Βγήκε στο μπαλκόνι και βλέποντας κάτω τον κόσμο όλον σκεφτόταν και σιγοτραγουδούσε: «Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά. Σ' αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τους χάρισες ποτές». Και ποιος δεν έχει σιγοτραγουδήσει την Αθανασία του Νίκου Γκάτσου σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι;


Σ' αυτό το μικρό μπαλκονάκι, με θέα την Αθήνα, που κοιτάζει τον Υμηττό, με τη χαμηλωμένη τέντα και τα πολλά φυτά. Ένας μικρός παράδεισος με όλα τα καλά! Έχει τη ροδιά, τη βερικοκιά, το νυχτολούλουδο, τη λεμονιά, τη μανταρινιά, τα γεράνια, τη γαρυφαλλιά, την τριανταφυλλιά, τη μουσμουλιά, την μαργαρίτα, το αναρριχώμενο κεράκι με τα λευκά και ροζ σαρκώδη άνθη του που έχουν ένα μάλλον «βαρύ» και γλυκό, μεθυστικό άρωμα τις καλοκαιρινές νύχτες. Την πασιφλόρα ή ρολογιά, που αναρριχάται έξυπνα στις δυο πλαϊνές σεφλέρες, τον Αθάνατο με την επιστημονική ονομασία Αγαύη η αμερικανική, που έχει θεριέψει, το Τσίκας ή το φυτό των δεινοσαύρων. Αυτόν τον Αθάνατο στη Μεσσαρά, στην Κρήτη, απ'όπου και η καταγωγή της, το ονόμαζαν σαλισάμπρι (από το τουρκικό σαρί- σαπίρ που σημαίνει αλόη) για την ομοιότητα των φύλλων του αθάνατου και της αλόης. Στον αυτοσχέδιο αυτόν κήπο της στο μπαλκόνι υπήρχαν επίσης κάμποσες αλόες και κακτάκια, τα αρωματικά φυτά, η ρίγανη, το θυμάρι, ο δυόσμος, ο βασιλικός, η μαντζουράνα, το φασκόμηλο κι η λεβάντα. Και τι δεν είχε το μπαλκονάκι της!


Την αρμονική συνύπαρξη όλων των φυτών ενορχηστρώνει ο Λουίτζι. Ένα γαλάζιο παπαγαλάκι μπάτζι, που δεν μιλά αλλά με το τιτίβισμά του ή μάλλον με τις μικρές κραυγούλες του δημιουργεί μια άλλη, εξωτική ατμόσφαιρα σε αυτή την όαση πρασίνου στο κέντρο της πόλης, ενώ παράλληλα συνομιλεί με πεταλούδες, ή με τα άλλα πουλάκια, σπουργίτια ή περιστέρια, που έρχονται και τσιμπολογούν κάτι σε αυτή την βεραντούλα.


Έβαζε ένα μικρό τραπέζι με δύο καρέκλες παλαιού τύπου, σπαστές, για εύκολη μετακίνηση. Πόσο τον ευχαριστιόταν τον πρωινό καφέ στο μπαλκονάκι της! Πόσο απολάμβανε το ποτό της τα καλοκαιρινά βράδια, καθώς μεθούσε από το άρωμα του κεριού και του νυχτολούλουδου, καθώς και του βασιλικού και του γαρύφαλλου. Πόσες σκέψεις έκανε σε αυτό το μπαλκόνι και πόσο αυτό λειτουργούσε καταλυτικά για να αντιληφθεί την μικρότητα των ανθρώπων, την ζηλοφθονία τους, τις μικρές, ποταπές σκέψεις τους. Είχε μοιραστεί όμορφες στιγμές με φίλους στο μπαλκονάκι, ακόμα και τέσσερα άτομα είχαν καθίσει μια φορά για ουζάκι και μεζέ.

 

Πόσες σκέψεις έκανε σε αυτό το μπαλκόνι και πόσο αυτό λειτουργούσε καταλυτικά για να αντιληφθεί την μικρότητα των ανθρώπων, την ζηλοφθονία τους, τις μικρές, ποταπές σκέψεις τους. Είχε μοιραστεί όμορφες στιγμές με φίλους στο μπαλκονάκι, ακόμα και τέσσερα άτομα είχαν καθίσει μια φορά για ουζάκι και μεζέ.

