Ένα κάπως αχνό, ξεθωριασμένο τζιν με τρύπες φορούσε. Πάντα απεριποίητος αλλά στην μόδα. Και με προσωπικό στυλ. Οι αφέλειες, σαν καρφιά γέμιζαν το κούτελό του και τραυμάτιζαν τα μάτια του. Σαν ένας σύγχρονος Χριστός, εν έτη 2015. Και βέβαια είχε κι αυτός τον Γολγοθά του. Σχολή, δουλειά, νοίκι, μια άρρωστη μάνα και δύο αδελφές. Δεν ήταν ο τυπικός προστάτης της οικογένειας. Δεν ήταν ο ήρωας της ιστορίας. Πρόσφυγας ήταν, μέσα στην ίδια του την χώρα. Για την μάνα του άχρηστος. Ρεμάλι τον ανέβαζε, τεμπέλη τον κατέβαζε. Ήταν κι αυτός ένας ακόμα αιώνιος έφηβος που ψάχνει να βρει τον δρόμο του. Λίγο ΕΑΑΚ, πολλά στριφτά κι Εξάρχεια. Ήταν όπως όλοι οι άλλοι. Ψηλός και κοντός, χοντρός και λιγνός, ξανθός και καστανός, αριστερός και δεξιός. Μόνο που εκείνος είχε την γραφομηχανή. Την είχε κρυμμένη στο δυαράκι του στου Ζωγράφου. Μια underwood, αντίκα, από εκείνες τις παλιές. Πρέπει να ήταν του πάπου του. Δεν ήξερε. Την είχε βρει στο πατρικό του, στην αποθήκη στο γκαράζ. Δεν τον ένοιαζε.

 

Τα πάντα κατέρρεαν. Τα παλάτια που έχτιζε η φαντασία του, γκρέμιζε χωρίς δεύτερη σκέψη το τίποτα. Αυτό το τίποτα της ζωής του. Τίποτα ενδιαφέρον, τίποτα ξεχωριστό, τίποτα καινούργιο.

 

Άναβαν κι έσβηναν τα τσιγάρα στον ρυθμό που πατιόντουσαν τα πλήκτρα. Μόλις την άγγιζε, πήγαιναν μαζί στην χώρα του ποτέ. Και εκεί οι δυο τους κάναν έρωτα. Οι λέξεις γίνονταν κορμιά κι άπαξ και μπαίνανε στην σωστή θέση, γεννούσαν αγάπη, πόθο κι ηδονή. Κι εκείνος έγραφε... Τα βράδια που πονούσε, τα βράδια που θυμόταν, τα βράδια που βαριόταν και δεν είχε μπάλα στην τηλεόραση. Τα βράδια εκείνα έγραφε για την ζωή του. Για την παρούσα μάνα του, για τον απών πατέρα του, για τα δολοφονημένα από την επίγεια πραγματικότητα όνειρα του. Έρωτες πολλούς δεν είχε γνωρίσει. Κάνα δυο. Τίποτα το σοβαρό. Έγραφε και γι' αυτούς. Έγραφε και για την σχολή, για τα πολιτικά δρώμενα και την επικαιρότητα. Μ' αυτά όμως δίσταζε. Φοβόταν μην αναλωθεί στον μικροκομματισμό της σκατοχώρας του και μην γίνει κομματόσκυλο, μπαχαλάκης της συμφοράς, επαναστάτης χωρίς αιτία. Δεν σκάμπαζε εκείνος από αυτά. Αυτός ήταν 1+1= 2 και το σώμα είναι αδρανές όταν η ταχύτητα ισούται με το 0. Ουδεμία ταχύτητα στην ζωή του. Λίγη επιτάχυνση μόνο, τα βράδια εκείνα της γραφομηχανής. Ώσπου να αδρανοποιηθεί από την αρχή. Η στιγμή αυτή, ήταν για εκείνον οδυνηρή. Τα πάντα κατέρρεαν. Τα παλάτια που έχτιζε η φαντασία του, γκρέμιζε χωρίς δεύτερη σκέψη το τίποτα. Αυτό το τίποτα της ζωής του. Τίποτα ενδιαφέρον, τίποτα ξεχωριστό, τίποτα καινούργιο. Η σελίδα έμεινε κενή. Ο έρωτας έληγε κάπως άδοξα, κάπως μάταια και για τους δύο. Εκείνος ένιωθε σαν εραστής που δεν εκπλήρωσε τον ρόλο του και εκείνη, σαν γυναίκα που δεν έφτασε σε οργασμό. Κάθε φορά που τόλμαγε να ξαναδοκιμάσει, ήταν ένας ακόμα εθελοντικός θάνατος ... μια αυτοκτονία.

 

Ιούλιος μήνας και έξω έκανε δροσούλα. Εκείνος γύρισε σπίτι με πονοκέφαλο. Ζαλισμένος από το πολύ κρασί, δυσκολευόταν να ξεκλειδώσει την πόρτα. Τον είχε φέρει ένας φίλος και στον δρόμο ήπιαν ένα τσιγάρο. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα όταν γύρισε το κλειδί στην πόρτα και μπήκε σπίτι του, σχεδόν μπουσουλώντας. Έκατσε στην κουζίνα και ζέστανε λίγο ρύζι από προχθές. Καθάρισε το μυαλό του. Λεφτά δεν είχε για σουβλάκι. Τέλος του μήνα, ζόρικη φάση. Δεν βασάνιζε πλέον το μυαλό του με το δίλημμα σουβλάκια ή τσιγάρα. Η απάντηση ήταν πάντα η ίδια. Κι ας πέθαινε.

 

Έκατσε στο γραφείο κι ακούμπησε την γραφομηχανή. Σχεδόν την χάιδεψε. Της ψιθύρισε: "Σήμερα δεν θα σε απογοητεύσω". Πήρε ένα κουτί lexotanil και το κατέβασε με την ρακί που' χε στείλει η μάνα του από το χωριό. Μετά από δύο μέρες που τον έψαξε ο κολλητός του ήταν αργά. Τώρα το τίποτά του είχε γίνει κάτι. Τώρα μπορούσε να γεμίσει την σελίδα. Η αυτοκτονία του ήταν θυσία.

 

Στον έρωτα της γραφομηχανής...