Η διάταξη των υλικών

 

Σκέψου να είχε ο εγκέφαλός σου ένα ωραίο φαρδύ κουμπί με την ένδειξη delete επάνω. Μ' ένα απλό κλικ διαλέγεις τι κρατάς και τι αφαιρείς από τον σκληρό σου δίσκο. Πώς σου φαίνεται? 

Με ευκολία λες "Μακάρι!". Ποιος θέλει ν' αναδύονται πικρές αναμνήσεις και συναισθήματα με την παραμικρή αφορμή? Κανείς. Ποιος θέλει να θυμάται προδοσίες και στιγμές πόνου? Κανείς. Οι αναμνήσεις οι σκληρές άλλωστε, έχουν την τάση πάντα να μεταμορφώνονται σε έναν άσχημο και πολύ βαρύ μπόγο που στέκεται άβολα στον σβέρκο σου, κι όσο κι αν προσπαθείς δεν μπορείς να τον διώξεις. Θες να τον αφήσεις στην άκρη του δρόμου, να τον πετάξεις στον γκρεμό, στη θάλασσα, αλλά δεν μπορείς. Κι όταν νομίζεις πως τα κατάφερες και τον άφησες ανάμεσα στους θάμνους κρυμμένο, μετά από λίγα βήματα καταλαβαίνεις πως εσύ είσαι αυτός που ξεγελάστηκε καθώς το γνώριμο βάρος έχει επιστρέψει στη θέση του. Ψάχνεις τον αχθοφόρο που πρόθυμα θα πάρει όλα τα βάρη σου στις δικές του πλάτες. Το συγκεκριμένο επάγγελμα όμως έχει εκλείψει, ή μάλλον για την ακρίβεια δεν υπήρξε ποτέ. 

"Γιατί όχι?" θα μου πεις. 'Όντως γιατί όχι? Κάποιοι θα πλήρωναν αδρά για μία τέτοια διευκόλυνση. Εκείνος όμως που δίνει τα περισσότερα είναι ο ίδιος που ξέρει καλύτερα απ' όλους ότι ο αχθοφόρος δεν θα έρθει ποτέ. Εξαπατά απλώς τον εαυτό του βάζοντας το προσωπείο του χρήματος.

 

 

 

Κι έτσι συνεχίζεις να περπατάς με τον μπόγο στο σβέρκο και όσο μετράς χιλιόμετρα αυτός μεγαλώνει. Ξεφυσάς. Καμπουριάζεις. Αρχίζεις να αναρωτιέσαι εάν αντέχεις να συνεχίσεις, θέλεις να σταματήσεις να ξαποστάσεις. 

"Ουφ!". Τώρα όμως ήρθε η ώρα να σηκωθείς και να συνεχίσεις τον δρόμο σου. Τα πόδια σου τρεκλίζουν από το βάρος, ψάχνεις κάπου να πιαστείς, κάποιον να σε βοηθήσει, δεν υπάρχει κανείς. Και ξέρεις γιατί δεν υπάρχει κανείς? Γιατί αυτός ο μπόγος είναι αόρατος σε όλα τα μάτια γύρω σου. Σε βλέπουν να τρεκλίζεις μα... δεν καταλαβαίνουν το γιατί, κι αν το καταλαβαίνουν δεν το φαντάζονται, κι αν το φαντάζονται μάλλον θα πέφτουν κατά πολύ έξω, κι αν δεν έχουν πέσει πολύ έξω δεν τους νοιάζει... Και ξέρεις γιατί δεν τους νοιάζει? Γιατί έχουν κι αυτοί τον δικό τους μπόγο να κουβαλήσουν!

"Και πώς θα σηκωθώ?" Η λύση είναι πολύ απλή κι ας είναι τόσο δυσδιάκριτη. Πρέπει όπως είσαι καθισμένος στο έδαφος να λύσεις αυτόν τον σφιχτό κόμπο και να δεις επιτέλους τι πραγματικά υπάρχει εκεί μέσα. Ίσως είναι τόσο σφιχτός που να ματώσουν τα δάχτυλά σου μα πρέπει να τον λύσεις! Άλλωστε εδώ που είσαι καθισμένος στο χώμα ανίκανος να σηκωθείς δεν έχεις και τίποτα καλύτερο να κάνεις... 

Κι ο κόμπος λύθηκε και η χοντρή λινάτσα πέφτει στο έδαφος και τότε βλέπεις πως μέσα υπήρχε μόνο ένα αντικείμενο. Ένας γυαλιστερός καθρέφτης.

"Μα πώς ήταν τόσο βαρύ?" Ήταν βαρύ, πολύ βαρύ γιατί δεν ήξερες τι ήταν. Ποιος είναι. Ποιος είσαι! 

Το βάρος της ψυχής είναι τεράστιο όταν έρχεται επιτέλους η ώρα να αντιμετωπίσεις έντιμα το γνώριμο είδωλο που ξαναβλέπεις στον καθρέφτη σου. Πρέπει να τολμήσεις. Να κλειδώσεις τον εγωισμό σου μαζί με όλες τις δικαιολογίες στο συρτάρι. Μόλις αναγνωρίσεις αυτή την γυμνή αντανάκλαση λοιπόν το επόμενο βήμα είναι να την αγαπήσεις. Ναι, έχεις κι άλλη δουλειά, δεν τελειώσαμε ακόμα! Και ούτε αυτή τη φορά υπάρχει κάποιος για να σε βοηθήσει. Είσαι μόνος σου σε αυτό. Πρέπει να είσαι μόνος σου. Γιατί μόνο εσύ ξέρεις την αλήθεια σου και τα όνειρά σου. Να ξέρεις πως στο τέλος ο καθρέφτης που με τόση δυσκολία κουβαλούσες στις πλάτες σου όλα αυτά τα χρόνια έχει τώρα μετατραπεί μαγικά σε φτερά!

 

«Κι όμως, από το τι είναι στο τι μπορεί να είναι, περνάς μια γέφυρα που σε πάει, ούτε λίγο ούτε πολύ, από την Κόλαση στον Παράδεισο. Και το πιο παράξενο: έναν Παράδεισο φτιαγμένον από τα ίδια υλικά που είναι φτιαγμένη και η Κόλαση. Δεν είναι παρά η αντίληψη για την διάταξη των υλικών που διαφέρει -ας την φανταστεί κανένας επάνω στην αρχιτεκτονική της ηθικής και των αισθημάτων για να καταλάβει-,αλλά που είναι αρκετή ωστόσο για να προσδιορίσει την απροσμέτρητη διαφορά.»

Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά (1974)