ΟΙ ΤΑΡΑΤΣΕΣ ΕΙΝΑΙ ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΕΣ γιατί είναι περήφανες για τον εαυτό τους. Δεν ονειρεύονται να γίνουν κάτι άλλο, ας πούμε ουρανοξύστες...

 

Πάντα μου άρεσαν οι ταράτσες. Ανέβαινα πάνω απ' τους ανθρώπους, πάνω από τα σπίτια τους και τους παρατηρούσα. Είναι παράξενο. Δίχως τοίχους, δίχως στέγη ήτανε η κρυψώνα μου. Όταν ήμουν παιδί η επίσκεψη στην ταράτσα ήταν επίσκεψη στον προσωπικό μου ζωολογικό κήπο. Οι ταράτσες που περιτριγύριζαν τη δική μας, ήταν σπίτια ή φυλακές σκύλων... Εγώ τους μιλούσα, τους γάβγιζα και έπαιζα μαζί τους, όπως εκείνη η ιστορία στη γλώσσα του δημοτικού που έλεγε για δυο κορίτσια που στη ''γκρίζα'', αποξενωμένη πόλη έπαιζαν μαζί κρυφτό από διπλανά μπαλκόνια. Αυτή η απόσταση της μιας ταράτσας από την άλλη ήταν σαν τον ανεκπλήρωτο έρωτα, μια ανάσα μακριά και δεν μπορείς να τον αγγίξεις. Απέναντι από τη μια πλευρά ήταν μια μεγάλη ταράτσα μ' έναν μοναχικό μολοσσό λευκό με μαύρες βούλες και γίγαντα που ζούσε παρέα με τ' απορρίμματά του. Από την άλλη σε μια πολύ μικρότερη ταράτσα ζούσαν μια γερασμένη κοκκινότριχη σκύλα κι ένα μικρό θηλυκό χάσκι, η Ήρα που της είχα αδυναμία γιατί ήταν γεμάτη από ζωή και το παρουσιαστικό της με τα καταγάλανα παιχνιδιάρικα μάτια με πήγαινε σε ταξίδια σε τόπους μακρινούς σε περιπέτειες με έλκηθρα στα χιόνια. Λίγο παραδίπλα σε πιο μακρινή απόσταση ήταν ένα άλλο σκυλί καφετί που χοροπηδούσε και γάβγιζε όταν του μιλούσα. Κι ίσως υπήρχαν κι άλλα που αδυνατώ να θυμηθώ. Τώρα σε όλες αυτές τις ταράτσες δεν υπάρχει ψυχή και σπάνια ανεβαίνει κάποιος για μια στιγμή του χρόνου. Πια μου αρέσει γιατί είναι μοναχικά και έρημα και σου επιτρέπει ν' αντικρίζεις τη ζωή πέρα απ' τους ανθρώπινους ρυθμούς. Νομίζω πως οι ταράτσες της μεγαλούπολης είναι τα πιο γοητευτικά σημεία των κτιρίων∙ σαν κατά λάθος αριστουργήματα.