Στις αρχές του Νοέμβρη τα δύο εναπομείναντα μέλη των Pink Floyd κυκλοφόρησαν πιθανά το τελευταίο τους album "The Endless River", το οποίο περιέχει πρωτότυπο υλικό προερχόμενο κυρίως από την εποχή των μέσων της δεκαετίας του '90 όταν και είχαν κυκλοφορήσει το album "Division Bell". Η επιτυχία στις πωλήσεις και το αναπάντεχο ως ένα βαθμό ενδιαφέρον εξηγούνται μερικώς από το "βαρύ" όνομα του group και την αναπόφευκτη νοσταλγία σε ένα κομμάτι του κοινού, η οποία τροφοδοτείται αν μη τι άλλο από τη δομή και το περιεχόμενο του τελευταίου album.

 

Ο μύθος των Floyd χτίστηκε γύρω από μια σειρά συμπαγή concept album που κυκλοφόρησαν την δεκαετία του '70, με κορυφαίο το "Dark Side of the Moon" (Dark Side) το 1973. Κοιτώντας την πορεία τους από μια απόσταση διαπιστώνει κανείς ότι όλη η δισκογραφία τους πριν από αυτή τη κυκλοφορία μοιάζει σαν μια άσκηση, μια προγύμναση για να φτάσουν μέχρι την κορυφή του Dark Side, ενώ όλη η μετέπειτα πορεία μοιάζει στοιχειωμένη από την μεγάλη του επιτυχία (αν και μας προσέφεραν και άλλα σπουδαία album). Η συγκεκριμένη κυκλοφορία πιθανά δεν είναι η πιο δημοφιλής τους στην Ελλάδα. Ο επόμενος δίσκος "Wish you were here" φαίνεται πως συγκίνησε περισσότερο το ελληνικό κοινό καθώς η τότε εγχώρια πραγματικότητα δεν ήταν συγχρονισμένη με τα Ευρωπαικά πράγματα, μουσικά και μη.

 

Σε μια εποχή που η επιτυχία στη δισκογραφία μετριόταν στον αριθμό των εβδομάδων όπου ένα single ή ένα album παρέμενε στις πρώτες θέσεις των charts, η παραμονή του album στην κορυφή των πωλήσεων επί δεκαπενταετία μαρτυρά την πρωτοφανή επιδραστικότητα του, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με album όπως το "Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band" των Beatles. Είναι πιστεύω ασφαλές να ειπωθεί ότι η μεταπολεμική γενιά αποκτά με το Dark Side ένα μουσικό έργο αναφοράς.

 

Δεν υποστηρίζω ότι το concept του Dark Side είναι εστιασμένο και πλήρως ενσυνείδητο, όμως έχουμε να κάνουμε με μια άκρως ενδιαφέρουσα και ιδιότυπη ηθογραφία (με την έννοια της απεικόνισης της ζωής) της εποχής, αποτυπωμένη σε ένα έργο "λαϊκής" μουσικής ευρείας κυκλοφορίας και αποδοχής.

 

Η καθολική αποδοχή του album απορέει από μια σειρά λόγους που έχουν αναλυθεί εκτενώς τα τελευταία σαράντα χρόνια. Για την ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές αιχμής όπου είχαν πλέον ωριμάσει στα studio της χρυσοφόρου βρετανικής μουσικής βιομηχανίας. Η τεχνική αρτιότητα εξυπηρετεί την θεματική ενότητα (concept) και την εφαρμογή νεωτερισμών. Ο στίχος εκτρέπεται από την συνήθη θεματολογία και κυριαρχείται από την διάθεση κοινωνικού σχολίου και οποιαδήποτε μουσική ιδέα δοκιμάζεται φαίνεται να πετυχαίνει ενώ παράλληλα το blues ιδίωμα μεταφέρεται σε πρωτόγνωρα μονοπάτια.

 

Ωστόσο η διαχρονικότητα του album έγκειται και σε μια βαθύτερη αιτία, η οποία μας αποκαλύπτεται κοιτώντας το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο. Είναι η εποχή του τέλους των "ανέμελων" μεταπολεμικών δεκαετιών ("Les Trente Glorieuses" όπως αγαπούν να τις αποκαλούν οι Γάλλοι), της ταχείας οικονομικής ανάκαμψης, το μεταίχμιο όπου η γενικευμένη μεταπολεμική ευφορία η οποία εκφράστηκε ασφαλώς και με τη γέννηση, τα χαρακτηριστικά και τη θεματική της νέας λαϊκής (pop) μουσικής στη Δύση, θα δώσει σιγά σιγά την θέση της στον σκεπτικισμό και την απογοήτευση για τη προδοσία του μεταπολεμικού ονείρου. Έστω και ασυνήδειτα οι Floyd αποτυπώνουν αυτό το αίσθημα στον στίχο (με ολίγη νεανική αφέλεια σε ορισμένα σημεία, αν και έτη φωτός από τους ομότεχνους της εποχής) και στη μουσική με έναν διάχυτο βρετανικό πεσιμισμό.

 

Τα μέλη των Pink Floyd ως γόνοι μεσοαστικών οικογενειών (πράγμα σχετικά ασυνήθιστο για το βρετανικό rock'n'roll όπου κατά βάση ήταν υπόθεση των παιδιών της εργατικής τάξης) φαίνεται πως πρωτόλεια διαισθάνονται την αλλαγή του οικονομικού κλίματος το οποίο φαίνεται να απειλεί τον τρόπο ζωής που είχε κατακτήσει ως τότε η ιδιαίτερα διευρυμένη μεσαία τάξη στην Ευρώπη. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του στασιμοπληθωρισμού σε διεθνές επίπεδο δεν έδειχνε να αποτελεί μια παροδική διακύμανση, όπως κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει στο τέλος της δεκαετίας του 60, αλλά μια οδυνηρή πραγματικότητα που έχει πιο μόνιμα χαρακτηριστικά και βαθιές δομικές αιτίες. Η Βρετανία είναι ο τόπος όπου οι κραδασμοί της πρώτης μεγάλης μεταπολεμικής κρίσης θα γίνουν αρκετά νωρίς αισθητοί, νωρίτερα από την υπόλοιπη Ευρώπη.

 

Δεν υποστηρίζω ότι το concept του Dark Side είναι εστιασμένο και πλήρως ενσυνείδητο, όμως έχουμε να κάνουμε με μια άκρως ενδιαφέρουσα και ιδιότυπη ηθογραφία (με την έννοια της απεικόνισης της ζωής) της εποχής, αποτυπωμένη σε ένα έργο "λαϊκής" μουσικής ευρείας κυκλοφορίας και αποδοχής. Μια σύνδεση της οικονομικής επιβράδυνσης με την νέα καθημερινότητα που αναδύεται, ένα soundtrack της εντεινόμενης αστικοποίησης, της συμπίεσης του ελεύθερου χρόνου, της διεύρυνσης της ανισότητας και γενικά του άγχους της σύγχρονης ζωής, όπως τουλάχιστον τα αντιλαμβάνονται τέσσερα χαρισματικά (και αδρώς αμειβόμενα) παιδιά του rock'n'roll.

 

Ως ένα βαθμό η φρεσκάδα και η επικαιρότητα του Dark Side που επιδεικνύει στην σημερινή ακρόαση σχετίζεται εκούσια με το γεγονός ότι βιώνουμε επαναλαμβανόμενα επεισόδια (κλιμακούμενης έντασης;) της μεταπολεμικής ύφεσης, που γεννούν ανάλογα συναισθήματα απέναντι στη σύγχρονη πραγματικότητα.