 

Ήταν το μπαλκόνι του καλοκαιριού, ή των ηλιόλουστων εκείνων πρωινών του χειμώνα, όταν ξύπναγε με τον αγαπημένο της και έβγαιναν στο μπαλκόνι για καφέ από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας που οδηγούσε ακριβώς μπροστά στο τραπεζάκι με τις δυο καρέκλες, που τους περίμεναν μέχρι να ετοιμαστεί ο καφές και το πρωινό. Μετά από εκεί βλέποντας την Αθήνα έκαναν σχέδια για ταξίδια και για τη ζωή τους γενικά και μοιράζονταν τα όνειρά τους τις ανησυχίες τους.


Τα πρόσωπα εναλλάσσονταν, όμως το μπαλκονάκι παρέμενε εκεί, φροντισμένο και φιλόξενο. Μια γωνιά που σε συνδέει με τη φύση, με την αρχική ουσία εμπνέοντας συναισθήματα απέραντης ευγνωμοσύνης και ευθύνης. Ένας βατήρας για μια «βουτιά» στον καταπράσινο κήπο της πολυκατοικίας, ή σε εκείνον της όμορης δημοτικής βιβλιοθήκης. Μια κατάδυση στα βιβλία της και σε εκείνο τον μαγικό κόσμο που μοσχοβολά χαρτί και συσσωρευμένη γνώση. Ή πάλι ένας διάδρομος απογείωσης για ταξίδια μέσα στα σύννεφα και στα σχήματά τους, τις διαδρομές τους, ή τις ονειροπολήσεις που εύκολα μπορούν να προκαλέσουν.


Έτσι η Αμαλία δεν παρέλειπε να φροντίζει το μπαλκονάκι της, και όταν ήθελε να καταλάβει τους ανθρώπους τους οδηγούσε σε αυτόν τον παράδεισο. Έτσι κάποιος αδιάφορος δεν έδινε πολλή σημασία, ήθελε μόνο να πίνει καφέ με τα φιλαράκια του, ο εγωιστής ήθελε συνέχεια να μιλά για το πόσο προσέχουν το δικό του μπαλκόνι στη γειτονιά του και το καμαρώνουν, ο ζηλόφθων εντυπωσιαζόταν από τα φυτά , αλλά αμέσως έβρισκε να πει ότι το μπαλκόνι είναι στενό και καθόλου βολικό έτσι που είναι γεμάτο φυτά. Είναι ακριβώς όπως εκείνος που πίνει ένα μισογεμισμένο ποτήρι νερό και το βλέπει μισοάδειο.

 

Το μπαλκόνι για την Αμαλία πέραν του ότι ήταν μια πηγή ενέργειας, μια πηγή τροφοδοσίας για την μαγειρική της και τα αφεψήματά της, ήταν ακόμα περισσότερο ένα σκοπευτήριο, ένας χώρος παρατήρησης και επισκόπησης, ένα θεωρείο, ή ένα φυλάκιο φρούρησης. Έβλεπε τον δρόμο πίσω από την πολυκατοικία με τον κήπο της που συνόρευε με αυτόν της βιβλιοθήκης. Όλα αυτά τα μέρη αποκτούσαν ζωή σε διάφορες στιγμές μες την ημέρα. Παλιά που δούλευε δεν είχε πολύ χρόνο να αφιερώνει στις παρατηρήσεις της, τώρα όμως με τη σύνταξη πιο εύκολα και πιο πολλές ώρες ήταν στο σπίτι όποτε και όταν εκείνη το ήθελε.

