Σάββατο πρωί, Gate 12 - Ελευθέριος Βενιζέλος. Μετά από μια ξάγρυπνη νύχτα γεμάτη δουλειά χασμουριέμαι ανελέητα.

 

Στη άκρη της αίθουσας βλέπω μία γυναίκα γύρω στα 45, ντυμένη στα χρώματα του αεροδρομίου, κάθεται δίπλα στο check-in counter και κοιτάζει την οθόνη των πτήσεων κάθε λίγο και λιγάκι. Μοιάζει λες και δεν ανήκει εδώ, κατά περίεργο τρόπο, μοιάζει φοβισμένη.

 

Τρώω ένα σοκολατάκι.

 

Ξαφνικά τη βλέπω να σηκώνεται και, κοιτάζοντας το πάτωμα, περπατάει αργά προς έναν άνδρα που κάθεται κοντά της. Μουρμουρίζει κάτι που δεν καταλαβαίνω, βγάζει από την τσάντα της ένα κομμάτι χαρτί και ενώ είναι έτοιμη να το δώσει στον καθιστό κύριο, εκείνος σηκώνει το χέρι του και κάνοντας την κλασική «όχι όχι» χειρονομία βυθίζεται ξανά στο τηλέφωνό του.

 

- «Γεια σας!» της απαντάω χαμογελώντας. Σηκώνει τα μάτια της από το πάτωμα και με κοιτάζει με ένα μπερδεμένο βλέμμα σα να της μίλησε κάποιος στα κινέζικα.

 

Τρώω ένα ακόμα σοκολατάκι.

 

Η κυρία με τα μπλε κάνει το ίδιο σε όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται στη δυτική πλευρά της αίθουσας. Κάποιοι παίρνουν το χαρτί και κάποιοι όχι. Όμως κανένας δε μιλάει ή χαμογελάει.

 

«Περίεργο...», σκέφτομαι και τρώω άλλο ένα σοκολατάκι.

 

Η κυρία τώρα κινείται προς την δική μου πλευρά. Μιλάει στον άντρα που κάθεται στην πρώτη σειρά των θέσεων, περνάει στη δεύτερη και επιτέλους φτάνει στην κοπέλα που κάθεται δυο-τρεις θέσεις μακριά μου. Νιώθω μια παράξενη επιθυμία να σηκωθώ και να την αγκαλιάσω και για αυτό το λόγο τρώω άλλο ένα σοκολατάκι. Επιτέλους, Θεέ μου, έρχεται προς το μέρος μου!

 

- «Καλημέρα» μου λέει, και με μια ανάσα συνεχίζει "θα είχατε παρακαλώ την καλοσύνη να..."
- «Γεια σας!» της απαντάω χαμογελώντας

 

Σηκώνει τα μάτια της από το πάτωμα και με κοιτάζει με ένα μπερδεμένο βλέμμα σα να της μίλησε κάποιος στα κινέζικα. Χαμογελάει και –λες και έπρεπε να πάρει την ιστορία από την αρχή- ξεκινάει...

 

- «Γεια σας, θα είχατε παρακαλώ την καλοσύνη να συμπληρώσετε αυτή την έρευνα σχετικά με τις υπηρεσίες του αεροδρομίου;»

- «Εννοείται! Πολύ μου αρέσουν οι έρευνες!» λέω και παίρνω το χαρτί από τα χέρια της.

 

Μια πρέζα γέλιου βγαίνει από το στόμα της και αμέσως βάζει τον εαυτό της στη θέση του, επιστρέφει στο σοβαρό της ύφος και κάνει την κίνηση να μου δώσε ενα στυλό.


- «Α, μην ανησυχείτε έχω το δικό μου, δεν θα ήθελα να πάρω το στυλό σας, το χρειάζεστε μου φαίνεται.»
- «Ευχαριστώ» μου λέει χαμογελώντας και ξαφνικά νομίζω ότι δεν είναι το ίδιο φοβισμένο άτομο που είδα να κάθεται στην άκρη της αίθουσας νωρίτερα. Κατά περίεργο τρόπο μάλιστα μου φαίνεται ψηλότερη.

 

Ολοκληρώνω την έρευνα, ζωγραφίζω ένα χαμογελάκι στο κάτω μέρος της φόρμας και τρώω ένα ακόμα σοκολατάκι. (Μη με κατακρίνετε, αυτές οι σοκολάτες ήταν πολύ πολύ μικρές!)