[...]Κι οι εθνικοί απελευθερωτικοί αγώνες, είτε του '21 είτε του '55 – '59, πέτυχαν όχι επειδή βασίστηκαν στη νεανική "ελληνική" τρέλα των αγωνιστών, αλλά γιατί υπήρχαν κάποια μυαλά πίσω που οργανώναν με καθαρή σκέψη και σύνεση, και κατεύθυναν αυτή την τρέλα.[...]

 

Και κάπου εδώ, χάνει την μπάλα ο νεαρός φοιτητής Σ. Παπαδόπουλος. Οι αγώνες πέτυχαν ακριβώς επειδή υπήρχαν οι «τρελοί», οι «ρομαντικοί» , οι «ιδεαλιστές» και όλοι όσοι μεγαλώνουν πιστεύοντας ακόμα σε ξωτικά και νεράιδες. Στο παραμύθι που στο τέλος κερδίζει το καλό. Τα μυαλά που οργάνωσαν τον αγώνα, τάχα με καθαρή σκέψη, η ιστορία έδειξε ότι εξυπηρετούσαν δικά τους συμφέροντα. Είναι οι ίδιοι που σκότωσαν τον Καποδίστρια και φυλάκισαν τον γέρο του Μοριά. Κάτι τρελοί ποιητές σαν τον λόρδο Μπάιρον και τον Μιαούλη έκαναν το 21΄ ηρωικό. Οι προδοσίες του 55-59 , από πότε είναι επιτυχημένες;
Ποτέ στην ιστορία των αγώνων , ανά την υφήλιο, δεν έφεραν την αλλαγή ή την επανάσταση οι ψύχραιμοι και οι λογικά σκεπτόμενοι. Οι πραγματικές επαναστάσεις με αιτία, ιστορικά έγιναν μόνο για το ΨΩΜΙ και όσοι το στερήθηκαν, δεν ήταν καθόλου ψύχραιμοι.

 

Η γενιά η δικιά μας, λίγο πριν και λίγο μετά, έχει μία αγανάκτηση που δεν θα πάει διακοπές, που δεν μπορεί να συντηρήσει το αυτοκίνητο, που δεν έχει αρκετά λεφτά να βγει, που...που...που... και μόνο η εμπειρία του να χάνεις την δουλειά σου χωρίς την προοπτική να βρεις κάποια άλλη αφυπνίζει στ' αλήθεια τον φόβο. Όχι τον φόβο της επιβίωσης, αλλά το φόβο της απώλειας του στάτους. Του τρόπου ζωής που είχαμε συνηθίσει. Αυτή την αλήθεια προσπάθησε να διατυπώσει ο Ιωαννίδης με τον ρομαντικό τρόπο που μπορεί μια καλλιτεχνική ψυχή.

 

Ο νεαρός φοιτητής διατυπώνει αρκετά σοβαρές αλήθειες, άσχετες με το περιεχόμενο στο γράμμα του Αλκίνοου, ωστόσο, εξαιρετικού βάθους και ποιότητας. Ναι, πράγματι, την ανθρώπινη φύση μας είναι που πρέπει να ξεπεράσουμε. Και το να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας, είναι η κορυφαία συλλογική πρόκληση που αντιμετωπίζει η γενιά μας και η γενιά σας.

 

Εκείνη που απαντά στο συναισθηματικό ξέσπασμα ενός καλλιτέχνη που τολμά να εκτεθεί και αφήνει αναπάντητες τις δηλώσεις και τις πράξεις των πολιτικών. Που παραμένει ακριβή στο πίτουρο και φτηνή στο αλεύρι. Εδώ, στο «εμείς» του Μακρυγιάννη που βρισκόμαστε, δεν κάνουμε κανένα διαγωνισμό για το ποιος θα διατυπώσει την πιο ορθολογιστική άποψη. Εδώ στο «εμείς», δεν διορθώνουμε ο ένας τον τρόπο που νιώθει ο άλλος, αλλά όλοι μαζί προσπαθούμε να βρούμε το μονοπάτι που μας συσπειρώνει σαν ένα ενιαίο τοίχο απέναντι στους «άλλους».

