«Παρασκευή, λίγο πριν το μεσημεριανό. Ο Βασίλης ο επιλοχίας καθόταν και κοιτούσε τη σιδερένια γέφυρα, μαυρισμένη εδώ κι εκεί, το πράσινο ακόμη φαινότανε, όπου η φωτιά δεν είχε προλάβει να αφήσει τα σημάδια της, άβατη και παρατημένη τα τελευταία χρόνια, τα νερά από κάτω ίσα που κινούσαν μέσα στο λιοπύρι και την άπνοια του καλοκαιριού, εδώ κι εκεί έντομα και μυρωδιά από τα στάσιμα στις άκρες μέσα στα καλάμια, λίγο πιο χαμηλά από 'κει που στεκόταν, ο ιδρώτας κολλούσε τη φανέλα και το χιτώνιο στην πλάτη και στους ώμους, τα πόδια του αναμμένα στις μάλλινες κάλτσες μέσα στα άρβυλα, τα χέρια του κρεμασμένα από τη ζώνη ΑΤ που του 'χε χαλαρώσει τους τελευταίους μήνες.

 

Απέναντι ερημιά, το περίμενε ότι θα είχανε πάλι πανηγύρι, όπως και κάθε τελευταίες μέρες από τις δύο καθημερινές της εβδομάδας, η Πέμπτη πέρασε ύποπτα ήρεμη, η σημερινή απέμενε για την τακτική χλεύη. Κάθε φορά τα ίδια, σαν έργο σε επανάληψη. Έρχονταν, έβαζαν φωτιά, έτρεχαν οι από εδώ να τη σβήσουν, είτε με κρύο, είτε με ζέστη, πάντα όμως κάτω από τα γέλια των απέναντι, που είχανε και την έμπνευση να φέρνουν μέχρι και θεατές, δημοσιογράφους ξένους για να κάνουν την ξεφτίλα ακόμη μεγαλύτερη, τροφή για το Σαββατοκύριακο, να χουνε να λένε στους καφενέδες και στα σαλόνια για ακόμη μια νίκη σ' αυτόν τον ακήρυχτο, παράξενο πόλεμο. Κάθε φορά τα ίδια, οι άλλοι λαμπάδιαζαν τη γέφυρα, οι δικοί μας να τρέχουν να τη σβήσουν, μη κι έρθει η πολυπόθητη στιγμή και ξαναπεράσουν οι από εδώ εκεί, οι από εκεί εδώ, να ξαναζήσουν οι παλιές όμορφες μέρες, αγάπες και λουλούδια και δώρα και λόγια και γέλια. Μόνιμο επαναλαμβανόμενο μαρτύριο, μόνιμο το βάσανο, αηδία είχε καταντήσει, οι μουρμούρες πολλές, η κούραση, η ζέστη, η υγρασία, όλα μια όμορφη συνταγή για να έρθει το κακό. Λες και δε ξέραμε πια ότι αυτά είχανε τελειώσει, πώς μπορείς να δώσεις κάτι που δεν έχεις πια;

 

Στο τέλος οι στρατιώτες αποκαμωμένοι, οι περισσότεροι είχανε κάτσει κάτω, ταλαίπωροι και βρωμισμένοι, σκιά δεν υπήρχε να 'βρουν, κάτω από τον ήλιο του Ιούνη, ξάπλα ή πλάτη με πλάτη ψάχνανε ξεκούραση.

 

Τους είδε να ξεπροβάλλουν, όμορφα και καλά, στρατιώτες και πολίτες, άνδρες και γυναίκες και παιδιά, άλλοι με κάμερες, άλλοι χωρίς, μερικά γνωστά πρόσωπα με βλέμματα ανάγωγα, ειρωνικά, βλέμματα του νικητή, του θριαμβευτή, κάτοικοι των από εκεί κοντινών χωριών, μοιράστηκαν οι στρατιώτες τις θέσεις, κάποιοι άδραξαν δαδιά, κάποιοι μεταλλικούς κουβάδες, πήρανε να ανάψουνε τα δαδιά, περπάτησαν μέχρι πριν από τη μέση της γέφυρας, άδειασαν λάδια με τους κουβάδες στο ξύλινο πάτωμα, πέταξαν και τα αναμμένα δαδιά κι έφυγαν τρέχοντας και κουνώντας τα χέρια τους ψηλά και γελώντας προς τον κόσμο που είχε μαζευτεί. Αυτή τη φορά μονάχα, δε κάθισαν πολύ, μαζεύτηκαν στα γρήγορα από τους αξιωματικούς τους, γύρισαν την πλάτη κι έφυγαν σε παράταξη, για λίγο κάθισαν οι πολίτες, οι φωτογράφοι τράβηξαν φωτογραφίες, έφυγαν και τα απέναντι χαμηλά δέντρα τους έκρυψαν.