 

Δεν ήταν κουτσομπόλα, αντιθέτως απεχθανόταν όλους όσοι ήταν εκεί καθηλωμένοι σε μπαλκόνια και σε θυροτηλεοράσεις για να δουν ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει, ποιος συναντιέται με ποιον και κάθε πότε. Πάντα αναρωτιόταν πώς μπορούν κάποιοι να μην έχουν ζωή και να βλέπουν ληστρικά τη ζωή των άλλων. Πώς γίνεται να αδειάσει η ζωή κάποιου και εκείνος να την αναζητά σε γελοία διαβάσματα βίπερ και περιοδικά εύπεπτης ύλης, σε χαμηλής ποιότητας σειρές στην τηλεόραση ; Θα υπάρχει σκοπιμότητα σίγουρα. Ένα σχέδιο για την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής του σύγχρονου ανθρώπου για να κερδοσκοπούν οι δημιουργοί αυτών των τηλεοπτικών ρύπων που πάντα έχουν μεγάλη ακροαματικότητα.


Κάποτε η γειτόνισσα έβλεπε την Αμαλία στο μπαλκόνι, μετά το χωρισμό της, που ήταν και διαχειρίστρια, με κανένα νέο σύντροφο και δεν έχανε την ευκαιρία να την δυσφημεί λέγοντας: «Τώρα αυτή ασχολείται με γκόμενους. Πού να ασχοληθεί με την πολυκατοικία!» Σκηνές απείρου κάλους να ξεκατινιάζονται από τα μπαλκόνια. Την παραφύλαγε η Αμαλία γιατί η γριά αυτή, γιατί γριά ήταν, και λέω ήταν γιατί δεν ζει πλέον, κάθε πρωί καθάριζε τα μπαλκόνια χειμώνα καλοκαίρι.

 

«Ακούστε κυρία μου που δεν σας ξέρω καλά καλά. Να προσέχετε πώς μιλάτε για εμένα! Δεν σας επιτρέπω να λέτε ότι είμαι ανεπαρκής διαχειρίστρια από τη στιγμή που δεν έχετε κάποιο παράπονο. Ζητήστε ό, τι θέλετε να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε! Δεν μπορείτε να ασχολείστε με την ιδιωτική ζωή των άλλων!» Η άλλη ανταπαντούσε: «Τι λες κούκλα μου; Εγώ που λέω τα καλύτερα για εσένα;» «Πού με ξέρετε για να λέτε τα καλύτερα ή τα χειρότερα; Ν' ασχολείστε με τις δικές σας δουλειές!» Τις άκουγα και σκεφτόμουν πόσο η παλιά γειτονιά, όπως την περιγράφει ο Καμπανέλλης ή ο Κεχαΐδης, δεν έχει αλλάξει πολύ. Απλά μπήκαν όλα τα πρόσωπα σε ορόφους και η συναναστροφή, λόγω του τρόπου ζωής, δεν είναι πια τόσο άμεση.

 

Μια άλλη φορά κάποια άλλη γειτόνισσα τα είχε με τη σύζυγο κάποιου ένοικου που ήταν αλβανή. Έβγαινε λοιπόν στον κήπο που έπαιζαν τα παιδιά και έλεγε στο γιο της «Ανέβα πάνω Δημοσθένη, δεν έχεις καμιά δουλειά να παίζεις με αλβανάκια!» Μου ερχόταν να την τσουρομαδίσω. Όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι για εμένα διαταραγμένοι και δεν βγάζεις άκρη. Σκεφτόμουν μόνο τα παιδάκια της αλβανής, που άκουσαν κάποιον να μιλά έτσι γι΄αυτά. Οι πρωινές ώρες δεν ήταν πολύ ευχάριστες λοιπόν για το μπαλκονάκι γιατί έτσι όπως μονίμως ήθελα να εμπλέκομαι μάλλον πέρναγα δύσκολα.

 

Νομίζω ότι και η Αμαλία πιεζόταν γιατί με το που έβλεπε στο δρόμο πίσω κάποιο ζώο να υποφέρει ή άκουγε κραυγές, αμέσως ανήσυχη κατέβαινε να βοηθήσει. Ξέρω ότι απολάμβανε τα πρωινά τον ακορντεονίστα που έπαιζε κυρίως γαλλικά τραγούδια και πέρναγε από το δρομάκι εκείνο. Το μπαλκόνι της ήταν μακριά από το δρόμο και δεν μπορούσε να του πετάξει νόμισμα. Τον άκουγε και τον έβλεπε όταν περνούσε, όμως δεν είχε πρόσβαση στο δρόμο, μόνο οπτική επαφή.

