Όσοι παρακολούθησαν το προεκλογικό ντιμπέιτ των «έξι» θα θυμούνται με πόση επιμονή δύο διαφορετικοί δημοσιογράφοι απηύθυναν στον εκπρόσωπο των Οικολόγων-Πράσινων την ίδια ερώτηση: είπε ή δεν είπε κάποτε ο κ. Τρεμόπουλος (ευρωβουλευτής του κόμματος) σε παρουσίαση βιβλίου ότι η Θεσσαλονίκη, όταν κατελήφθη από τον ελληνικό στρατό, είχε μόνο 11% ελληνικό πληθυσμό;

Ο κ. Χρυσόγελος απάντησε (και πολύ σωστά) ότι αυτό είναι θέμα των ιστορικών και δεν πρέπει να ανακατεύουμε ιστορία με πολιτική.

Η απάντηση δεν ικανοποίησε τους δημοσιογράφους - και φυσικά. Στην Ελλάδα πάντα ανακατεύουμε την ιστορία με την πολιτική, θέτοντας την πρώτη στην υπηρεσία της δεύτερης. Είναι η «ιδεολογική χρήση της ιστορίας» που έγραφε ο Φίλιππος Ηλιού. Σε αυτή την περίπτωση εθνικιστική η χρήση της ιστορίας - τα ιστορικά γεγονότα κόβονται και ράβονται ώστε να εξυπηρετούν «εθνικούς σκοπούς». Γι' αυτό και τα ελληνικά σχολικά βιβλία της ιστορίας είναι γεμάτα ψέματα.

Στην περίπτωση αυτή ο κ. Τρεμόπουλος είχε δίκιο. Όλοι οι ιστορικοί συμφωνούν σε αυτό. Η Θεσσαλονίκη των αρχών του αιώνα ήταν μία πόλη πολυεθνική - κυρίως εβραϊκή (περίπου το 50% του πληθυσμού). Οι Ελληνόφωνοι ορθόδοξοι ήταν μειονότητα. Όλη η Μακεδονία άλλωστε ήταν μία «μακεδονική σαλάτα». Έγινε ελληνική μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι περισσότεροι κάτοικοί της έχουν μικρασιάτικες ή ποντιακές ρίζες.

Αλλά αυτά τα γεγονότα δεν μας συμφέρουν και τα κρύβουμε κάτω από το χαλί. Όπως αρνιόμαστε μερικά άλλα πασιφανή. Είναι φυσικό, μια και συνορεύουμε με την ΠΓΔ Μακεδονίας, να υπάρχει κοντά στα σύνορα μία γλωσσική σλαβομακεδονική μειονότητα. Όποιος έχει ταξιδέψει εκεί, το γνωρίζει. Η επίσημη ελληνική θέση είναι ότι δεν υπάρχει. Έρχονται εκθέσεις από τον ΟΗΕ, το Ευρωκοινοβούλιο και την Ε.Ε. που μας ψέγουν διότι δεν αναγνωρίζουμε τα δικαιώματα των μειονοτικών και εμείς απαντάμε στερεότυπα ότι δεν υπάρχουν.

Η στάση αυτή δεν είναι μόνο ασύμβατη με το Διεθνές Δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες που έχουμε υπογράψει. Είναι και παιδαριώδης. Με το να κλείνεις τα μάτια, δεν ασκείς πολιτική. Ήδη, πριν 112 χρόνια είχε γραφτεί η φράση: «Πού θα έφερε το Ελληνικόν Έθνος η ευγενής του τύφλωσις;». («Σάλπιγξ», Λεμεσός, 14 Ιουνίου 1897).