέτα την ημέρα. Με ενοχλούν οι άνθρωποι που μιλάνε στον ενικό σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν.

Αδειάζω συνέχεια τα τασάκια, δεν αντέχω τα γεμάτα τασάκια. Αν έπρεπε να δώσω μια συμβουλή ως άνθρωπος προς έναν άλλο άνθρωπο, θα ήταν πως ποτέ δεν πρέπει να κάνουμε ένα πάτωμα στο σπίτι άσπρο γιατί λερώνει πολύ και πρέπει συνέχεια να καθαρίζεις. Δεν είμαι από αυτούς που έχουν χόμπι και κάνουνε σπορ. Όταν τσαντίζομαι έχω μια εκπληκτική ευφράδεια και πολλές φορές εντυπωσιάζομαι κι εγώ η ίδια γιατί μιλάω φανταστικά ελληνικά, συμπυκνωμένα, σχεδόν πιντερικά, με τέλεια σύνταξη. Δεν φωνάζω.

Είμαι πολύ καλή όταν νευριάζω, πολύ. Μου αρέσει το μαύρο Johnnie Walker. Παλιά δεν χόρευα ποτέ. Τώρα χορεύω λίγο. Σιχαίνομαι τα λάτιν. Αυτά τα τε κέλα πόνγκο, τε κέλα πόνγκο και μπαμπολέιρο, μπαμπολέιρα και τζομπί τζομπά. Αίσχος. Έχω ένα αγαπημένο μπουφάν, δερμάτινο, που το φοράω πολλά χρόνια. Είναι τελείως σκέτο, με φερμουάρ, πάρα πολύ ωραίο, κι ένα φόρεμα που είχα πάρει στο Βελιγράδι μπεζ-ζαχαρί, με μανίκι ως εδώ, κουμπάκια, στενό ως εδώ, που κάτω ανοίγει.

Φοβάμαι τα αεροπλάνα. Αυτό που με κάνει κάπως να ηρεμώ στην πτήση είναι να τυλίγω μια πασμίνα, ένα μαντήλι ή οτιδήποτε γύρω από το κεφάλι μου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό με ηρεμεί. Το καλοκαίρι είχα πάει στο Καστελλόριζο. Μου άρεσε. Είχα πατερίτσες γιατί είχα χτυπήσει, φούξια πατερίτσες και ίδια βατραχοπέδιλα. Δεν ήταν τόσο τραγικό όσο ακούγεται, με πρόσεχαν όλοι, ξέρεις, μια μικρή αναπηρία σε κάνει πάντα πιο συμπαθή, ακόμα κι όταν δεν το αξίζεις. Τώρα μένω μόνη μου. Στο Παγκράτι μένω.

 

Κυρία Ματσούκα, θα ήθελα να μου πείτε ποιος σας έκοψε τα μαλλιά σας.

Μόνη μου κουρεύτηκα, προχτές, μ’ ένα ψαλιδάκι μικρό, νυχιών. Τα μαλλιά μου ήταν μακριά πριν και τα έκανα καρέ.