 

Μείνανε μονάχα οι δικοί μας, να τρέχουν αλαφιασμένοι με λάστιχα και κουβάδες, μέσα στον καπνό που τους έπνιγε, να προσπαθούν να σβήσουνε τις φλόγες, φωνές βρισιές και τσαντίλα. Ο επιλοχίας είχε βγάλει το χιτώνιο, μαυρισμένος και βήχοντας μέσα στον ιδρώτα και κάποια γρατσουνιά στο αριστερό του χέρι να του 'χει γεμίσει αίματα τα ρούχα, έμεινε να κοιτά με τον ανθυπίλαρχο, το διοικητή του φυλακίου, μαυρισμένο κι αυτόν από την προσπάθεια, ότι απέμεινε από το τελευταίο πανηγύρι. Στο τέλος οι στρατιώτες αποκαμωμένοι, οι περισσότεροι είχανε κάτσει κάτω, ταλαίπωροι και βρωμισμένοι, σκιά δεν υπήρχε να 'βρουν, κάτω από τον ήλιο του Ιούνη, ξάπλα ή πλάτη με πλάτη ψάχνανε ξεκούραση. Ένας δυο είχανε φέρει από μερικούς ακόμη κουβάδες με νερό και όσοι είχανε το κουράγιο τους άδειαζαν με δόσεις επάνω στα κεφάλια τους. Η ταλαιπώρια δεν ήτανε από τον αγώνα να σβήσουνε τις φλόγες, να σώσουν τη γέφυρα. Το έβλεπε στο βλέμμα τους, ήτανε άλλη η κούραση, πιο πολύ το άδικο, το γιατί, το επαναλαμβανόμενο μαρτύριο του να σε κάνουνε σκουπίδι, το γέλιο και η ξεφτίλα, το έβλεπε καθαρά, υπήρχε μια παραίτηση, ένα βάρος που δε μετριούνταν, λες και οι ίδιοι έφταιγαν, λες και οι ίδιοι το προκαλούσανε κάθε φορά, κάθε βδομάδα, κάθε μήνα. Ο Βασίλης ένοιωσε το βάρος ξαφνικά να τον πνίγει, κάτι ανέβηκε από το στομάχι του, έσκυψε βιαστικά σε μια άκρη και άδειασε την αηδία που τον είχε μπουκώσει, λες κι έβγαζε ότι είχε μαζευτεί τα τελευταία τρία χρόνια που ήτανε εδώ και πλέον δε χωνευόταν.

 

Με το απόγευμα να πλησιάζει, φύγανε όλοι προς το φυλάκιο, πιάσανε σειρά για τα ντουζ με πετσέτες και σαμπουάν στα χέρια, κατόπιν για το μεσημεριανό που τους περίμενε καθυστερημένα σερβιρισμένο κι απέμειναν τα τζιτζίκια μονάχα να παίζουν τα δικά τους τραγούδια, ανακατεμένα με κάποιο τραγούδι, τώρα ακουγότανε το «majesty» των Madrugada από το μόνιμα ανοικτό ραδιόφωνο του σιτιστή.

 

