Προφυλακτικό κανείς;

Προφυλακτικό κανείς; Facebook Twitter
2

Προφυλακτικό κανείς; Facebook Twitter

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΖΑΙΟΥ

 

Ο Μαρκήσιος έρχεται από την πόρτα της κουζίνας, όντας πάντα πολύ περίεργος για τα υλικά που χρησιμοποιώ. Ανοίγω και τον αφήνω να πλησιάσει, να δει από κοντά τους καρπούς τσία*. Ενώ του παραχωρώ τέτοιο προνόμιο δεν μ’ αφήνει ούτε τώρα να τον χαϊδέψω.

 

Έχοντας την τύχη να γίνω μάνα στην Ελλάδα, έχω διδαχτεί τρόπους να παζαρεύω την αγάπη μου με ανταλλάγματα, όμως στον Μαρκήσιο δεν πιάνουν. Με το που βλέπει τη Μάνα Μουράγιο, τρίβει το κεφάλι του στο δικό της, της γλείφει τα αυτιά. Εκείνη μου ρίχνει ένα βλέμμα, που μας φέρνει κοντά στο να πρέπει να της ομολογήσω ότι της έχω κάνει στείρωση. Του Μαρκήσιου θα πρέπει να του έχει σωθεί το σάλιο, αλλά δεν τα παρατάει. Ξέρω εγώ άτομα που θα είχαν κουραστεί στο πρώτο δευτερόλεπτο, αλλά δεν είναι ώρα για γκρίνια τώρα. Προσπαθώ να αποφύγω το βλέμμα της, όμως εκείνη βάζει και ομιλία τώρα. Ναι, καταλαβαίνω τη γλώσσα τους, είναι μια παρενέργεια, όσο και χάρισμα, που αποκτήθηκε αυτομάτως τη μέρα της συμφωνίας. (Για την οποία αρχίζω να αμφιβάλλω αν θα καταφέρω ποτέ να αφηγηθώ. In media res** σου λένε μετά. Αφού ξεπηδάνε συνέχεια γεγονότα, πώς θα το πάμε απ’ την αρχή;)

 

«Με φιλάει και δε νιώθω τίποτα», λέει η Μουράγιο και τεντώνει το σβέρκο, λες κι αν ελευθερώσει περισσότερη επιφάνεια θα νιώσει κάτι. Καλό κι αυτό. Σε λίγο θα μου αποκαλύψει ότι προσποιείται και οργασμό.

Χαμηλώνω τη φωνή μου, ενώ διώχνω τον Μαρκήσιο, που έχει κολλήσει σαν πεταλίδα πάνω της. Ντρέπομαι να μιλήσω μπροστά σ’ αυτόν τον δανδή, με τους λεπτούς τρόπους και τον ευγενικό χαρακτήρα. Με τα σκοτεινά κουρτινάκια πάνω από τα μάτια.

«Εντάξει, για τον Μαρκήσιο μιλάμε, όχι για τον Μπαρτ Λάνκαστερ στο θρυλικό, παρά θιν αλός, φιλί. Για βγες στη γειτονιά και ρώτα τις θηλυκές (και τους αρσενικούς ίσως). Νιώθει κανείς τίποτα όταν φιλάει ο Μαρκήσιος; Ούτε καν. Είτε φιλάει είτε όχι, ένα και το αυτό». Μακρηγορούσα κι αυτό από μόνο του δήλωνε ενοχή, αν όχι, και λίγη μοναξιά.

«Το έχω ψάξει. Όλες σεληνιάζονται», είπε εκείνη. Μήπως είσαι ψυχρή; ήθελα να της πω, αλλά δαγκώθηκα κι αντί γι’ αυτό, είπα. «Μπορεί να είσαι ρομαντική. Να θέλεις να σου ψιθυρίσει ωραία λόγια στην πλώρη ενός καραβιού». «Τι είναι καράβι;» ρώτησε. Αυτό που δεν μπορείς να σύρεις πια, σκέφτηκα και έκλεισα απότομα την πόρτα της κουζίνας, σχεδόν στα μούτρα της, γιατί η κυρία Γιώτα βγήκε να τινάξει και δεν ήταν ώρα να με δει σε τετ α τετ συνομιλία με το τετράποδο. Χώρια που έπαιρνα παράταση για την εκμυστήρευση που μας περίμενε. Νόμιζα ότι έχοντας να κάνω με γάτες, είχα γλιτώσει από εξηγήσεις, απολογίες και συγνώμες, χειρισμούς και κόλπα. Είχα γελαστεί. Το ότι μπορούσαμε να συνομιλούμε χειροτέρευε τα πράγματα. Όπως και με τους ανθρώπους.