 

Ας μην κάνουμε λοιπόν «νεκροψία» στη σορό ενός γραπτού συναισθηματικού ξεσπάσματος. Ας μάθουμε να διαβάζουμε το νόημα μεταξύ των γραμμών. Το «ΟΧΙ» των Κυπρίων είναι ένα σημαντικό προηγούμενο αντίστασης στην αυθαιρεσία της εξουσίας, ακόμα κι αν η ιστορία το κρίνει ως ανόητο. Είναι η ένδειξη ότι η ετοιμοθάνατη συλλογική μας αφασία έχει σφυγμό, άρα υπάρχει ακόμα ελπίδα.

 

Ένα ΟΧΙ, εμπνευσμένο από το όχι της Ελλάδας στην ιστορία του Β παγκόσμιου πολέμου. Και εκείνο , ανόητο ήταν αν το σκεφτούμε λογικά και ψύχραιμα.

 

Μάλιστα φίλε μου, είναι η ανθρώπινη φύση μας που πρέπει να ξεπεράσουμε. Αλλά αν θέλουμε να σκεφτούμε λογικά και ψύχραιμα, ο δρόμος είναι ένας. Πρέπει να σταματήσουμε να καταναλώνουμε. ΟΛΟΙ! Να περιοριστούμε στα απολύτως απαραίτητα και να ανατρέψουμε με μιας το χρηματοοικονομικό τους οικοδόμημα. Να αποσυντονίσουμε την διορατικότητα τους. Να καταστρέψουμε τις τεχνοκρατικές τους προβλέψεις.

 

Έχει τέτοια κότσια η γενιά μας; Μπορεί η γενιά μας να μην καταναλώσει; Μπορεί να το κάνει τώρα που θα ήταν επιλογή και όχι σε λίγο καιρό που θα είναι η ανάγκη μιας επιβεβλημένης και αυτονόητης συμπεριφοράς ;
Δεν τρέφω αυταπάτες. Μόνο ελπίδες τρέφω και θέλω να μπορώ να τις διατυπώνω ρομαντικά, ιδεαλιστικά, ωραιοποιημένα, αυθόρμητα και συναισθηματικά φορτισμένα, έτσι όπως φτάνει η δύναμη του αισθήματός μου την ώρα που πατώ το κάθε γράμμα στο πληκτρολόγιό μου.

 

Ούτε εσύ (ο κάθε εσύ), ούτε εγώ, ούτε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης είμαστε εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού. Δεν βγαίνουμε σε κατευθυνόμενα, τηλεοπτικά παράθυρα και σε πολιτικά μπαλκόνια να βρυχηθούμε τους λεονταρισμούς μας.

 

Δεν είμαστε νοσταλγοί του πισωγυρίσματος. Είμαστε νοσταλγοί της εποχής της αθωότητας. Τότε που ακόμα μπορούσες να επαναστατήσεις και ήξερες ποιος είναι ο εχθρός. Ο εχθρός τώρα, δεν έχει πρόσωπο. Δεν ξέρεις ποιος είναι. Τώρα, τον εχθρό τον έχουν φυτέψει μέσα μας και θεριεύει με το λίπασμα της καταναλωτικής μας μανίας. Φτιάχνει ριζικό σύστημα απομυζώντας τους χυμούς της ανθρώπινης φύσης μας. Της αξιοπρέπειάς μας.
Βλέπεις, παγκοσμιοποίηση θα πει να πετάς το ψωμί που περίσσεψε και αυτό να είναι το ψωμί που δεν έφαγε ένα παιδί στην Σιέρα Λεόνε.

 

Για ποια ψυχραιμία και για ποιον ορθολογισμό μιλάμε; Για ποια σύγκριση παρελθόντος , παρόντος και μέλλοντος; Τι σημασία έχει αν είσαι ο Σάντζο ή Δον Κιχώτη , στην ιστορία εκείνου που τραβάει σπαθί στον ανεμόμυλο;