Έχω μπλοκάρει απολύτως στο θέμα των ζητιάνων. Τώρα που άνοιξε ο καιρός, δεν υπάρχει περίπτωση να κάτσεις έξω και να μη σε πλησιάσουν δέκα άτομα το ημίωρο. Όσο και να θες, δεν μπορείς να δώσεις σε όλους.

Η νέα φουρνιά είναι πιο επιθετική και επαγγελματίας. Είναι μέρος μιας ελεεινής μαφίας, της σκληρότερης, που άρχισε να δραστηριοποιείται στην Ελλάδα πριν από μισό περίπου χρόνο. Είναι πολυπληθέστερη, βαλκανική και μεθοδικότερη. Έχουν χωρίσει τους δρόμους σε ακτίνες βολής, έχουν πιάσει τα σταυροδρόμια, τα σοκάκια, τους πεζόδρομους. Στη Βασιλίσσης Σοφίας υπάρχει ένας κάθε 50 μέτρα. Περνά το φορτηγό και τους ακροβολίζει και μετά περνά και τους μαζεύει πάλι. Πιθανόν ζουν όλοι μαζί, παίρνουν κάτι έναντι, τους κρατούν τα διαβατήρια, εκβιάζονται.

Αλλά δεν παύουν να είναι παιδιά οι περισσότεροι - σχεδόν μωρά. Άνθρωποι με κομμένα χέρια. Ένας, χθες, με κομμένο το σώμα από τους βουβώνες και κάτω, κατηφόριζε την Ακαδημίας στημένος πάνω σε ένα πατίνι που το έσπρωχνε με τα χέρια. Συνομιλούσε ζωηρά (σε μια γλώσσα που δεν κατάλαβα) με δυο φίλους του, που τον ακολουθούσαν γελώντας. Ζητιανεύει συνήθως στην Πανεπιστημίου.

Όσο κι αν ξέρεις ότι αυτά τα πρόσωπα είναι μέλη (ή θύματα) ενός μαφιόζικου κυκλώματος, είναι πρόσωπα που σε πλησιάζουν εκεί που τρως και πίνεις και σου απλώνουν το χέρι. Κλαίγονται με ένα ψεύτισμα που συχνά μοιάζει με κοροϊδία, αλλά βλέπεις πάνω τους μια ζωή διαλυμένη. Ακόμα και στα φανάρια, που η κατάσταση είναι πια ανεξέλεγκτη, αυτοί που πέφτουν σαν ακρίδες, δεν είναι ακρίδες: είναι άνθρωποι δίχως μοίρα, που έφτασαν μέσα σε ψυγεία φορτηγών, με πορείες στα βουνά και βαρκάκια αυτοκτονίας, και τώρα ζουν χειρότερα κι από σκυλιά, τσουβαλιασμένοι σε αποθήκες νονών που θέλουν αγχόνη.

Προσωπικά, δεν έχω δει άλλη πόλη του κόσμου με τέτοιο μέγα πλήθος ζητιάνων. Πουθενά. Ποτέ. Ούτε στις φτωχότερες χώρες του τρίτου κόσμου υπήρξε ποτέ ανεξέλεγκτο ένα τέτοιο φαινόμενο. Διότι όλοι αυτοί δεν είναι ζητιάνοι της κρίσης και της πόλης (υπάρχουν κι αυτοί, όμως είναι μικρό ποσοστό, σχετικά), αλλά ένα φυτευτό κλιμάκιο σε αποστολή και δεν ψελλίζει ούτε τα στοιχειώδη ελληνικά.

Όπως σου λένε να μη δίνεις λεφτά στο τζάνκι γιατί θα τα κάνει αμέσως πρέζα, έτσι πολλές φορές δεν έχω δώσει λεφτά σε ένα παιδί του δρόμου. Για να μην κάνω πιο δυνατή τη μαφία που το έχει φυλακίσει. Αμέσως, όμως, σκέφτομαι και το αντίθετο: ότι θα γυρίσει δίχως καλή είσπραξη και θα του σπάσουν κι άλλα κόκαλα, για να εμπνέει περισσότερη λύπη. Και φτάνω στο τραγελαφικό σημείο να βοηθάω εκείνα που δεν έχουν ιδιαίτερο ταλέντο στο θέατρο της λύπησης ή όσα είναι πολύ μικρά και κλαίγονται αφηρημένα, βαριεστημένα ή νυσταγμένα. Για να μην τιμωρηθούν!

Βασικά, όμως, είμαι σε απόλυτη σύγχυση. Δεν ξέρω τι να κάνω. Η ελεημοσύνη είναι ένα πράγμα που χορταίνει εκείνον που την κάνει, γιατί τον υψώνει πάνω από τον εγωισμό του και δίνει ευγενές νόημα στη ζωή, που από τη φύση της δεν έχει νόημα. Αλλά εδώ δεν πρόκειται ακριβώς για ελεημοσύνη. Είναι ένα πολιτικό και ανθρωπιστικό έγκλημα, που το κράτος, χωρίς να προσπαθήσει να το λύσει, το μετακύλησε πάνω μας.

Είμαστε πάλι μόνοι.