Ο Άγιος Βασίλης θύμωσε

 

Ο καλικάντζαρος έβγαλε το άσχημο, πλακουτσωτό κεφάλι του από το καρύδι και κοίταξε γύρω του.
—Ακόμα να τελειώσεις; λέει με την τσιριχτή του φωνή.
—Σε λίγο, απαντάει ο Άγιος Βασίλης και ρίχνει λίγη ακόμη βενζίνη στο μπουκάλι μπύρας. Φέρε ένα στουπί, λέει σε μένα.
Και του δίνω.


Ο Άγιος Βασίλης ήταν καλός τύπος, μέσες άκρες όπως τον ξέρετε από το Χόλιγουντ, χοντρός με στολή Κόκα Κόλα, να διδάσκει στα παιδιά ότι αν είναι καλά όλο το χρόνο στον τέλος θα ανταμειφθούν. Πατερούλης Καπιταλισμός με τα όλα του. Μετά του την πέσανε οι φιλοζωικές για τη φάση με τους τάρανδους, έπαθε νευρικό κλονισμό, έκανε κατάχρηση του «φαρμάκου» του για το γλαύκωμα και να μην τα πολυλογώ αποφάσισε φέτος αντί για δώρα να ρίξει από τις καμινάδες Μολότοφ.

 

—Βοήθα κι εδώ λίγο! Μου λέει ο καλικάντζαρος προσπαθώντας να σηκώσει το αλυσοπρίονο.


Και οι καλικάντζαροι ήταν καλά πλασματάκια, όπως τους ξέρετε, κόβανε όλο το χρόνο το δέντρο που κρατάει τη Γη και τα Χριστούγεννα βγαίνανε έξω για να μη τους πέσει η Γη στο κεφάλι, κι έτσι η Γη σωζόταν. Φέτος όμως τους την έπεσαν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις κι αυτοί από αντίδραση άφησαν τα τσεκούρια και πήραν αλυσοπρίονα. Σκοπεύουν φέτος να κόψουν το δέντρο μέχρι τέλους αδιαφορώντας για τη Γη. Μια ομαδική αυτοκτονία, λες και είναι αίρεση στην Καλιφόρνια κι όχι πλάσματα που έχουν χαζέψει από τις αναθυμιάσεις του μάγματος κάτω από το έδαφος. Πήραν μάλιστα κι αλυσοπρίονα για να κάνουν πιο γρήγορα. πάλι καλά που δεν έχουν ανακαλύψει τι κάνει το κορδονάκι.


Σηκώνω το αλυσοπρίονο και το δίνω στο μικρό καλικάντζαρο να το πάρει στην πλάτη του, αλλά δε μπορεί μόνος του. Ανοίγω με προσοχή μερικά ακόμα καρύδια και μερικοί ακόμα σπεύδουν να τον βοηθήσουν.


— Ελπίζω φέτος να μου βάλουν ουίσκι, φτάνει πια με το γάλα, λέει ο Άγιος Βασίλης και παίρνει την παραφίνη.
— Θα σου βάλουν, τα καταλαβαίνουν αυτά οι άνθρωποι, του απαντώ για να τον καθησυχάσω.


Όσο για μένα, και εγώ όπως με ξέρετε ήμουν. Καλοσυνάτη γιαγιάκα με μεγάλα γυαλιά, να κρατάω το σπίτι του άντρα μου ζεστό και όμορφο, να προσέχω τους ταράνδους του και να τον ξεπροβοδίζω πριν ξεκινήσει την Πρωτοχρονιά να μοιράσει τα δώρα. Αλλά φέτος μου την έπεσαν οι φεμινίστριες, ότι λέει είμαι λάθος πρότυπο για τα νέα κορίτσια, και να απαιτήσω να έχω πιο ενεργό ρόλο στα Χριστούγεννα, και να πάω κι εγώ μαζί στο μοίρασμα των δώρων, και να μην ξαναπάμε στα κορίτσια κούκλες Μπάρμπι αλλά κούκλες Μέρκελ και Όπρα και Έλεν ντε Τζένερις και Σιμόν ντε Μποβουάρ. Κι εγώ τσαντίστηκα κι άρχισα τα μπότοξ και τις πλαστικές για να τους τη σπάσω. Κι επειδή όταν είσαι γυναίκα του Άγιου Βασίλη έχεις όλα τα μέσα, χωρίς να θέλω να περιαυτολογήσω, ο κώλος της Κιμ μοιάζει ξεφούσκωτο μπαλόνι μπροστά στο δικό μου, όσο για τα βυζιά μου, ας πούμε απλά ότι θα μπορούσα εύκολα να παίζω στο Baywatch μόνη μου και να κάνω την ίδια και μεγαλύτερη τηλεθέαση.


