Γράμμα σε έναν αγαπημένο

 

Ειναι απο αυτες τις φορες, που δεν ξερεις πως να ξεκινησεις, τι να πρωτοπεις. Χιλιες λεξεις. Η μια πισω απο την αλλη. Χιλιες σκεψεις. Η μια πισω απο την αλλη. Πως γιναμε ετσι ρε φιλε? Γιατι? Σε μια εποχη που καπως, ξαφνικα, ολα γινανε ευκολα. Ευκολοι γκομενοι, ευκολες δουλειες, ευκολες φιλιες. Καμια δυσκολια. Ποτε και πουθενα. Μην κουραστουμε κιολας, αφου η δουλεια μας γινεται οπως και να εχει. Επειτα το ματι μου πεφτει και σε καποιους ανθρωπους, που μεσα στην τοση ευκολια, δυσκολευονται. Ενας απο αυτους ειμαι και εγω. Τοτε, μοιαζεις παραταιρος, μεσα στην ευκολη κοινωνια, το ευκολο σπιτι και την ευκολη παρεα. Ειναι που καταριεσαι την μοιρα σου την μαυρη που εσενα σου ερχονται πιο δυσκολα. Γιατι ομως?

 

Γιατι μαλλον, πανω στην περιεργεια σου, αφησες το ενυδρειο και βουτηξες με ορμη σε κεινον τον ωκεανο, που εμοιαζε περα για περα ξενος και αληθινος. Γιατι εκει πηγες κοντρα, στα ρευματα οταν αυτα δεν σε παρεσυραν. Γιατι εκει ισως εβρισκες το δυσκολο, που οσο δυσκολευε τοσο πιο αληθινο φαινοταν. Γιατι ισως εκει δεν συναντουσες ανθρωπους που αντεχαν λιγοτερα, απ οσα μπορουσαν ή ζητουσαν. Γιατι ισως εκει, να παρεμεινε η σπιρταδα στο βλεμμα που κοιτουσες. Ισως εκει, να συνεχιζες να πεθαινεις καθε λεπτο μακρια του ή μακρια της. Ισως καπου εκει οι ανθρωποι αυτοι, να συνεχιζαν να εκτιμανε και να σεβονται. Ισως να μην σε κρατουσαν απλα απο εγωισμο διπλα τους, χωρις να σε θελουν, αλλα να προσπαθουσαν καθε γαμημενη μερα, να σε κανουν ευτυχισμενο, να σε κανουν να γελας, με ολα σου τα ζωτικα οργανα.

 

Ειναι και εκεινες οι αναμνησεις που εχεις απο το ενυδρειο, οταν ο ωκεανος σκοτεινιαζει και φαινεσαι πιο μονος απο ποτε. Θυμασαι που ελεγες ''ευχαριστω'' και ''συγγνωμη'' οποτε ειλικρινα το αισθανοσουν και θυμασαι καλυτερα το: ''Τι ευχαριστω? Κοψε αυτο το ευχαριστω και τις μαλακιες''. Ακους? Το ευχαριστω και τις μαλακιες. Λυπαμαι, αγαπημενε μου, λυπαμαι πολυ. Και ξερεις γιατι λυπαμαι? Λυπαμαι που δεν αντιλαμβανεσαι την εκτιμηση που σου δειχνω. Που προφανως, ποτε κανενας, δεν στο ειπε και ηχει ακομα ξενο στα αυτια σου. Το λαθος δικο μου. Οπως παντα, μην ανησυχεις εσυ. Εσυ μπορεις να συνεχισεις να ζεις την ζωη που θεωρεις ιδανικη. Να βγαινεις, να πινεις, να καυλαντιζεις κι υστερα να ξαπλωνεις μονος κι ησυχος που αλλη μια μερα περασε κανοντας οτι σου εκανε κεφι. Εγω, ο βλακας εγω, φταιω και οντως, αυτη την φορα, δεν μπορω να πω και τιποτα, γιατι ειναι κι ετσι. Διεσχυσα την μιση διαδρομη, για να σε συναντησω, πηγαινοντας κοντρα στα δικα μου πιστευω, σε μια συναντηση που ηξερα εξ αρχης οτι δεν θα ερχοσουν. Ειμαι αφελης μωρε, το ξερω. Και χαζορομαντικη ειμαι, κι αυτο το ξερω και γι αυτο ευθυνομαι μοναχα εγω, που ενω βλεπω πως με φθειρει, δεν παω κοντρα στις ροπες μου, δεν αλλαζω ροτα, δεν παω με το τωρα. Νομιζες πως ολη η ζωη, ειναι μια ευθεια γραμμη, χωρις πανω και κατω. Αλλα, δυστυχως, οταν ζεις ουσιαστικα, εχοντας ενσυνειδηση και συναισθηματα, κατα την δικη μου αποψη, η ζωη κυλαει ποτε πανω και ποτε κατω και ευθεια γινεται η γραμμη οταν γινεσαι κλινικα νεκρος.