Η Μάνα Μουράγιο ήταν το πιο θερμόαιμο θηλυκό της γειτονιάς πριν καν χρονίσει. Και να πεις ότι είναι όμορφη. Σαν ξεφτισμένη κουρελουδίτσα είναι. Μάλλον έχει αυτοπεποίθηση. Οι γάτοι πάθαιναν ντελίριο μόλις ξεκινούσε ο οίστρος της. Δεν την άφηναν ούτε νερό να πιει, να κοιμηθεί ή – ούτε λόγος – να σκεφτεί την αντισύλληψη. Πώς ήταν τόσο ανεύθυνοι αρσενικοί και θηλυκές; Δεν έβλεπαν ότι η γειτονιά είχε φουλάρει; Να μοίραζα προφυλακτικά; Σιγά μην τα φορούσαν, στην Ελλάδα ζούμε. Ξεκίνησα τα κατευναστικά καταπλάσματα και τα χαμομήλια. Μόλις πλησίαζαν στο παράθυρο, έκανα να τα χαϊδέψω και τους κόλλαγα στο μέτωπο την κομπρέσα. «Έχουν πυρετό», δικαιολογήθηκα σε έναν έκπληκτο περαστικό.

Φαίνεται πως οι ορμές των γάτων δεν ανακόπτονται με τίποτα, γιατί πολύ σύντομα είδα τη Μάνα Μουράγιο με φουστάνι εγκυμοσύνης και ύφος Μαρίνας Αμπράμοβιτς – μην μου μιλάτε, εκτελώ περφόρμανς. Το οποίο δεν εγκατέλειψε από τότε, δεν το άφησε ούτε καν την ώρα της γέννας. Και να πώς έγινε. Ας πάμε προς τα πίσω, μπας και βγούμε κι εκεί που θέλω κάποια στιγμή.

 

Ήμουν στον υπολογιστή μου, Κυριακή βράδυ και έκλεινα έξι ώρες συνεχούς λατρείας (θα πω πώς ξεκίνησε κι αυτό – καινούριος μπελάς για τη διήγηση), όταν την άκουσα να φωνάζει με τσιριχτή φωνή. Πήγα κοντά της, άνοιξα και με κοιτούσε με μάτια τρελής σαν να μην ήξερε ποια είμαι. Τρελή και ξιπασμένη ταυτόχρονα. Της υπενθύμισα ότι είμαι αυτή που την ταΐζει σε χαλεπούς καιρούς, όταν όχι μόνο γάτες, αλλά και άνθρωποι πεινάνε, και μάλιστα άκουσα και για γατιά που δουλεύουν στα φανάρια βοηθώντας τους Πακιστανούς. Τα αμολάνε πάνω στο παρμπρίζ και το καθαρίζουν με τις ρόδινες γλωσσίτσες τους, πράγμα που μαλακώνει και την πιο σκληρή καρδιά και ανοίγει το πορτοφόλι. Εκείνη μάλιστα που είναι μικρόσωμη, και με το μπέιμπι φέις που διαθέτει, είναι η πλέον κατάλληλη γι’ αυτή τη δουλειά. Δεν πρόλαβα να αποσώσω την περιγραφή και πάτησε άλλη μια φοβερή και πρωτάκουστη τσιρίδα. Άνοιξα παραπάνω το παντζούρι μήπως ήταν η ουρά της πουθενά πιασμένη, έδιωξα και τον Εκτός Σένγκεν, που του έτρεχαν τα σάλια και προσπαθούσε να προσεγγίσει το πλιγούρι ζέας, που προοριζόταν για τους Εντός Σένγκεν. Οι οποίοι το σνόμπαραν, αγνοώντας ότι ήταν ένας αρχαίος σπόρος που έθρεψε τους βέλτιστους. Ηρέμησε η Μουράγιο, όλα καλά, αν και το μάτι της γυάλιζε ακόμα και γύρισα στη δουλειά μου, να ανάψω θυμιάματα και αιθέρια έλαια στο τέμπλο της οθόνης, ζητώντας συγχώρεση για την ολιγόλεπτη απουσία μου.

 

Δεν πρόλαβα να ξεπετάξω τρεις ιστοσελίδες και να την πάλι να ξεφωνίζει. Μήπως πέθαινε και αυτοί οι εξουσιαστικοί λαρυγγισμοί ήταν η εκφώνηση της διαθήκης της; Ήθελε να μου κληροδοτήσει κάτι; Ωωω, τι συγκινητικό, έστω μια όψιμη φωνή αναγνώρισης και ευγνωμοσύνης. Άνοιξα πάλι το παράθυρο, έφυγαν και τα τελευταία απομεινάρια θέρμανσης, και έκανα να χαϊδέψω το ζωντανό, γιατί το χάδι ενίοτε ημερεύει, άσχετο αν εμένα με τσιτώνει τα τελευταία χρόνια. Με κατακεραύνωσε η τίκτουσα, νιααααααοοοοοο,νιααααααρρρρρρρνιιιαααααα. Γιατί μιλούσε στην γατική σήμερα; Νάρνια; Προσπαθούσε να μου πει Νάρνια; Ποιος ήθελε να ζει στην παγωμένη Νάρνια; Μήπως η πεντάδα των γατιών που είχα γνωρίσει προέρχονταν από κει και γι’ αυτό μπορούσαν να μιλάνε; Το καλό ήταν που παίχτηκε Χριστούγεννα και έδωσε ένα δίωρο άσυλο στην εορταστική κατάθλιψη. Έμεινε το χέρι μου στον αέρα από το γεμάτο επίπληξη νιαούρισμά της, νιααααααρρροοοο, ννιααααρρρρνιιιγεενννααααααωωωωω ηλίθια. Γεννάω ηλίθια!

 

Όσο για να με χαρακτηρίσει, το είχε γυρίσει στα ελληνικά. Γεννούσε; Τι έπρεπε να κάνω μέσα στη νύχτα; Να ζεστάνω νερά και πανιά, να τηλεφωνήσω στο γυναικολόγο μου; Κοίταξα προς το μέρος της, ω Θεέ, κάτι σαν κουκούλι από σιχάματα έβγαινε από μέσα της, δεν μπορεί να ήταν το γατάκι αυτό, μήπως γεννάνε χρυσαλίδες και οι γάτες; (να τσεκάρω).

 

Ύστερα από αρκετές στροφές, συσπάσεις των πλευρών της, ενατένιση του απείρου και ήπιους πλέον λαρυγγισμούς, ησύχασαν όλα, χωρίς να βλέπω το προϊόν όλου αυτού του σαματά. Βολεύτηκε στο μαξιλάρι γυρίζοντάς μου την πλάτη, κρύβοντάς μου τη θέα και άρχισε να γλείφεται και να καθαρίζεται λες και την περίμενε κλάμπινγκ. Είχε γεννήσει δηλαδή τώρα;

 

Το επόμενο πρωί είδα να τη βυζαίνουν τέσσερα γατάκια μινιατούρες, τα δύο ολόιδια με το Ταυρί και τα δύο ίδια με τον Εκτός Σένγκεν. Ο Μαρκήσιος δεν είχε αφήσει το αποτύπωμά του πουθενά. Γύρισε με μεγαλοπρέπεια το κεφάλι της, με κοίταξε σαν να ήμουν αμοιβάδα, «ΕΙΜΑΙ ΜΑΝΑ», γκάριξε. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό»;

«Εγώ δεν ξέρω, βρε ανιστόρητη; Εγώ που έγινα μάνα το ’80 και οι βάτες συναγωνίζονταν το μέγεθος της κοιλιάς μου;»

 

(συνεχίζεται)

* Καρποί τσία: Τροφή πλούσια σε ωμέγα 3, ίνες και αντιοξειδωτικά.

** In media res: Όπου μια ιστορία ξεκινά από τη μέση κι έχεις να καλύψεις τα προηγούμενα συμβάντα.

 

Προφυλακτικό κανείς; Facebook Twitter

 

Προφυλακτικό κανείς; Facebook Twitter

 

2

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