Λες και κάποιος ξεχασμένος θεός καταράστηκε αυτό τον τόπο να ζει στο φόβο, κάθε που ο αέρας ζεσταίνεται. Εδώ φοβάσαι κάθε που το ραδιόφωνο διακόπτει το πρόγραμμα του για να ανακοινώσει κάτι, φοβάσαι μήπως και πρέπει να ετοιμάσεις και πάλι βαλίτσες.


Εδώ κάνει ησυχία. Μια βίαιη ησυχία. Εδώ η ζέστη του καλοκαιριού και το ξυράφι της ιστορίας σου βαραίνει τους ώμους.


Μεγαλώσαμε με το φόβο της ησυχίας και του περιορισμού. Ξέραμε πως όπου και να πάμε, στο τέλος του δρόμου θα βρούμε μια τεράστια πινακίδα που θα γράφει ΑΛΤ. Είναι περίεργο το αίσθημα της απαγόρευσης. Σε κάνει να θέλεις να την παραβείς.

 

Σαν μια παλιά πληγή, η Κύπρος ανοίγει το καλοκαίρι, μπορείς τον χειμώνα να την ξεχάσεις, να την κρύψεις, να την φυλάξεις, αλλά πάντα θα ανοίγει το καλοκαίρι.


Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, μας ξυπνάνε οι σειρήνες τα χαράματα, για να μας θυμίζουν την προδοσία που έγινε πριν 41 χρόνια, και όταν κάθε χρόνο ξυπνάω ιδρωμένος και τρομαγμένος, βλέπω εκεί στο παράθυρο την μάνα μου, με μάτια που νομίζεις πως δεν έκλεισαν ποτέ στη ζωή τους, βουρκωμένα και παγωμένα να ατενίζουν τον βόρειο ορίζοντα, εκεί που βρίσκεται το χωρίο που περνούσε τα παιδικά της καλοκαιρία και δεν έχει ξαναπάει για 41 χρόνια. Και κάθε φορά βλέπει μπροστά της την ίδια εικόνα. Τον πατέρα της γονατισμένο με ένα δίκαννο στον κρόταφο και την μάνα της να φωνάζει για να μην τον σκοτώσουν οι προδότες, θυμάται ακόμα να κρύβεται μαζί με τις αδελφές τις κάτω από το κρεββάτι και την γιαγιά τους να τους χαμογελάει λέγοντας τους πως θα τους φτιάξει το αγαπημένο τους γλυκό απόψε.


Καθώς ο τελευταίος τριγμός της σειρήνας θα χαθεί στο πρωινό κενό της πόλης, τσιρίζοντας φριχτά, θα θυμηθεί το πρόσωπο αυτού που σημάδευε με μίσος τον πατέρα της. Στο πρόσωπο του θα δει τους "πιο πατριώτες", αυτούς που "σήμερα τα παιδιά τους στολίζουν τη βουλή".


Έπειτα θα μου πει "πήγαινε πάλι για ύπνο, σε πέντε μέρες έρχονται οι άλλοι". Αυτοί που χωρίζουν για 41 χρόνια τον τόπο μας.
Τα βράδια εδώ είναι γλυκά. Το αεράκι δροσίζει τα ιδρωμένα μέτωπα των ερωτευμένων νέων και αναζωπυρώνει του παλιούς εραστές. Οι νέοι και οι παλιοί νέοι επέλεξαν να ξεχάσουν και να προχωρήσουν, να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους και να κάνουν ξανά όνειρα. Αυτούς δεν τους ξυπνάνε οι σειρήνες...


Η Κύπρος, σαν μια παλιά ερωμένη που δώθηκε αλλά δεν αγαπήθηκε, παραμένει σήμερα γυμνή, ανέραστη και ντροπιασμένη μπροστά στον λάκκο με τα θηρία. Το μόνο που την ντύνει είναι η μια πράσινη γραμμή που δεν χωρίζει μόνο έδαφος και λαούς, αλλά και συνειδήσεις, χωρίζει καρδιές και βλέμματα, χωρίζει έρωτες, αρώματα και γεύσεις.


Σαν μια παλιά πληγή, η Κύπρος ανοίγει το καλοκαίρι, μπορείς τον χειμώνα να την ξεχάσεις, να την κρύψεις, να την φυλάξεις, αλλά πάντα θα ανοίγει το καλοκαίρι.


15/7/2015, Τ.Α

 

Υ.Γ. Εδώ τα χελιδόνια φοβούνται την ησυχία, και δεν σωπαίνουν στιγμή. Πετάνε από την Κερύνεια μέχρι την Λάρνακα, και από το Ριζοκάρπασο μέχρι την Πάφο, χτίζουν φωλιές στο σπίτι του Αντρέα και του Άχμεντ, πετάνε ψηλά, θυμίζοντας μας πως τα σύνορα είναι μόνο στις καρδιές των ανθρώπων.