— Οι μάγοι είναι έτοιμοι; Με ρωτάει ο Άγιος Βασίλης.
— Πάω να δω.


Μπήκα στο διπλανό δωμάτιο, και να τοι και οι τρεις τους, απορροφημένοι μπροστά στα κομπιούτερ τους. Οι τρεις μάγοι ήταν κι αυτοί όπως ακριβώς τους αναφέρουν στα παιδικά τραγουδάκια. Καλοσυνάτοι, φωτισμένοι από το Θεό και όλα τα σχετικά. Φέτος όμως τους την έπεσαν οι επιστήμονες γιατί λέει δε χρησιμοποίησαν τη γνώση τους για να βοηθήσουν την ανθρωπότητα και ενώ είχαν βρει τη γνώση, μας καταδίκασαν σε αιώνες σκοταδισμού. Έτσι κι αυτοί θύμωσαν και αποφάσισαν να επιτεθούν μέσω του κυβερνοχώρου. Μεγαλοφυείς καθώς ήταν, σε ελάχιστο χρόνο έμαθαν όλα τα μυστικά του ίντερνετ, έγιναν χάκερ, και με το νέο έτος θα επιτεθούν σε όλες τις τράπεζες του κόσμου εξανεμίζοντας όλα τα χρήματα κάθε λογαριασμού. Η Πρωτοχρονιά θα βρει όλη την ανθρωπότητα να μην έχει δεκάρα τσακιστή. Θα ακολουθήσει πλήρης κατάρρευση, ήδη έκαναν τους υπολογισμούς και τις προσομοιώσεις, λίγα λεπτά θα είναι αρκετά για να επικρατήσει χάος.


— Αρμαγεδδών μωρό μου! ουρλιάζει ο Άγιος Βασίλης και βγάζει απ' το ψυγείο τα ενέσιμα στεροειδή για τους ταράνδους, οι οποίοι παρεμπιπτόντως φέτος θα σύρουν όχι έλκηθρο, μα μια κονβέρτιμπλ Μπιούικ.
Τα ξωτικά ακόμα δεν έχουν καταφέρει να σηκώσουν το αλυσοπρίονο.
— Φέρε μας και το γκότζι μπέρι! φωνάζουν.


Μπαίνουμε στη Μπιούικ, ετοιμαζόμαστε. Η Σούζι Σνόουφλεϊκ μας πλησιάζει φορώντας ζαρτιέρες, την ακολουθεί ο Φρόστι με το καρότο όχι πια στη θέση της μύτης. Ο Άγιος Βασίλης μαρσάρει –μόνο για το εφέ, έτσι κι αλλιώς οι τάρανδοι θα το σύρουν το αμάξι- και οι δυο τους μας αποχαιρετούν με ράπερ –πολύπλοκη χειραψία.
Τότε, λίγο πριν ξεκινήσουμε, από το βάθος κάποιοι έρχονται.


Είναι ο Ιωσήφ και η Μαρία καβάλα στο κουτσό γαϊδουράκι, με το μωρό στα χέρια. Ο Άγιος Βασίλης ξεροκαταπίνει και σβήνει τη μηχανή. Εγώ σκεπάζω το ιλιγγιώδες ντεκολτέ μου ντροπιασμένη. Η Σούζι κι ο Φρόστι φεύγουν τρέχοντας, γιατί είναι φιγούρες μιας άλλης εποχής, δε μπορούν να σταθούν δίπλα τους χωρίς να ξεθωριάσουν. Όλα τα φώτα σβήνουν από μια απότομη διακοπή ρεύματος –σίγουρα και τα κομπιούτερ των μάγων- όσο για τους καλικάντζαρους ακόμα δεν έχουν καταφέρει να σηκώσουν το αλυσοπρίονο.


Ο Ιωσήφ και η Μαρία, που μέσα στο κρύο προσπαθούν, πάντα θα προσπαθούν, να ξεφύγουν από ποιος ξέρει ποιον –εκλεγμένο πια- σύγχρονο Ηρώδη. Το γαϊδουράκι σταματάει και μας κοιτάζει μπερδεμένο, τα χνώτα του αχνίζουν μπροστά στα ακόμα αναμμένα φώτα της Μπιούικ.


Ο Ιωσήφ κουνάει το κεφάλι του πέρα δώθε απογοητευμένος.
— Τι τρελός κόσμος, λέει.
Και κοιτώντας το μωρό:
— Έχεις πολύ δουλειά ακόμα, παιδί μου. Πολύ δουλειά.