 

Της άρεσε να τον ακούει γιατί την ταξίδευε φαντασιακά στους δρόμους του Παρισιού, θυμίζοντάς της και τα γαλλικά που έκανε στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Φιλοθέης μια εποχή και τόσο αγαπούσε, αλλά και στα εφηβικά χρόνια με τους πρώτους έρωτες. Στον έρωτα που ποτέ δεν ήρθε για να μείνει στη ζωή της, με μια γλυκιά νοσταλγία, που μούδιαζε το κορμί της και φώτιζε τα μάτια της. Καθόταν στην κουπαστή του μπαλκονιού και τον έβλεπε μέχρι που χανόταν από το οπτικό της πεδίο, αλλά συνέχιζε να τον ακούει και να σιγοτραγουδά.


La vie en rose, «όταν με αγκαλιάζει, μου μιλά σιγά και εγώ βλέπω τη ζωή ρόδινη, μου λέει λόγια αγάπης, λόγια καθημερινά και αυτό μου λέει κάτι, αυτός είναι για μένα και εγώ για εκείνον, μου το είπε, μου το ορκίστηκε», ή το άλλο Sous le ciel de Paris, κάτω από τον ουρανό του Παρισιού ή το αγαπημένο της του Σαρλ Αζναβούρ, La Bohème, «La bohème, la bohème, ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή»
«Ça voulait dire οn est heureux, αυτό θα πει ότι είμαστε ευτυχισμένοι

La bohème, la bohème, ανέμελη ζωή, ανέμελη ζωή
Nous ne mangions qu'un jour sur deux, τρώγαμε μια στις δυο μέρες».

 

Μια μέρα έτρεξε και τον βρήκε κάτω στο δρόμο κάνοντας τον γύρο του τετραγώνου. Δεν ήταν και δύσκολο να τον βρει, ακολούθησε τον ήχο του ακορντεόν. Τότε τον ευχαρίστησε για όλες τις φορές που πέρασε και τη συγκίνησε με τη μουσική του και του έδωσε ένα γενναίο πουρμπουάρ. Εκείνος την ευχαρίστησε και της αφιέρωσε το γνωστό ρώσικο τραγούδι Kalinka. Οι στίχοι μιλούν για ένα δέντρο, την καλίνα (υποκορ. καλίνκα, αυτό που στα ελληνικά αποδίδεται λιγότερο χαριτωμένα ως «βιβούρνον το χιονανθές») και εξυμνείται ουσιαστικά η ανθισμένη, πανέμορφη φύση, η ομορφιά του. Η χαρά του ποιητή, βέβαια, στο τέλος συνδέεται με το κλασικό και ζωτικό ερωτικό κάλεσμα σε μια όμορφη κοπέλα.

«Καλίνκα, καλίνκα, καλίνκα μου εσύ,
έι, βατόμουρο του κήπου, κοπέλα χρυσή.
Άι, ψυχούλα μου, βατομουρούλα μου,
έλα, αγάπησέ με, έλα πια,
άι, λιούλι - λιούλι, άι, λιούλι - λιούλι,
έλα, αγάπησέ με, έλα πια.
Καλίνκα, καλίνκα, καλίνκα μου εσύ,
έι, βατόμουρο του κήπου, κοπέλα χρυσή».

 

Έτσι αποχαιρετίστηκαν μέσα σε ένα κλίμα χαράς και διευρυμένης ευτυχίας.


Το μπαλκονάκι φιλοξενούσε και τη μοναξιά της, τις βαθιές της σκέψεις, την απόγνωσή της, τους φόβους της. Πόσες φορές δεν σκέφτηκε κοιτώντας από τον έκτο όροφο τον κήπο να δώσει ένα τέλος στη ζωή της. Έβλεπε το πεύκο από πάνω και ήθελε να γίνει ένα με εκείνο. Να πέσει πάνω του και να μείνει εκεί το αίμα της, να ενωθεί με τους χυμούς του. Μετά αναλογιζόταν όλα όσα έχει αναλάβει και έκανε πίσω. Κατηγορούσε τον εαυτό της για δειλία και ίσως να ήταν αλήθεια. Εγώ πάντως μπορώ να πω ότι όλες τις φορές που χρειάστηκε να σηκώσει το ανάστημά της , το έκανε με αξιοπρέπεια και θάρρος. Όταν χώριζε εκείνη, τρομερά ανήσυχη σε βαθιά περισυλλογή, έλιωνε τις σόλες της περιδιαβαίνοντας κατά μήκος του μπαλκονιού, άθελά της άκουσε την κραυγή απελπισίας της γειτόνισσας φίλης , που μετά από λίγο χώρισε.

