Πονούσες. Ο πόνος διέσχιζε τα σπλάχνα σου αλλά εσύ εκεί. Χαμογελούσες...


Να ήξερες πόση δύναμη έπαιρνα από σένα και πόσο κουράγιο για να εκπληρώσω τον άθλο μου: να σε κάνω καλά, να πάρεις εξιτήριο και να γυρίσεις στο σπιτάκι σου με τον αντρούλη σου και τα εγγονάκια σου. Αυτήν την ευχή σου έδινα κάθε φορά για να πιστέψεις στον εαυτό σου.


Ξέρεις η θεραπευτική σχέση μεταξύ εμένα και εσένα δεν είναι μόνο τα φάρμακα. Το είχες καταλάβει εξάλλου. Είχες καταλάβει ότι όταν ο καρκίνος εξαπλώνεται ζαρώνει στη δρακοφωλιά του. Είχες καταλάβει, ότι εκείνες τις στιγμές με ένα άκουσμα στο ''Αδερφή σε χρειάζομαι" ήμουν εκεί για σένα.


Ήμουν εκεί να σου πιάσω δυνατά το χέρι και να πάρω το φόβο σου.


Ήμουν εκεί, όταν έκλαιγες και σκούπιζα τα δάκρυα σου προσπαθώντας με ένα βλέμμα να σε γεμίσω με δύναμη για μάχη.


Ήμουν εκεί, όταν πρωτοείδες τα μαλλιά σου να πέφτουν και κοιτούσες αφηρημένη το παράθυρο σαν να περίμενες έναν Άγγελο να σε πάρει από το θάλαμο από μηχανής θεός.


Πολλές φορές δεν μιλούσα. Προσπάθησα να συγκρατήσω όλες τις ευαίσθητες χορδές για να μην κάνουν θόρυβο στον τόπο. Σε έβλεπα όμως. Έβλεπα πως όταν ο άνθρωπος χάνει την ελπίδα χάνει τον κόσμο του.


Δεν ήθελα να χάσεις την ελπίδα...


Σου ταίριαζε να είσαι χαρούμενη. Είχες ένα χαμόγελο διαμπερές και μια αύρα αριστοκρατική. Σου άξιζαν τα καλύτερα, σου άξιζε η Ζωή να σου χαμογελά.


Τα κατάφερες στο τέλος. Στάθηκες με δύναμη στα πόδια σου μετά από πολύ καιρό, χωρίς πόνο, χωρίς ματωμένο στόμα χωρίς το αίμα να βράζει πια. Ήταν η τελευταία σου χημειοθεραπεία.


Ο τελευταίος σου πόνος.


Η τελευταία σου κούραση.


Και η τελευταία σου νικημένη μάχη.


Γιατί πάνω απ' όλα ανάρρωσες...