 

Εγω ηθελα παντα στην ζωη μου να αγαπω, να νιωθω, να ονειρευομαι, να ερωτευομαι. Τα ηθελα ολα στον υπερθετικο βαθμο και ετσι η λογικη δεν πρυτανευε ποτε. Δεν εχει σημασια πλεον, ο καθενας κολυμπαει στα δικα του νερα, γνωστα ή αγνωστα, θολά ή καθαρα, καμια σημασια πλεον. Ενα μονο πραγμα να σου πω γιατι πρεπει να φυγω. Ειναι αυτο που σε ενοχλει περισσοτερο, αλλα θα το αιτιολογησω. Ευχαριστω, λοιπον. Ευχαριστω που με επαιρνες αγκαλια στον καναπε και μας επαιρνε ο υπνος και που ξυπνουσαμε να παμε στο κρεβατι και η αγκαλια γινοταν δυνατοτερη και πιο σφιχτη. Που με αφηνες να κανω μπανιο το σκυλακι σου και να στολισω το δεντρο στο σπιτι σου. Που μου εδωσες σχεδον αμεσως κλειδια και με εμπιστευτηκες να μενω μονη μου εκει, ενω εσυ ησουν στην δουλεια. Που με ξυπνουσες με μουσικη για να μου πεις οτι ειμαι ομορφη κι ας μην πιστευα λεξη. Ευχαριστω που καναμε πολυ, το λιγο και ενω θα πηγαινε λαου-λαου, οπως ελεγες, τα πηγαιναμε με χιλια. Που μου γνωρισες στην οικογενεια σου και ας μην εμφανιζομασταν ποτε μαζι πουθενα αλλου. Κι ολα αυτα ουτε καν σε ενα μηνα. Ας ειναι. Ας μην ηπιαμε ποτε μαζι ενα ποτο, επειδη ποτε δεν το σκεφτηκες. Ας μην σου περασε καν απο το μυαλο να περασουμε μαζι τις γιορτες. Οσο κι αν δεν μπορεις να το διαχειριστεις, εγω σε ευχαριστω. Πρεπει να φυγω τωρα, εχω πολυ δρομο μπροστα μου και εχω αργησει. Πρεπει να προλαβω.

 

Θα γυρναω καπου και θα στεκομαι μακρια, αλλα ακριβως απεναντι σου. Δεν θα μπορω να σε δω, αλλα θα ξερω που βρισκεσαι. Οχι απο περιεργεια για το πως τα πας, αλλα επειδη σε νοιαζομαι και θελω να εισαι ευτυχισμενος, ακομα κι αν δεν συναντηθηκαμε. Ευχομαι μονο, να μην βρεθεις διπλα σε καποια τυχαια, ετσι, γιατι περασαν απλα τα χρονια και αναλωθηκες στο πουθενα. Εγω, ειμαι αυτη που ειμαι, με τα καλα και τα ασχημα μου και θελω να με δεχτουν ακριβως γι αυτο και ειναι κατι που πλεον δεν μπορω να διαπραγματευτω, γιατι μεγαλωσα και θελω να ειμαι ο εαυτος μου, ο χαρακτηρας μου για να μπορω να αντικρυζω καταματα τον ηλιο και τον κοσμο, για να μπορω να κοιμαμαι με γαληνη. Σημασια πια, δεν εχει. Φευγω. Αργησα. Αντιο...αγαπημενε μου