Ξύπνησε και τις άκουγε συνέχεια μέσα στο κεφάλι της. Σηκώθηκε και έφτιαξε καφέ όπως κάθε μέρα. Ετοιμάστηκε και πήγε για δουλειά. Η ίδια δουλειά εδώ και οχτώ χρόνια. Σήμερα όμως φτάνει. Δεν παίρνει πια άλλη αναβολή. Θα το κάνει, θα φύγει. Αντ' αυτού, βγαίνει στο δρόμο, ανεβαίνει στο μηχανάκι και βάζει μπρος προς την γνωστή κατεύθυνση. Περνά τον πρώτο δήμο, τον δεύτερο, διασχίζει το μισό νομό, περνάει γύρω από ένα βουνό και φτάνει. Κοιτάζει ψηλά και βλέπει το μικρό παραθυράκι, εκείνο το παράθυρο του πέμπτου ορόφου απ' το οποίο ατενίζει τις μέρες να φεύγουν απ' τα χέρια της. Τα πρωινά, τα μεσημέρια, τα απογεύματα... και μετά, φτου ξελευτερία. Κι ύστερα, άλλος αγώνας ξεκινά. Μένουν πέντε ώρες περίπου μέχρι να πέσει για ύπνο. Τι να πρωτοκάνει; Λοιπόν, γρήγορα, μη χάνουμε χρόνο: συνάντηση με φίλους, επιστροφή σπίτι. Κάτι γρήγορο να φάει. Τηλεόραση και υπολογιστής ανοιχτά. Χαζεύει. Προσπαθεί να μην σκέφτεται. Ακατανόητοι ήχοι γεμίζουν το δωμάτιο. Σαν εκείνους που πρόφεραν ο ένας στον άλλο. Προσπαθεί να μην σκέφτεται, αλλά ο απόηχος φτάνει ως τ΄αφτιά της παρά την προσπάθεια.

 

Ξύπνησε και τις άκουγε συνέχεια μέσα στο κεφάλι του. Έφτιαξε καφέ όπως κάθε πρωί, ετοιμάστηκε και πήγε για δουλειά. Ήταν Απρίλιος και ήδη η Άνοιξη είχε έρθει. Την περίοδο αυτή η δουλειά είναι σχεδόν καθημερινή. Ανοίγει την πόρτα, ο ήλιος άρχισε σιγά σιγά να καίει, αλλά στη σκιά είναι σχεδόν δροσερά. Βγαίνει στο δρόμο, περνά απέναντι και κοιτά χαμηλά στο βάθος του ορίζοντα. Το βλέμμα του στρέφεται στα κουτιά, τα εξετάζει νοερά ένα προς ένα και τα μάτια του γελάνε. Φοράει την άσπρη στολή και ξεκινά. Κάθε κουτί από τα πρώτα πέντε που ανοίγει είναι και ένας χρόνος από τη μέρα που είπε φτάνει. Ανοίγει το πρώτο καπάκι και το βουητό μετατρέπεται σε θόρυβο πόλης. Είναι στην Αθήνα, στο δρόμο για τη δουλειά. Ικανοποίηση που βρήκε δουλειά στην Ελλάδα. Ό,τι πρόσταζε το μεγάλο Αθηναϊκό όνειρο το είχε κάνει: σπουδές στο εξωτερικό, επιστροφή, θέση σε εταιρεία, σχέση, σπίτι, διακοπές. Οι μέλισσες αρχίζουν να διαμαρτύρονται. Κλείνει γρήγορα το καπάκι.


Περνάει στη δεύτερη κυψέλη. Νέα σχέση. Όλο και αποτραβιέται απ΄τη δουλειά. Απόλυση. Ταξίδια, ψάξιμο, έρευνα. Δύσκολο. Έχασε τον εαυτό του, αγρίεψε, έχασε τον στόχο, προσπάθησε να τον αντικαταστήσει με καινούργιο. Η σχέση έγινε εχθρός. Κούραση και γκρίνια μέχρι που δεν άντεξε άλλο. Νόμιζε ότι είναι για το καλύτερο. Περιμένει τον χρόνο να δείξει. Πέφτει για ύπνο στο κρεβάτι μαζί της και σβήνει το φως δίπλα της για τελευταία φορά.


Ανοίγει το τρίτο κουτί. Αυτές οι μέλισσες εδώ είναι αργές και ήρεμες. Οι καβγάδες σώπασαν, αλλά τα λεφτά μπήκαν στη μέση. Απ΄τη στιγμή που σταμάτησε τη δουλειά, ζει σχεδόν στο φορτηγό του. Στην Ελλάδα τα μεγάλα όνειρα δεν εκπληρώνονται. Πρέπει να είσαι τροχός σε κάποιο αμάξι. Γρανάζι, που λέει και το τραγούδι...


Οι μέλισσες έγιναν ψυχαναγκαστική ανάγκη. Κοιμάται και ξυπνάει με τη σκέψη σ΄αυτές, όχι το πού θα καταλήξει, μόνο το τώρα, το σήμερα, έχουν σημασία. Αυτόματα φεύγουν όλες οι άλλες καθημερινές σχέσεις και δραστηριότητες. Η μόνη επαφή με κάποιον άλλο είναι μέσω τηλεφώνου. Είναι μια φωτογραφία που εμφανίζεται στο κινητό κάθε φορά που παίζει το τραγούδι «Νεοέλληνας» και η κουβέντα κρατάει μια ή και δυο ώρες. Το τηλέφωνο χτυπάει ξανά. Κλείνει το τρίτο καπάκι και η φωτογραφία της εμφανίζεται. Μια συζήτηση που διαρκεί λίγο αυτή τη φορά.

 

Την τέταρτη κυψέλη την ανοίγει γρήγορα. Αυτές είναι οι πιο δύσκολες. Είναι πια απομονωμένες, σαν να ξέχασαν ότι ζουν σε κοινωνία. Τις κοιτάζει προσεκτικά και εξεταστικά γιατί θυμίζουν τις τελευταίες εκείνες ώρες πριν φύγει. Ό,τι χώραγε στο φορτηγό, φορτώθηκε. Μαζί και η σιγουριά ότι δεν χρειάζεται κανέναν. Το ταξίδι ξεκινάει και είναι μεγάλο. Κοντά εννιά ώρες. Φτάνει ίσα πριν το ξημέρωμα. Δεν έχει πολύ χρόνο. Πρέπει να ξεφορτώσει πριν χαράξει και σκάσουν. Πρέπει να ξεφορτώσει και να τις δει όλες πριν σκάσει κι αυτός. Πήγε εφτά το πρωί. Βγάζει το γκαζάκι, τον καφέ, το μπρίκι. Διάλειμμα για τσιγάρο. Κλείνει και το τέταρτο κουτί και κατευθύνεται κάτω από μια σκιά που ευτυχώς είναι παχιά. Φυσάει ένα δροσερό αεράκι, ρουφάει τον καπνό λαίμαργα και ξεφυσάει δυνατά. Όπως ξεφυσούσε κι όταν δεν πήγαιναν καλά τα πράγματα, όπως όταν είχε καμιά συννεφιά. Ή όταν στις αρχές Ιούνη έκανε δυνατές βροχές. Σαν να μαζεύονται κι εδώ σύννεφα. Είναι μακριά ακόμα αλλά μάλλον δεν θ' αργήσουν να πλησιάσουν. Και τότε, η μπόρα θα ξεσπάσει για τα καλά πια.