Κάθισε με την πλάτη έξω από τον τοίχο του γραφείου του χτυπώντας αργά ένα μπεγλέρι με κορδόνι μπλε, ο ανθυπίλαρχος είχε από ώρα φύγει για το σπίτι του. Ο τοίχος ήταν ακόμη ζεστός από τον ήλιο της ημέρας και του ανακούφιζε κάπως το πιάσιμο από το μεσημεριανό ζόρι, τα τζιτζίκια είχανε τη συναυλία τους, μαζί και το «wake up» των Mad Season. Ο μάγειρας με δυο βοηθούς από την αγγαρεία έπλενε τα ταψιά ανάκατα με χαμηλές κουβέντες στη βρύση παραδίπλα. Κάτι του είχε κολλήσει τις σκέψεις, του 'χε θολώσει το μυαλό, η ξινίλα από το ξέρασμα του μεσημεριού δε του 'χε φύγει, το στόμα είχε πάρει ένα μόνιμο στράβωμα αηδίας, του ερχότανε να φτύσει, μα σάλιο δε του χε απομείνει, είχε στεγνώσει ο λαιμός του. Να 'φταιγε η κάπνα που τον έπνιξε; Να 'τανε το βάρος ότι κάτι πήγαινε στραβά, κάτι ήτανε λάθος; Κοιτούσε αμίλητος πάνω από τα ήσυχα νερά, την απέναντι όχθη, τα χαμηλά δέντρα, τόσο άχρωμα, τόσο σκληρά στην όψη, έρημη από ανθρώπους, άδεια από ανθρωπιά, «the persistence of loss» των NIN από το ράδιο, τα ίδια και τα ίδια, του 'ρθε πάλι η αηδία και μετά βίας κράτησε το στομάχι του, από συνήθεια άγγιξε με το δεξί του χέρι το μέρος της καρδιάς, εκεί μέσα στην τσέπη του ανοιχτού χιτωνίου, είχε κρατημένο ένα μικρό βραχιόλι από μπλε μακραμέ, με μια θαλασσόχρωμη πεταλούδα με χρυσό περίγραμμα και δυο γαλάζιες τόσα δα μικρές χάντρες, κάθε φορά ευχότανε να άλλαζαν τα πράγματα, να γινότανε λέει, να το έδινε εκεί απέναντι που το 'χε ταγμένο, να γυρνούσε ο χρόνος, πήγε να του ξεκινήσει ο στίχος του Bukowski: «Αν δε σε ξαναδώ ποτέ...» αυτή τη φορά όμως δε του βγήκε, κάτι έσπασε αυτή την Παρασκευή, κάτι έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει από τις προσβολές και την περιφρόνηση, το ραδιόφωνο τώρα έπιασε το «the end» των doors.

 

Ξημερώματα Σαββάτου, ο θάλαμος σκοτεινός, ο επιλοχίας δεν είχε κλείσει μάτι, όλο το προηγούμενο απόγευμα και βράδυ, του χανε πάρει ελάχιστες κουβέντες, κάποια στιγμή τον έχασαν, είχε φύγει για το καθημερινό του περπάτημα, πέντε χιλιόμετρα πλάι στο ποτάμι και στους γύρω λόφους, αυτή τη φορά τα έτρεξε, ήθελε να βγάλει κάτι από μέσα του και δε το κατάφερνε, ήθελε με το καρδιοχτύπι να διώξει λες την καρδιά του μέσα από το στήθος, να πάρει το βάρος που κουβαλούσε και να το εξαφανίσει, να το εξαϋλώσει. Τώρα, ανάσκελα με τα χέρια πίσω από το κεφάλι, κοιτούσε το σκοτεινό ξύλινο ταβάνι, το ήξερε ότι δεν ήτανε ο μόνος ξάγρυπνος. Κι άλλοι σαν αυτόν μάτι δεν έκλειναν, τους άκουγε να αλλάζουν κάθε τόσο πλευρό στο κρεβάτι τους, άκουγε τους αναστεναγμούς τους, το 'ξερε ότι την αηδία και την πίκρα που χε πάρει το μεσημέρι την είχανε πάρει όλοι, υπήρχαν και άλλοι σα τον Βασίλη που πλέον δεν άντεχαν, που έβλεπαν τα όρια να έχουνε σπάσει.

 

Σηκώθηκε από το κρεβάτι, φόρεσε όσο πιο ήσυχα μπορούσε παντελόνι και άρβυλα και πήγε προς την έξοδο. Συνάντησε τον θαλαμοφύλακα, δεν αντάλλαξαν καλημέρες, ο στρατιώτης του γερμανικού είδε κάτω από τη λάμπα της πόρτας το βλέμμα του, τρόμαξε, κατάλαβε, δεν είπε κουβέντα. Χωρίς να το γνωρίζει ο επιλοχίας, είχανε σηκωθεί κι άλλοι μετά από αυτόν και τον κοιτούσανε τώρα από τα δύο παράθυρα που έβλεπαν από την πλευρά της εξόδου. Είχανε καταλάβει κι αυτοί.

