Λόγια. Λόγια. Λόγια. Πολλά από δαύτα και χωρίς πραγματική ουσία. Μόνο περιτύλιγμα και φιοριτούρες. Το έχεις νιώσει, έτσι δεν είναι; Σου τα έχουν πει και έχεις πέσει στην παγίδα οικειοθελώς, αν και ξέρεις κατά βάθος περί τίνος πρόκειται.

 

Σου αρέσουν όμως, διάολε. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, όλα από το ρημάδι το μυαλό ξεκινάνε. Και μεταξύ μας, έτσι πρέπει. Τι να σε κάνω αν δεν με ιντριγκάρεις; Αν δεν με κάνεις να σκέφτομαι, αν δεν μου γεννάς απορίες που δεν μπορώ να λύσω; Τι θα ήταν αυτό το κάτι μεταξύ μας αν δεν είχαμε τα άυπνα, γεμάτα κουβέντες βράδια, αυτά τα οποία δεν χορταίναμε να μαθαίνουμε ο ένας για τον άλλο; Ξέρεις και εσύ πολύ καλά πως θα ήταν αδιάφορα, άνοστα, σαν ένα πιάτο με φαγητό ανάλατο.

 

Το πρόβλημα όμως με τα λόγια είναι και αυτό που τα κάνει τόσο ελκυστικά. Δεν έχουν υπόσταση πραγματική. Ξεστομίζονται και μένουν εκεί στον αιθέρα, μέσα στο φαντασιακό σου και εκεί παίρνουν ό,τι μορφή θέλουν, σωστή και μη, παρασύροντάς σε σε κόσμους ως επί το πλείστον ανύπαρκτους, κόσμους που έχεις πλάσει εσύ με το μυαλό σου επειδή έτσι το ήθελες.

 

Πανάθεμά τα αυτά τα λόγια σου τα όμορφα. Και δεν λέω, ξέρεις να παίζεις καλά το παιχνίδι και εμένα μου αρέσει να σιγοντάρω, μιας και εγώ είμαι καλή. Μα δεν αντέχω πια μωρό μου. Με κούρασαν τα λόγια και τα παιχνίδια στρατηγικής που τα συνοδεύουν. Ποιος θα κολλήσει πρώτος, ποιος θα κάνει ένα βήμα μπροστά. Μήλα, ψείρες και κρυφτό. Θυμάσαι, όλα αυτά που παίζαμε στο δημοτικό.

 

Μα δεν είμαι πια στο δημοτικό. Δεν είμαι παιδί. Και ειδικά το κρυφτό... Αχ, το κρυφτό. Όσο μεγαλώνω το σιχαίνομαι. Γιατί βλέπεις, μεγαλώνοντας, έμαθα πως ούτε ο δικός μου ούτε ο χρόνος ο δικός σου είναι για χάσιμο. Σέβομαι πολύ το εαυτό μου πλέον για να παίζω, και με εμένα και με εσένα.

 

Τα μεγάλα λόγια τα λένε συνήθως οι «μικροί» άνθρωποι. Και εγώ με τέτοιους πια επέλεξα να μην συγχρωτίζομαι. Δεν θέλω άλλα λόγια, μόνο πράξεις. Γιατί ρε μωρό μου, η ουσία είναι εκεί. Αν δεν το χεις, άσε με να φύγω, να πας και εσύ στην ευχή του Θεού, ή σε όποιον τελοσπάντων πιστεύεις.

 

Κουράστηκα με τα μπρος πίσω, τα θέλω και δεν θέλω. Την αλήθεια σου θέλω διάολε, ωμή. Την έχεις να μου τη δώσεις;


Υ.Γ. Εσύ που διάβασες το κείμενο, μην πάρεις προσωπικά το β' ενικό, απευθύνεται σε όλους όσους έχουν στόμα και μπόλικη μιλιά.