Εκείνη τη μέρα θέλω να φορέσεις τα καλά σου.
Εκείνο το λευκό φόρεμα με τους ώμους ελευθέρους, που κάνει τα μάτια σου να μοιάζουν με θάλασσα.
Να ξυπνήσεις με χαμόγελο λες και καλοκαίριασε μες το καταχείμωνο.
Να βάψεις τα χείλη σου κόκκινα, έτσι που να αφήνουν παντοτινά σημάδια. Έτσι που να μοιάζουν με φωτιά.
Να μην μου το πεις, όχι ακόμα. Να το κρατήσεις κρυφό, να το κρατήσεις μόνο για σένα.
Θα προσποιηθώ πως ούτε και γω το ξέρω.
Να αφήσεις τα μαλλιά σου χυτά πάνω στους ώμους. Πόσο σου πάνε...
Να μου ψήσεις τον καφέ μου και να με περιμένεις.


Όταν μου ανοίξεις τη πόρτα να μου χαμογελάσεις. Έτσι όπως την πρώτη φορά που με αντίκρυσες. Ξέρω πως θα σου είναι δύσκολο, αλλά σε παρακαλώ προσπάθησε να φορέσεις εκείνο το χαμόγελο έτσι που όταν το βλέπω να ταξιδεύω σε εκείνη τη μέρα.


Και να μου γελάς, να μου γελάς πολύ, έτσι που να με ξεγελάσεις, πως όλα είναι καλά, πως όλα είναι κόκκινα.
Κι όταν ανάψω ένα τσιγάρο σε παρακαλώ, θύμωσε μου, και να μου πεις να μην καπνίζω πολύ και πως μ 'αγαπάς, κι ας σου αρέσει τόσο πολύ να με βλέπεις να κρατάω το τσιγάρο.


Και να θυμάσαι τότε που μου είπες πως, μια μέρα αυτός ο διάολος θα με σκοτώσει. Και γω σου απάντησα πως τον διάολο προσπαθώ να σκοτώσω.


Θα χαμογελάσεις σαν τη Μόνα, με αυτό το χαμόγελο που μου έσκαζες όποτε σου έλεγα κάτι που σου άρεσε.
Και θα μιλάμε πολύ, όπως τότε, που ξημερωνόμασταν πάνω από οθόνες λαμπερές μα τόσο σκοτεινές, όπως τότε που με έπαιρνες για μια καληνύχτα και μας έβρισκε ο ήλιος το πρωί, όπως άλλοτε που το μολύβι μου γρατζουνούσε τα γράμματα μου και ευχότανε να ήταν το δέρμα σου.


Πόσο μου άρεσε να σου γράφω. Όχι για να σου μιλήσω, όχι για να σου μεταδώσω με λέξεις αυτά που ήθελα να σου πω, αλλά με τη ευχή τα ακροδάχτυλα σου να ακουμπήσουν εκεί που ακούμπησαν τα δικά μου, έτσι για να πλανευτεί το βλέμμα σου στις ίδιες γραμμές που πλανεύτηκε το δικό μου, έτσι που να φαντάζομαι ότι κρατά για δικό σου ένα κομμάτι μου που το έκανα θυσία στα χέρια σου.


Και θα θυμηθούμε τις ωραίες στιγμές, αυτές που μας πέταξαν κοντά στον ήλιο, και αυτός με τη σειρά του εκδικήθηκε την ματαιοδοξία μας, έκαψε τα φτερά μας και μας πέταξε να πνίγουμε στη θάλασσα.


Μα μην σταματάς να χαμογελάς. Μην πίνεις τόσο γρήγορα τον καφέ. Μην βιάζεσαι. Θα φύγω. Όχι ακόμα όμως, χαμογέλασε ακόμα λίγο, σε παρακαλώ.


Έτσι για να σε θυμάμαι, για να χω να θυμάμαι τα χείλη σου, την εικόνα σου, το εικόνισμα σου, όλες τις ωραίες μας στιγμές, όλα τα σ 'αγαπώ, όλα τα σε πεθύμησα και όλα τα θα μου λείψεις.
Στο τέλος ξέρεις, μένουν μόνο τα καλά.


Αυτή είναι η διαθήκη των ερωτευμένων. Να θυμούνται μόνο τα αυτά που τους έκαναν για μια στιγμή να νοιώσουν θεοί.
Να ξεπλύνουν το δηλητήριο από τα χείλη και να θυμούνται το κρασί. Μα το βράδυ πεθαίνουν πάντα αγκαλιά.
Σβήνει το χαμόγελο σου. Το βλέμμα σου θολώνει. Κάνει κρύο. Ποτέ άλλοτε δεν έκανε κρύο κοντά σου.
Οι λέξεις τελειώνουν. Μας τελείωσαν. Χάνεσαι, φεύγεις, κι ας είσαι απέναντι μου.
Όχι άλλα δάκρυα, όχι άλλος πόνος.
Το χαμόγελο σου σβήστηκε.
Νικηθήκαμε.


Τι άλλο να δω.
Όλη μας η ζωή είναι τώρα μερικές εικόνες. Χέρια μπλεγμένα, χείλη κολλημένα, αγκαλιές ζεστές και μαλλιά χυτά.
Θα μου λείψεις.
Το ξέρεις καιρό. Να με θυμάσαι. Έτσι όπως είμαι. Με όλα μου τα λάθη.
Άσε με εμένα. Θα σε κρατήσω κάπου βαθιά. Εκεί όπου κάνεις δεν θα σε βλέπει, παρά μόνο εγώ.
Τα μάτια σου, μάτια μου, να τα προσέχεις.
Να κοιτάξεις να λάμπουν πάντα.
Νύχτωσε μέσα. Έξω φως.
Κλείδωσε τη πόρτα.
Θα μου λείψεις.