 

« Με προσβάλλεις! Η συμπεριφορά σου με προσβάλλει και δε θα το ανεχτώ και αυτό!» και ξέσπασε σε κλάματα. Πόσο συγκλίνουν οι ιστορίες των ανθρώπων! Το μπαλκονάκι την έκανε εκείνη τη στιγμή να πάρει θάρρος και λειτούργησε σαν σημάδι, προμήνυμα ότι θα χωρίσει και εκείνη . Χώρισαν και οι δυο. Αυτό το άνοιγμα στον κόσμο, αυτή η μικρή αλέα που οδηγούσε στο άπειρο την έκανε να εντάσσεται σε κάποιο σύνολο καθώς μοιραζόταν παρόμοια αδιέξοδα και την οδηγούσε σε ίδιες αντιδράσεις. Σαν άνοιγμα, την ενέτασσε ομαλά σε ένα σύνολο που είχε ακριβώς την ανάγκη της, όπως ο άστεγος που κοιμόταν όλο το πρωί στο παγκάκι του κήπου της δημοτικής βιβλιοθήκης και το βράδυ λίγο πριν κλείσουν τον έδιωχναν. Συχνά του πήγαινε κανένα κολατσιό, αν δεν είχε εκείνη φαγητό, του αγόραζε κάτι από τον φούρνο μαζί με καφέ ή του έδινε κανένα φρούτο και γιαούρτι. Το βράδυ όμως, ειδικά τις καλοκαιρινές νύχτες, νεαροί σαν καλικάντζαροι, πήδαγανε μέσα στο κήπο της Βιβλιοθήκης μαζί με κιθάρες και μπουζούκια, με φαγητά και ποτά και ανά δυο μέρες είχαμε πάρτι στη γειτονιά. Τραγούδαγαν τόσο όμορφα και ξεσηκωτικά!

 

Η νεανική τους θέρμη τους παράσερνε σε ξέφρενο γλέντι με αποτέλεσμα αρκετοί ενήλικες, να διαμαρτυρηθούν ότι δεν μπορούν να κοιμηθούν και καλούσαν την αστυνομία να τους διώξει από τον κήπο. Της άρεσε πολύ να τους βλέπει έτσι παρεΐστικα να τραγουδούν και σκεφτόταν τα εφηβικά και φοιτητικά της χρόνια που όλο και κάποιος έφερνε μια κιθάρα ή ένα ακορντεόν και όλοι μαζί τραγουδούσαν. Τι χρόνια! Τι ωραία χρόνια ! Ανεμελιά και μουσική με άποψη και όραμα για μια νέα ζωή. Τι όμορφα που ήταν; Μπορεί τα παιδιά αυτά να μην άλλαξαν τον κόσμο όμως περάσανε παρόμοια με τα σημερινά χρόνια της κρίσης, και κάθονταν και αυτά στα παγκάκια με μια μπύρα μιλώντας ή τραγουδώντας βρίσκοντας τρόπο να διασκεδάσουν όπως και να έχουν οι συνθήκες τριγύρω. Πώς να σταματήσει η διάθεση του ανθρώπου για παρέα, για επικοινωνία, για ξεφάντωμα, ειδικά όταν οι συνθήκες είναι αντίξοες; Τότε έχει κανείς ανάγκη τη συσπείρωση, να γείρει στον ώμο του άλλου και να τραγουδήσει , να δημιουργήσει μια δυνατές φιλίες και να ζήσει έντονες εμπειρίες.