 

Ο Σωματάρχης ήξερε ότι έπρεπε να δώσει αναφορά στους δικούς του ανώτερους και στην πολιτική ηγεσία, γνώριζε όμως ότι τίποτα δε θα άλλαζε, ακόμη κι εκείνοι θα ανακουφίζονταν. Τη λύση στη λογική μονάχα ένας τρελός θα την έδινε.

 

Πήρε δρόμο για το χώρο με τα καύσιμα, μέσα στο χάραμα τον έπιασε η μυρουδιά του πετρελαίου, πέρασε τον όρχο με τα παρκαρισμένα κάτω από τη ρεμίζα οχήματα, πήγε κατευθείαν πίσω από κάτι κόκκινα βαρέλια και σήκωσε έναν λαδωμένο μουσαμά από κάτι σκεπασμένα μπιτόνια. Πήρε ένα πανί λαδωμένο που βρήκε πεταμένο σε μια σανίδα παραδίπλα, το 'χωσε στη μια πλαϊνή τσέπη, φορτώθηκε δύο από τα μπιτόνια και τράβηξε κατά τη γέφυρα.

 

Πλησιάζοντας στην όχθη, στάθηκε μονάχα μια στιγμή στο σημείο που στεκότανε τόσα χρόνια κι αγνάντευε εκείνο τον κάποτε παράδεισο που είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά. Πήρε μια βαθιά, μεγάλη ανάσα, γεύτηκε πρωινές μυρωδιές από υγρασία, καλάμια, βατράχια και τη ζέστη της ημέρας που ερχότανε, ξεφύσησε αργά, σα να ήταν η τελευταία που θα 'βγαζε.

 

Με τη γέφυρα μπροστά του, έκανε τα πρώτα βήματα στο πάτωμα που έτριζε, κομμένα στην αρχή, διστακτικά, με μια σιγουριά αμέσως μετά, γοργά, έφτασε στη μέση, απέναντι η γνωστή ερημιά, κανένας γύρω, μονάχα το ποτάμι κάτω από τα πόδια του. Πότισε το πανί με λίγο πετρέλαιο από το ένα μπιτόνι, το πέταξε σε μια άκρη και βάλθηκε να αδειάζει το υπόλοιπο μπροστά του, γύρω του, με μεθοδικές, αργές κινήσεις, πήρε και το δεύτερο μπιτόνι, το άδειασε κι αυτό, έβγαλε έναν αναπτήρα από τη τσέπη του, βρήκε το λαδωμένο και ποτισμένο με πετρέλαιο πανί και του 'βαλε φωτιά. Αυτό άρπαξε κατευθείαν, με τα δάχτυλα σχεδόν καμένα, το πέταξε εκεί που είχε αδειάσει περισσότερο από τα μπιτόνια και βημάτισε ανάποδα κοιτώντας τις φλόγες να θεριεύουν. Πίσω του, σε μια γραμμή, όλο το φυλάκιο, στη μέση ο θαλαμοφύλακας, γύρω του άλλοι με τα σώβρακα, άλλοι με τα παντελόνια και τις παντόφλες, άλλοι ξυπόλητοι, να κοιτούν με τα χέρια κρεμασμένα, χωρίς λαλιά, οι φλόγες να καθρεφτίζουνε μέσα στα αγουροξυπνημένα τους μάτια, τα πρόσωπα κίτρινα από τη λάμψη της φωτιάς. Σιγά, σιγά ο Βασίλης πήρε τη θέση του ανάμεσα στο χορό, θεατές σε μια καταστροφή από ολονών τους θες χέρια, Νέρωνες μπροστά σε μια Ρώμη καιόμενη, καπνός και φλόγες με φόντο το ξημέρωμα του Ιούνη...

