«Ελάτε από το σπίτι. Η γιαγιά πέθανε», ακούστηκε η φωνή του θείου μου από την άλλη άκρη της γραμμής. Λίγο ταραγμένη, περισσότερο συγκινημένη, πιο πολύ συμβιβασμένη. Τι να λέμε τώρα, στα εκατόν τρία πέθανε η γιαγιά. Με γυναίκα να την φροντίζει επί εικοσιτετραώρου βάσεως και τα δυο της παιδιά να την επισκέπτονται δυο φορές τη βδομάδα ο καθένας, βρέξει-χιονίσει. Για τα ψώνια, για να τσεκάρουν τη γυναίκα και για να βλέπουν τη μάνα τους.

 

Βασιλικά γεράματα, ζόρικα νιάτα είχε η γιαγιά. Δυο χρόνια έκανε με τον παππού μου πριν κηρυχθεί ο πόλεμος. Της γύρισε με ένα πόδι και κάτι δάχτυλα λειψός από τα κρυοπαγήματα. Τουλάχιστον έδωσε το κράτος ένα περίπτερο στον παππού (ένα περίπτερο για ένα πόδι- σπουδαία συμφωνία!), είχε και μια γερή προίκα η γιαγιά από χωράφια και τα μεγάλωσαν τα παιδιά τους. Η μάνα μου δασκάλα (κλασικά εικονογραφημένα) και ο θείος που δεν στρωνόταν να διαβάσει, μετανάστης στην Αυστραλία. Αν η επιτυχία στη ζωή μετριέται με το χρήμα, καλύτερα τα κατάφερε ο θείος, πάντως. Στα γεράματα πήραν κι ένα δυαράκι στην Αθήνα για να ξεχειμωνιάζουν.

 

Μόλις φτάσαμε στο σπίτι της γιαγιάς, την είδαμε κάτω από τα σκεπάσματα με το στόμα ορθάνοιχτο. Τα μάτια είχαν προλάβει και της τα είχαν κλείσει. Είχε αρχίσει και να παγώνει. Ήρθαν οι νεκροθάφτες, την βάλανε σε ένα σεντόνι και την κατέβασαν με το ασανσέρ σαν ένα σακί με πατάτες. Ο ένας την είχε πάρει και αγκαλιά στο ασανσέρ μην του πέσει, κωμικοτραγικά πράγματα. Μου κακοφάνηκε. Κουβάλα εσύ πεθαμένο να δεις πόσο εύκολο είναι, θα μου πείτε. Άλλωστε κι οι ζωντανοί πρέπει να ζήσουν, έτσι δεν είναι; Κοντοχωριανός μας το κοράκι, τέσσερα στόματα είχε κι αυτός να θρέψει.

 

Πού και πού την επισκεπτόμασταν κι εμείς. Τα τελευταία χρόνια η άνοια είχε προχωρήσει.

- Ποιος είσαι εσύ φούλι μου;

- Ο Γιώργος της Βάσως γιαγιά!

- Α, να τον χαρώ!


Μετά από πέντε λεπτά:

- Ποιος είσαι εσύ φούλι μου;

 

Ας λένε ότι θέλουν, οι γέροι ξέρουν ποιος τους αγαπά. Κι ας τα 'χουν χάσει.

 

Πήγαμε τη γιαγιά στο χωριό και την θάψαμε δίπλα στον παππού. Φάγαμε το πατροπαράδοτο μοσχαράκι με γιουβέτσι στον φούρνο, κάναμε τρισάγιο στα μνήματα των πεθαμένων, φιληθήκαμε με τους ζωντανούς και πίσω για Αθήνα. Δώσαμε και ένα μηνιάτικο δώρο στη γυναίκα και της είπαμε να μείνει στο σπίτι όσο θέλει μέχρι να βρει άλλη δουλειά. Έτσι είναι ο θάνατος, σε κάνει ευσυγκίνητο. Τόσο σκατό είχε φάει κι εκείνη εδώ που τα λέμε.

 

Για μέρες, η εικόνα της γιαγιάς με το ορθάνοιχτο στόμα μου τριβέλιζε το μυαλό. Ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος να έρχεται κατάματα με τον θάνατο, φαίνεται. Μετά, σιγά σιγά, ευτυχώς, ξεθώριασε. Μου έμειναν τα καλοκαίρια στο χωριό. Να με ανεβάζουν πάνω στη γαϊδούρα, να παίζω χαρτιά με τον παππού (και να με αφήνει να κερδίζω), να μαθαίνω σκοποβολή με το δίκανο του θείου Γιώργου και να τρώω τηγανιτές πατάτες με αβγό και φέτα για βραδινό.

 

Οι παππούδες είναι οι μόνοι άνθρωποι στον κόσμο που τους χρωστάς πολλά κι όμως νομίζουν ότι σου χρωστάνε. Ήμουν το πιο χαρούμενο παιδί του κόσμου. Όπως κι εσείς άλλωστε.