 

Τα ωραιότερα τραγούδια, τα ωραιότερα ποιήματα και έργα λογοτεχνίας, ζωγραφικής, μουσικής δημιουργήθηκαν σε εποχή κρίσης,, στα δύσκολα χρόνια. Έτσι απολαμβάναμε με την Αμαλία, όταν ακούγαμε τα παιδιά να βρίσκονται στον κήπο και να τραγουδούν τον πόνο, την πίκρα, τον έρωτα, την απογοήτευση του. Βέβαια στον κήπο αυτό υπήρχαν και οι κακές στιγμές, όταν άνθρωποι με αρνητική αύρα εισέρχονταν και έκαναν διάφορες ύποπτες δραστηριότητες. Τότε η Αμαλία κρυβόταν πίσω από την κουρτίνα και με φόβο έριχνε κλεφτές ματιές στον κήπο. Καθόντουσαν, κάπνιζαν, αφήνοντας περίεργες, αγριευτικές κραυγές και βρισιές σφαγιάζοντας τον αέρα και τις καταπληκτικές βραδιές στο μπαλκονάκι. Αν τύχαινε και ήταν έξω στο μπαλκόνι έσβηνε τα φώτα και προσπαθούσε να μην κάνει αισθητή την παρουσία της τραβώντας την προσοχή των περίεργων αυτών τύπων. Φοβόταν, αυτό ήταν. Ένιωθε τη βία να κυοφορείται σε έναν χώρο εντελώς παράταιρο για τέτοιες ενέργειες και συμπεριφορές.

 

Η Βιβλιοθήκη, χώρος σκέψης και προσωπικής αναζήτησης, να καταλαμβάνεται από παρακμιακούς, που μόνο να εμποδίσουν την ελευθερία και την σκέψη μπορούν. Το μόνο που κάνουν είναι να διαπληκτίζονται και να παίζουν ξύλο μεταξύ τους, είτε στ' αλήθεια είτε παίζοντας. Η Αμαλία είχε εφιάλτες και δεν τολμούσε να κάνει και τίποτα. Μόνο σκεφτόταν ότι είναι μάρτυρας μιας καρκινογένεσης. Δε θα μπορούσε να γίνει κατάσκοπος, αυτό θα της ρήμαζε τη ζωή. Προτιμά να βλέπει το μπαλκονάκι της σαν ένα χώρο ασφαλή, χώρο νοσταλγίας, τρυφερών στιγμών, μεθυστικών αρωμάτων και όχι ένα παράθυρο με θέα μια δυστοπική πραγματικότητα, που θα την προέτρεπε αναμφίβολα να πάρει θέση και να μετατρέψει οπωσδήποτε τη ζωή της σε έναν αγώνα που δεν συνάδει πια με την ηλικία της. Ένιωθε να μεγαλώνει μέσα σε μια γλυκιά μοναξιά, ειδικά μετά την σύνταξη.

 

Δε μπορούσε ωστόσο να φανταστεί τον εαυτό της να μην ξαναβγαίνει στο μπαλκονάκι της, να μην ξαναβλέπει τα λουλουδάκια της, την συννεφιασμένη Αθήνα, τον έναστρο ουρανό και τις παρεούλες με τα τραγουδάκια. Ή τη Μαρία, που το βράδυ συναντιέται κρυφά με τον αγαπητικό της, τον Πέτρο, όταν περνά από κάτω σφυρίζοντας ή τραγουδώντας και εκείνη βγαίνει ακούγοντάς τους να μιλούν σιγά λέγοντας πόσο αγαπάει ο ένας τον άλλον και πόσο λείπει ο ένας στον άλλο. Η Μαρία μαθήτρια του λυκείου και εκείνος λίγο μεγαλύτερος της, μπογιατζής. Συναντήθηκαν σε ένα χορό του λυκείου σε κάποιο κλαμπ και αγαπήθηκαν. Αυτός μεροκαματιάρης ξεμπέρδευε αργά το απόγευμα από τη δουλειά και εκείνη απελευθερωνόταν από το φροντιστήριο, μετά τις δέκα, έβγαινε δε στο μπαλκόνι, αφού είχαν ξαπλώσει οι γονείς της και κάπως βλεπόντουσαν από μακριά, απολαμβάνοντας τον έρωτά τους.