 

Πρωί Σαββάτου, στο κοντινό χωριό, η Χριστίνα βγήκε στη βεράντα με ένα φλιτζάνι ελληνικό να χαρεί το ξημέρωμα, δεν είχε κλείσει μάτι απόψε, πολλή η ζέστη, πολλή κι η υγρασία, πολλά και τα βάρη στο μυαλό, έριξε μια ματιά στο δωμάτιο του μικρού της και αποφάσισε να ξεκινήσει τις Σαββατιάτικες δουλειές από νωρίς. Πρώτα όμως καφές και τσιγάρο. Πλησιάζοντας στη μπαλκονόπορτα, μια μυρωδιά καμένου την έπιασε, με το φλιτζάνι να το ακουμπά στο πλαστικό τραπέζι με το λουλουδάτο τραπεζομάντιλο έστρεψε το βλέμμα ενστικτωδώς προς τη πλευρά του ποταμού, εκεί που ήτανε η γέφυρα. Είδε τον καπνό, να κάνανε τα ίδια και Σάββατο; Πρώτη φορά! Να αναζωπύρωσε από τη φωτιά της Παρασκευής λόγω της ζέστης; Μάλλον αυτό θα έγινε.

 

Στην πλατεία, ο Χάρης κατέβηκε από το σπίτι και πήρε να ανοίξει το καφενείο που 'χε πάρει από τον πατέρα του. Μύρισε κι αυτός τον καπνό, νόμισε ότι θα έμεινε από τα χθες, πήρε να κατεβάζει τις βαμμένες μπλε καρέκλες από τα τραπέζια, όταν είδε τον καπνό.

 

Μέχρι τις εννέα η κουβέντα και η έκπληξη πέρασε από χείλη σε χείλη:

«—Βλέπεις εκείνο τον καπνό; Καίνε τη γέφυρα!

—Ποιοι;

—Οι δικοί μας!

—Οι δικοί μας;

—Ναι! Οι δικοί μας!»

 

Δευτέρα πρωί, ο Σωματάρχης στεκότανε με τα άρβυλα χωμένα στις λάσπες, κοιτώντας τα αποκαΐδια απ' ότι απέμεινε, ένα σκελετό από σκεβρωμένα μαύρα σίδερα κι από κάτω στο κενό το ποτάμι να κυλά νωχελικά. Από απέναντι ψυχή. Ούτε στρατιώτες, ούτε δημοσιογράφοι, απλά σιωπή, ερημιά. Μάρτυρες στην εξιλέωση μονάχα από την εδώ όχθη. Δίπλα του ο Ταξίαρχος ο τοπικός διοικητής, ένας Ταγματάρχης του μηχανικού και ένα βήμα πίσω ο ανθυπίλαρχος του φυλακίου, πιο πίσω σε μια σειρά όλο το φυλάκιο, σε παράταξη, σε αναφορά, με πρώτο στην άκρη τον Βασίλη τον επιλοχία. Όλοι τους είχανε το ίδιο βλέμμα, μια ανακούφιση ανάκατη με περηφάνια, όλοι τους λες και είχανε πάρει πόντους σε ύψος, λες και κάτι τους σήκωσε από τα χώματα που τόσα χρόνια τους έσερναν οι απέναντι, σα μια άγκυρα να έκοψε αλυσίδα και το πλοίο να 'φυγε λευτερωμένο για άλλες ρότες. Το ίδιο βλέμμα το χανε και οι αξιωματικοί. Ο Σωματάρχης ήξερε ότι έπρεπε να δώσει αναφορά στους δικούς του ανώτερους και στην πολιτική ηγεσία, γνώριζε όμως ότι τίποτα δε θα άλλαζε, ακόμη κι εκείνοι θα ανακουφίζονταν. Τη λύση στη λογική μονάχα ένας τρελός θα την έδινε.

 

Ο αξιωματικός του μηχανικού ψέλλισε διστακτικά, πιο πολύ να διώξει την υποχρέωση που του 'δινε η δικαιοδοσία του:

«Μπορούμε να την ξαναφτιάξουμε...»

Ο Σωματάρχης πρώτα σήκωσε το βλέμμα προς την απέναντι όχθη, έστρεψε κατόπιν αργά το βλέμμα του στον επιλοχία πίσω στη γραμμή των στρατιωτών και απάντησε μετά από μια μικρή στιγμή που φάνηκε αιώνας:

«Δε γίνεται τίποτα, δε κάνουμε τίποτα.»

Πήρε το λόγο ο Ταξίαρχος.

«Κι εδώ; Τι κάνουμε;»

Κι άλλη παύση αιώνας...

«Βάλτε μια ταμπέλα.»

«Τι να γράφει;»

...

«Τέλος...»

Μια βαθιά ανάσα που περίμενε κι αυτή λες αιώνες βγήκε από τον επιλοχία... κι από τους υπόλοιπους...»