Σάββατο 08/05

Μπαίνω στο καράβι, θα πάω σε νησί. Σχεδόν -ποιος, εγώ, που ούτε τον Αύγουστο δεν θέλω να φεύγω- σαν κυνηγημένος μαζεύω ρούχα και βιβλία και μπαίνω στο ταξί. Δεν ήταν ωραία αυτή η εβδομάδα. Την Τετάρτη ήμουν στην Κηφισιά, μέχρι να γυρίσω είχε καεί η Αθήνα, είχαν πεθάνει άνθρωποι. Διέσχισα με τα πόδια την πλατεία Συντάγματος, δεν μπορούσα να πιστεψω πως πάλι σπάσαμε το κέντρο. Από την άλλη, δεν μπορώ και να πιστέψω ότι αφήσαμε την Ελλάδα να φτάσει σε αυτό το σημείο. Στο καράβι, δεν ξεκολλάω τα μάτια μου από τη θάλασσα. Κάθομαι έξω και κοιτάω το μπλε, τα αφρισμένα μονοπάτια που χαράζει το πλοίο, προσπαθώ να σκεφτώ καθαρά, να αποβάλω όλα όσα είδα τις τελευταίες μέρες. Οι επιβάτες είναι λίγοι, σχεδόν κανείς για Σαββατοκύριακο, οι περισσότεροι ντόπιοι που επιστρέφουν στο νησί τους. Δέκα σκυλιά στο κατάστρωμα κάνουν συγχορδίες γαυγίζοντας, σκέφτομαι τον Κανέλλο (απ' ό,τι μαθαίνω είναι Κανέλλοι, αφού είναι πολλοί) να πανηγυρίζει αλαφιασμένος μπροστά στη Βουλή, το μόνο ωραίο από όλη αυτή την ιστορία. Στο νησί είναι σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Ανεβαίνουμε με τη μηχανή στη χώρα, κάποιοι ξαπλώνουν ακόμα στην αμμουδιά, τα αρώματα της φύσης σε ζαλίζουν. Λίγο έξω από ένα φούρνο, μυρίζομαι φρεσκοψημένο ψωμί, ψημένο σε ξυλόφουρνο. Το άρωμα από το ξινό προζύμι το δέχομαι όπως το άρωμα που βγαίνει από σπάνιο μπουκάλι σε ακριβό αρωματοπωλείο. Μένω σε σπίτι φίλων που ζουν εδώ, έφυγαν από την πόλη και ήρθαν στο νησί. Τα πρόσωπά τους είναι μαυρισμένα από τον ήλιο, είναι γαλήνιοι, δεν έχουν πουθενά τηλεόραση, ίντερνετ, μόνο ένα ραδιόφωνο που παίζει κάτι ιρανικές μελωδίες. Στην αυλή ένα γαλάζιο τραπέζι στέκεται στη μέση και γύρω του δεκάδες δεντρολίβανα και λεβάντες θροΐζουν πανηγυρικά αυτό το γλυκό απόγευμα. Πίνουμε τσάι μέντα, τους λέω τα νέα της πόλης, όσο μιλάμε, αυτοί ανάβουν κεριά παντού. Έχω πολύ καιρό να κάτσω κάπου που να έχει τόση ησυχία. Και φυσικά, όσο η κουβέντα συνεχίζεται, το τραπέζι στρώνεται και από την κουζίνα ξετρυπώνουν όλα τα καλά του νησιού. Ντόπιο τυρί, πικάντικο - το τρώω λίγο λίγο, είναι τόσο έντονο, ψωμί σαν αυτό που μύριζα στο δρόμο, λάδι που φτιάχνει ένας γείτονας, άγρια σπαράγγια και ένα μεγάλο ψάρι ψημένο πάνω σε ένα στρώμα από φρέσκα σέλλινα, κρεμμύδια και πατάτες, αρωματισμένο με φέτες λεμονιού και όλα τα αρωματικά χόρτα που μπορώ να φανταστώ. Όσο περνάει η ώρα τόσο πολύ δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι επιλέγουν να ζουν σε πόλεις και όχι δίπλα σε δέντρα και κάτω από τεράστιους ουρανούς.

Κυριακή 09/05

Στο γυρισμό διαβάζω με μανία το βιβλίο της Σοφίας Σπανούδη Στα παλάτια του Χαμίτ (εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου). Πρόκειται για ένα μοναδικό αυτοβιογραφικό κείμενο όπου η συγγραφέας περιγράφει τα όσα έζησε στην Κωνσταντινούπολη όταν κλήθηκε στην αυλή του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ να διδάξει την κόρη του, τη Ναϊμέ Σουλτάνα, πιάνο. Η Σπανούδη περιγράφει με μεγάλη μαεστρία την παραμυθένια ζωή στο παλάτι του Σουλτάνου, τις ιστορικές εξελίξεις στην Τουρκία, αλλά πάνω απ' όλα περιγράφει την Κωνσταντινούπολη και για άλλη μια φορά αυτή η μοναδική πόλη αποκτά όλα τα μυστηριώδη πέπλα που της αξίζουν. Διαβάζοντάς το ταξίδεψα στην Πόλη που τότε δεν είχε ηλεκτρικό, είδα τα αμύθητα διαμάντια της Ναϊμέ, γεύτηκα τα θρυλικά τραπέζια του παλατιού, απόρησα με την προσωπικότητα αυτού του Σουλτάνου (δαιμόνιος ή δειλός; Δολοφόνος πάντως σίγουρα) και έδειξα κατανόηση στο σύζυγο της σουλτάνας που ήθελε να τη δηλητηριάσει για να ζήσει τον μεγάλο του έρωτα με μια άλλη. Μέχρι να φτάσω στην Αθήνα είχα τελειώσει τη saga του Χαμίτ και ήθελα να μάθω αν ακόμα υπάρχει το εξοχικό παλάτι που έζησε εξόριστος στη Θεσσαλονίκη μετά την πτώση του από το θρόνο. Στο σπίτι με περίμεναν οι διψασμένες μπιγκόνιες και τα πρώτα λουλούδια του γιασεμιού. Ελπίζω σε καλύτερες μέρες, πάντα. Σας φιλώ.