 

Οι γονείς της πολύ αυστηροί, ούτε διανοούνταν ότι η κόρη τους γυρνά με κάποιον που είναι κιόλας μπογιατζής. Μπορεί η Μαρία να μην είναι και τόσο καλή μαθήτρια, είναι όμως όμορφη και έχει προίκα, οπότε την είχαν για μεγαλεία, προορίζοντάς τη για κάποιον γιατρό, δικηγόρο, έναν επιστήμονα οπωσδήποτε, όχι μπογιατζή. Έτσι το δικό της μπαλκόνι γινόταν αυτό του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, ήταν το μπαλκόνι της Ραπουνζέλ, αλλά όσο και να πέταγε κάτω τα μαλλιά της η Μαρία δεν έφταναν μέχρι τον κήπο για να ανέβει ο Πέτρος. Τους καμάρωνε η Αμαλία και σκεφτόταν τους παλιούς εκείνους τους καιρούς και τους πρώτους της έρωτες. Όσο περνούσαν τα χρόνια όλο και λιγότεροι ερχόταν στο μπαλκονάκι της.

 

Ο κόσμος σαν να μαζεύτηκε, η κίνηση περιορίστηκε και στον κήπο της βιβλιοθήκης, μόνο τα καλοκαίρια κάποιοι σύλλογοι εξακολουθούσαν να δίνουν συναυλίες και κάποια συγκροτήματα ή χορωδίες έκαναν ένα πρόγραμμα για ευάριθμο κοινό πάντα. Τα καλοκαίρια η Αμαλία έπινε πάντα το κρασάκι της στον ιδιαίτερο αυτόν κήπο και όταν μπορούσα την συντρόφευα κι εγώ. Κάποτε σταμάτησε να με καλεί και ανησύχησα. Μου έλεγε ότι δεν ήταν πολύ καλά τελευταία και ότι θα έκανε εξετάσεις. Δε θέλω να μπω σε λεπτομέρειες κοινωνικής φύσεως πώς και τι έπαθε, πάντως εγώ μάζευα για καιρό από τα σκουπίδια τα φυτά του μπαλκονιού της, αυτά που μας συντρόφευαν στις οινοποσίες μας και είμαι σίγουρη ότι θυμούνται τις συζητήσεις μας, είμαι σίγουρη ότι η Αμαλία είναι ζωντανή μέσα στους χυμούς αυτών των φυτών. Έτσι μάζεψα τη ροδιά, τη λεμονιά, τη μανταρινιά και τη μια σεφλέρα. Όλα τα είχαν αφήσει να ξεραθούν και έσωσα όσα μπόρεσα. Στο δικό μου μπαλκόνι έκανα το παράρτημα της Αμαλίας και συνεχίζω τη δική της παράδοση, αυτό που εκείνη είχε τόσο επιτυχημένα ξεκινήσει και στο οποίο μας είχε μυήσει. Τοποθέτησα όλα τα φυτά που προσπάθησα να διασώσω, μια ζωή πεταμένη στα σκουπίδια και ήμουν πλέον ευχαριστημένη έτσι που την ανέστηνα καθώς νόμιζα.

 

Ήταν μια μεγάλη βοήθεια τα φυτά, αλλά πάντα κάτι έλειπε, πάντα κάτι θα λείπει και θα είναι η φυσική παρουσία, το γέλιο, ο φόβος, ο θυμός, το κλάμα. Αν και τα φυτά φέρνουν όλα αυτά μαζί τους στη δική τους μνήμη, ο καταλύτης για να ενεργοποιηθούν όλα θα ήταν μόνο η παρουσία της ίδιας της Αμαλίας. Η αθανασία, είναι ένα φυτό που δεν έχει χαρίσει ούτε ένα μαραμένο λουλούδι, ούτε ένα κλωναράκι βασιλικού, απλά δεν χαρίζεται και ακόμα και αν προσπάθησα να την διεκδικήσω μου γύρισε την πλάτη άκαρδα. Ο κήπος της Αμαλίας θα είναι ωστόσο πάντα κοντά μου με μια διάχυτη νοσταλγία και ένα γλυκό χαμόγελο.