Είμαι σε ταξί, στην απρόσωπη πόλη. Έχω μπει μέσα με μια καλημέρα στον οδηγό που μου απάντησε με ένα ξερό γεια. Έχει ήλιο αλλά μόλις έχει αρχίσει να ρίχνει ψιχάλες. Ήλιος και βροχή, παντρεύονται οι χοντροί, μου έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρός και ξεκαρδιζόμουν στα γέλια. Σταματάμε σε φανάρι και βλέπω στο μπροστά αυτοκίνητο ένα ρακένδυτο άντρα με καμπούρα, μαυρισμένο αρχές Μαρτίου, προφανώς και δεν είχε φορέσει μάρτη, να πλησιάζει στο παράθυρο και να λέει κάτι. Επόμενη του στάση το ταξί. Πλησίασε κουτσαίνοντας. Γεια σου Μπάμπη, λέει ο οδηγός, τι κάνεις; Καλά, δόξα τω θεώ, απαντάει ο Μπάμπης. Έχεις ένα τσιγάρο να μου δώσεις; Του δίνει. Φωτιά; Πάρε. Ανάβει πράσινο, κορνάρει κάποιος, ή πλέον νομίζω ότι ακούω κόρνα με το που δω πράσινο και φύγαμε.

Κατάλαβες γιατί είναι ωραίος τύπος ο Μπάμπης; Αν τον λένε Μπάμπη γιατί αυτό το φαντάζομαι. Θα μπορούσαμε όλοι να ήμασταν καλύτερα από ό, τι είμαστε. Ή χειρότερα. Μια απάντηση όμως χωρίς αχαριστία και μιζέρια στην ερώτηση "Τι κανείς;" θα είναι πάντα σωστή.