ΣΑΒΒΑΤΟ 11/06

Σκοπεύω να περάσω το τριήμερο μαγειρεύοντας. Να μπω στην κουζίνα, ν’ αρχίσω και να μη σταματάω, μπας και ξεχαστώ. Φυσικά, ποτέ δεν έρχονται τα πράγματα όπως τα θέλω. Το ξενύχτι της προηγούμενης μάς οδηγεί στο μεσημέρι της επόμενης κι οι τύψεις για τα τέσσερα κοκτέιλ (υγρό λίπος, που λέει κι ο φίλος μου εκεί, στη Νότια Αμερική) δεν αφήνουν και πολλές επιλογές. Γυμναστήριο μέχρι νωρίς το απόγευμα και μετά λίγη συγκέντρωση, γιατί το βράδυ έχει Μνουσκίν. Άξιζε την αναμονή. Μετά, κάπου κοντά στα μεσάνυχτα, πηγαίνουμε στον Οικονόμου. Αυτή η ταβέρνα στα Πετράλωνα (μαζί με το «Θεραπευτήριο») είναι το πιο γοητευτικό κομμάτι του κέντρου της Αθήνας. Κατοικημένη περιοχή, ένα δρομάκι μ’ ελιές, τραπέζια στον δρόμο, παιδιά, σκυλιά, λάμπες κρεμασμένες στα δέντρα, δίπλα ο Ζέφυρος. Οδός ονείρων, ακόμα και σήμερα που όλα τα τραπέζια μιλάνε για την κρίση και το ΔΝΤ. Γίναμε όλοι ειδικοί, σκέφτομαι. Τίποτα πιο τραγικό από έναν λαό που αναγκάζεται να μιλήσει με όρους οικονομολόγου ή πρέπει ν’ ακούει όλη μέρα τους οικονομολόγους για να καταλάβει τι πρόκειται να του συμβεί. Τέλος πάντων. Δοκιμάζω τα φασολάκια του Οικονόμου μαζί μ’ ένα γενναιόδωρο κομμάτι μανούρι. Τσιμπάω από τον κόκορα του διπλανού και τυλίγω μια πιρουνιά μακαρόνια με σάλτσα. Έτσι, ξεδιάντροπα. Αυτά τα μέρη τα πάω περισσότερο από οτιδήποτε στην Αθήνα. Είναι 100% αληθινά και μου αρέσει το φαγητό τους όσο τίποτε άλλο, ειδικά το καλοκαίρι. Και περισσότερο τ’ αγαπώ όταν έρχεται ο λογαριασμός. Ο φίλος μάς γλυκαίνει με φρέσκα φρούτα. Ακόμα δεν έχει περάσει η επήρεια της Μνουσκίν, που είμαι σίγουρος πως θα της άρεσε πολύ, αν κάποιος την έφερνε εδώ. Θα το καταλάβαινε γιατί λέει αλήθειες, όπως η τέχνη της.

ΚΥΡΙΑΚΗ 12/06

Όσο ψήνονται τα γεμιστά, ετοιμάζω ένα εύκολο γλυκό. Η Β. μού έφερε από τις Βρυξέλλες προμήθειες Pierre Marcolini. Θέλω να φτιάξω κάτι που να μην πειράξει καθόλου τη γεύση αυτού του μαύρου τούβλου, που στέκεται τυλιγμένο στο πιο ωραίο και σικ χαρτί στον πάγκο της κουζίνας μου. Το μόνο που κάνω είναι να το λιώσω σε μπεν μαρί και να προσθέσω περίπου 50 γρ. ανάλατο βούτυρο, έτσι, να το κρατάει υγρό. Σβήνω τη φωτιά και αφήνω το μπολ με τη σοκολάτα πάνω από την κατσαρόλα που αχνίζει, για να παραμείνει ζεστή. Προσπαθώ να κάνω recreate ένα παγωτό που έτρωγα στα Dairy Queen (τα ξέρετε τα Dairy Queen; Είναι τα πιο καλτ junk food μαγαζιά του κόσμου. Νομίζω πως δεν υπάρχουν πια, στην Ευρώπη τουλάχιστον!) μικρός, αλλά σε μια πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή. Το παγωτό, αν και junk, στηρίζεται στις εξής δύο αρχές: παγωτό βανίλια – σοκολάτα, ο βασιλιάς όλων των συνδυασμών, και κάτι ακόμα πιο γκουρμέ, το αλάτι, που πάει με τη σοκολάτα. Μετά τα γεμιστά, στοιβάζω μπάλες παγωτού βανίλια που τις εναλλάσσω με ζεστή σάλτσα σοκολάτας και τελειώνω με μερικά αλατισμένα φιστίκια. Το αλάτι κόβει τη γλύκα του παγωτού και μεταλλάσσει τη γεύση της σοκολάτας, αναδεικνύοντας και την τελευταία της αρετή. Δεν μπορώ να σταματήσω να τρώω αυτήν τη γεύση και προχωρώ κουταλιά κουταλιά μέχρι να φτάσω στον πάτο, όπου κάθεται η υπόλοιπη σάλτσα σοκολάτας. Ούτε καν ο πόνος στο μέτωπο από το πολύ παγωτό (ναι, ναι, αυτός που παθαίναμε μικροί από τη λαιμαργία να φάμε όλο το παγωτό του κόσμου) με σταματάει. Σκέφτομαι, ξύνοντας και το τελευταία ίχνος σοκολάτας από το ποτήρι, πως τα παιδικά χρόνια βρίσκουν πάντα ευκαιρία να τρυπώνουν στην καθημερινότητά μας, ακόμα κι εκεί που δεν το περιμένεις.