ΠΑΡΑΣΚΕΥΉ 15/4

Φουρνίζω την τέταρτη μαρέγκα. Παράλληλα, καταγράφω διαφορές, δοσολογίες κ.λπ. Η φίλη Γουάλεξ με παρακαλάει εδώ και δύο μήνες να τη μάθω να φτιάχνει Πάβλοβα. Όχι μόνο με παρακαλάει. Με κυνηγάει. Οπότε, λύγισα κι εγώ, και είπα να την αφήσω να περάσει στα ενδότερα και να τη μάθω τα μυστικά της μαρέγκας. Όσο κοινωνικό σπορ είναι τα τραπέζια, τόσο μοναχική κατάσταση είναι η διαδικασία της μαγειρικής. Εγώ μαγειρεύω πάντα μόνος. Και ούτε μου αρέσει να με παρακολουθούν. Μάλλον επειδή μισώ την κριτική και στο μυαλό μου έχω την κουζίνα μου ως το απόλυτο καταφύγιο από αυτήν, αποφεύγω να έχω θεατές όταν μαγειρεύω. Και ακόμα χειρότερα, να πρέπει να τους διδάξω κιόλας και να είναι και σταρ του Τwitter... Σήμερα είναι παραμονή του μαθήματος και έχω ήδη πάρει κι εγώ ένα πολύ σοβαρό μάθημα. Άλλο το μαγειρεύω καλά και άλλο το μαθαίνω σε κάποιον να μαγειρεύει. Ο ρυθμός είναι αλλιώς, πρέπει να ξεχάσεις αυτά που θεωρείς αυτονόητα, αν θες να μάθεις σε κάποιον να μαγειρεύει. Κάθομαι τώρα εδώ και προσπαθώ να καταλάβω τι κάνει η ζάχαρη στο ασπράδι για να της εξηγήσω. Καταλήγω και στην πιο κατάλληλη εκδοχή μαρέγκας, κάτι που θα το βρεί σχετικά εύκολο, αλλά ίσως λιγάκι πιο intellectual από την απλή και πάντα reliable γαλλική εκδοχή. Στην ελβετική εκδοχή, τα ασπράδια χτυπιούνται μαζί με τη ζάχαρη σε μπεν-μαρί για περίπου τρία λεπτά μέχρι να διαλυθεί η ζάχαρη και το μείγμα να ζεσταθεί ελαφρώς. Κατόπιν, το περνάμε σε μίξερ όπου χτυπάμε για περίπου έξι λεπτά σε υψηλή ταχύτητα, μέχρι να τριπλασιαστεί σε όγκο το μείγμα. Μετά, το απλώνω σε κυκλικό σχήμα σε επίπεδο ταψί με λαδόκολλα και δημιουργώ ένα είδος φωλιάς που θα υποδεχτεί τη γέμιση. Ψήνω στους 100 βαθμούς Κελσίου για περίπου μία ώρα και μισή. Κλείνω τον φούρνο και αφήνω τη μαρέγκα μέσα στον φούρνο μέχρι να κρυώσει.

ΣΑΒΒΑΤΟ 16/4

Η μαθήτριά μου καταφτάνει με χαμόγελο και μπαίνει στην κουζίνα μου με το moleskin της. Nα σημειώσω πως ήταν εντελώς overdressed για τη δουλειά. Κάθομαι στον πάγκο και δίνω οδηγίες. Βάλε αυτό, κάνε εκείνο, προσοχή, τελείωνε κ.λπ... Μόλις φουρνίζουμε το «κορίτσι», αρχίζουμε δουλειά με αυτές που έφτιαξα την προηγούμενη. Στη σαντιγί προσθέτουμε μασκαρπόνε, ζάχαρη άχνη και βανίλια. Γεμίζουμε τις μαρέγκες και αρχίζουμε να στολίζουμε με φρούτα. Φράουλες, βατόμουρα, μύρτιλλα και φραμπουάζ. Τελειώνουμε με ένα πασπάλισμα ζάχαρης άχνης. Μαγεία. Δεν ξέρω αν αυτό είναι το αγαπημένο μου γλυκό, σίγουρα όμως είναι το πιο χαρμόσυνο πράγμα που μπορείς να σερβίρεις για επιδόρπιο. Αποκαμωμένοι από την κατασκευή της Πάβλοβας, απλωνόμαστε στον καναπέ και δοκιμάζουμε. Είναι ωραία. Τραγανή και λευκή απ’ έξω, μέσα σαν marshmallow. Η κρέμα όχι πολύ γλυκιά, τα φρούτα συμπαθητικά, θα τα ‘θελα λίγο πιο «αληθινά». Είναι τόσο δύσκολο πια να βρεις ωραίες φράουλες στην πόλη. Η Γουάλεξ φεύγει με τη δεύτερη Πάβλοβα σε κουτί και σε λίγο λαμβάνω διθυραμβικά tweets από την άλλη μεριά της πόλης. Μέχρι το βράδυ, η μαθήτριά μου έχει πωρωθεί και αρχίζει τις έρευνες για μίξερ - παράλληλα κάνει και έρανο, διότι ανακαλύπτει πως το μίξερ είναι ακριβό. Ευελπιστώ πως επειδή είναι διάσημη, θα βγάλει και λίγο κέρδος από τον έρανο, να πάρουμε κι ένα δεύτερο. Ξαλάφρωσα τώρα που τέλειωσε το μάθημα, αν και έχω ήδη υποσχεθεί μάθημα για τάρτα λεμόνι.

ΚΥΡΙΑΚΗ 17/4

Υπάρχουν άπειρες φράουλες στην κουζίνα. Ούτε αν τρώω συνέχεια για τρεις μέρες δεν πρόκειται να τελειώσουν. Αρχίζω να τις καθαρίζω και τις βάζω ολόκληρες στη μαντεμένια κατσαρόλα. Είναι περίπου δύο κιλά. Προσθέτω τέσσερα φλιτζάνια ζάχαρη και έναν λοβό βανίλιας που τον έχω κόψει στα τέσσερα. Πρώτα σε χαμηλή φωτιά ανακατεύω να πάει πάντου η ζάχαρη, όταν αρχίζει να κατεβάζει ζουμιά, ανεβάζω τη φωτιά στο μέτριο και σιγοψήνω μέχρι να αρχίσει να δένει. Δυστυχώς, όλες οι συνταγές που διάβασα απαιτούσαν λιγότερο χρόνο βρασίματος από αυτόν που έβλεπα εγώ να χρειάζεται η μαρμελάδα για να δέσει. Έκανα του κεφαλιού μου μέχρι να καταλάβω εγώ πως αυτό που φτιάχνω μοιάζει με μαρμελάδα. Έκανα και το τεστ με το πιατάκι. Βάζεις ένα πιατάκι στην κατάψυξη, το βγάζεις, ρίχνεις επάνω λίγο από το σιρόπι της μαρμελάδας και το ξαναβάζεις στην κατάψυξη για δύο λεπτά. Αν, όταν το βγάλεις, το σιρόπι έχει κάνει κρούστα όπου μπορείς να ακουμπήσεις ελαφρώς το δάκτυλό σου και να μη σπάσει, τότε είσαι έτοιμος. Στο μεταξύ, η γειτονιά μύρισε φράουλες, καραμέλα και βανίλια. Νομίζω πως υποδέχτηκα την άνοιξη με τον πιο σωστό τρόπο. Σας φιλώ!