Έτσι έγραφε η ταμπέλα του μαγαζιού. Δε με ένοιαξε και πολύ. Το μόνο που ήθελα ήταν ένα καταραμένο αντικλείδι. Πόσο ακριβό θα μπορούσε να είναι; Το μαγαζί ήταν αρκετά μεγάλο αλλά σχετικά άδειο. Ο τοίχος πίσω από τον πάγκο του μαγαζάτορα ήταν γεμάτος κλειδιά με διαφορετικά χρώματα και σχέδια. Ένας κακομοίρης μαύρος παρακαλούσε τον κλειδαρά να του βγάλει ένα ζευγάρι αντικλείδια δωρεάν. "Αν είναι να βγάζω δωρεάν κλειδιά σε όποιον δεν είχε λεφτά να πληρώσει, στα είκοσι χρόνια που δουλεύω, θα είχα φαλιρίσει". Του είπα ότι θα του τα πληρώσω εγώ λοιπόν του καημένου του μαύρου.

 

Αυτό που ακολούθησε πρώτη φορά το έβλεπα στη ζωή μου. Ο κλειδαράς, σε ρόλο πωλητή Α' ποιότητας αυτή τη φορά, εξυπηρετούσε τον μαύρο σαν κανονικό πελάτη. Τι χρώμα ήθελε το κλειδί του, και αν ήθελε κάποιο συγκεκριμένο χρώμα. Ο τελευταίος πρέπει να έκανε ένα πεντάλεπτο να αποφασίσει. Ο κλειδαράς μιλούσε για τα κλειδιά σαν να μιλούσε για την τελευταία λέξη της μόδας και ο μαύρος, πιστός στο Θεό του καταναλωτισμού είχε τεντώσει τα αυτιά του και άκουγε τον κήρυκα του Κυρίου.

 

Τελικά διάλεξε ένα πράσινο στρόγγυλο. Αμήν. Μετά ήρθε η σειρά μου και σαν πιστός άπιστος δεν έκατσα να ασχοληθώ και πήρα ένα απλό κλειδί. Η οθόνη του μηχανήματος που έκοβε τα κλειδιά φαινόταν σαν να ήρθε από το μέλλον. Οριζόντιες, κάθετες και πλάγιες γραμμές, σχέδια κλειδαριών, έμοιαζαν με αρχιτεκτονικό σχέδιο πόρτας χρηματοκιβωτίου σαν αυτά που βλέπεις στις ταινίες.

 

Πήρα τα κλειδιά μου και έφυγα. Δυο στενά πιο κάτω ο ίδιος μαύρος ζητούσε μια δωρεάν τυρόπιτα από εναν φούρνο. Του την πλήρωσα και αυτή. Του πήρα και έναν καφέ και πήρα έναν και για εμένα. Γύρισα σπίτι και άνοιξα με το καινούργιο μου κλειδί για να σιγουρευτώ ότι δούλευε. Ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ.