Η Maria Tsakos έγραψε χτες ένα στάτους που παρόμοιά του έχω δει πάρα πολλά. 

 

Ανέφερε λοιπόν: 

 

Χτες αργά το απόγευμα γυρίζοντας από το γραφείο σταμάτησα στο Βιολογικό σούπερ μάρκετ που άνοιξε εδώ στη γωνία της γειτονιάς μου, για να αγοράσω τα απαραίτητα. Τέλος πάντων, γέμισα ένα μικρό καλάθι με αυτά που μας έλειπαν και πήγα στο ταμείο να πληρώσω για να γυρίσω επιτέλους σπίτι να ξεκουραστώ μετά από μια εξοντωτική μέρα.

Ευτυχώς πριν από μένα υπήρχε μόνο άλλη μια πελάτισσα που είχε ήδη αρχίσει να αραδιάζει τα προϊόντα της στον πάγκο, μπήκα, λοιπόν, λίγο στο ΦΒ από το κινητό, για να περάσει η ώρα, μέχρι τη στιγμή που τράβηξε την προσοχή μου το γεγονός πως η μπροστινή μου και η ταμείας είχαν σταματήσει να βάζουν τα πράγματα σε σακούλες και συζητούσαν κάτι χαμηλόφωνα.

Να μην τα πολυλογώ, κατάλαβα πως η κυρία μπροστά μου ζητούσε να αφαιρέσουν από το λογαριασμό κάποια πράγματα, είδα να βγάζει και να αφήνει στην άκρη ένα σακουλάκι πίτουρο βρώμης, ένα διχτάκι οργανικά λαχανάκια βρυξελλών, μισό κιλό λιναρόσπορο, δυο εξάδες οργανικά αυγά και τρία μπουκάλια χυμό αλόης σε διάφορες γεύσεις, και να ρωτάει την ταμεία το καινούργιο σύνολο. «Να μην ξεπερνάει τα 90 ευρώ αν γίνεται», της είπε χαμηλόφωνα σκύβοντας ανεπαίσθητα πιο κοντά της.

Την κοίταξα με ενδιαφέρον -- λίγο σοκαρισμένη, δε σας κρύβω. Ήταν μια καλοντυμένη γυναίκα, κοντά στην ηλικία μου, με αρκετά παραπανίσια κιλά, και μόνο τα κακοπατημένα τακούνια των παπουτσιών της πρόδιδαν πως τόσον αυτά όσο και η ιδιοκτήτριά τους είχαν δει καλύτερες μέρες.

«Μισό λεπτό», της έκανα και ακούμπησα ελαφρά το μπράτσο της. Μετά, αμίλητη, μάζεψα τα πράγματα που είχε αφήσει έξω, έγνεψα στην ταμεία να τα χτυπήσει, τα πλήρωσα, τα έβαλα σε μια σακούλα και πλησιάζοντας την γυναίκα που με παρακολουθούσε μη καταλαβαίνοντας, της την έβαλα στα χέρια.

Κοίταξε τα ψώνια και μετά εμένα, και είδα να γυαλίζουν από συγκίνηση τα μάτια της, όμως, δεν ήθελα να μου πει τίποτα --είχα κάνει μόνο το χρέος μου, άλλωστε, ως άνθρωπος, τίποτε παραπάνω--, κι έτσι βιάστηκα να την σπρώξω προς την πόρτα ψιθυρίζοντάς της «τα έχετε περισσότερη ανάγκη από μένα».

Με κοίταξε με κατάπληκτη ευγνωμοσύνη, και εγώ, έσκυψα, της έκλεισα το μάτι με ένα ζεστό χαμόγελο και της είπα στο αυτί: «ξέρω, κάνω κι εγώ την ίδια δίαιτα».

 

***

 

Το στάτους της πήρε πάνω από 700 like και πολλά σχόλια αγάπης (κάποιοι μοιράστηκαν και δικές τους ιστορίες). 

 

Μία ημέρα αργότερα, η ίδια αποκάλυψε τι ακριβώς είχε συμβεί. Δηλαδή τίποτα. 

 

Έγραψε λοιπόν σήμερα:

 

Χτες έκανα μια πρωταπριλιάτικη ανάρτηση που δεν μπορώ να αποφασίσω εάν ήταν πολύ επιτυχημένη ή πολύ ατυχής.

Για την ακρίβεια, έκανα μια ανάρτηση που ήθελα να κάνω από καιρό για να σατιρίσω τα ποστ που διαβάζω κατά καιρούς όπου κάποιος γράφει μια αγαθοεργία που έκανε, κάτι που βρίσκω εντελώς άστοχο (αυτό που λέει ο λαός για καλό που ρίχνεις στο γυαλό είναι όντως σοφό, έτσι πιστεύω), και για να δείξω πόσο εύκολο είναι να γίνεις πιστευτός ακόμα και όταν γράφεις τα πιο υπερβολικά πράγματα, και πόσο εύκολο είναι να εκβιάσεις έτσι το λάικ και τη συμπάθεια.

Διάλεξα να γράψω την ιστοριούλα μου την πρωταπριλιά έτσι για να το κάνω πιο εύκολο να ψυλλιαστεί κανείς το ψέμα. Παραταύτα, η ανάρτηση ήταν δημοφιλέστατη και οι έπαινοι που άκουσα πολλοί:

3 στους 4 πιστέψανε πως εάν βοηθούσα κάποιον θα το έκανα μετά στάτο στο ΦΒ.

Ίσως υπάρχει μια ανάγκη μέσα μας για συγκίνηση, ίσως για επιβεβαίωση του καλού μέσα στους ανθρώπους, ίσως όταν συμπαθούμε κάποιον --έστω και από απόσταση--, αφηνόμαστε να πιστέψουμε ό,τι και να μας πεί, τέλος πάντων, όποια και αν είναι η εξήγηση, εγώ ήρθα σε τόσο δύσκολη θέση με τα καλά λόγια και τους επαίνους που άκουσα που, όπως λένε και οι φίλοι μου οι Άγγλοι, "the joke's on me".

 

***

 

Ήταν πραγματικά έξυπνη η φάρσα. Διαβάζοντας βιαστικά την αρχική ανάρτηση θεωρείς πως βρίσκεσαι όντως μπροστά σε μία ακόμη ιστορία φεϊσμπουκικής αγαθοεργίας, διαβάζοντάς την όμως εκ των υστέρων ξανά, βρίσκεις όλα τα σημεία παρωδίας και παραλογισμού που τοποθέτησε στρατηγικά εκεί η Τσάκος.«Κι αναρωτιόμουν μέχρι τώρα πώς τόσος πολύς κόσμος χάφτει τις ιστορίες επίδειξης κοινωνικής ευαισθησίας σε δημόσιους χώρους με φανταστικούς διαλόγους που πλασάρονται ως αληθινοί. Εσύ το έκανες ΚΑΤΑΦΑΝΩΣ παρωδία και επιπλέον ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑ, και πάλι. Απίστευτο», έγραψε μια φίλη. 

 

Είναι λοιπόν όντως πανεύκολο να εκβιάσεις το λάικ και τη συμπάθεια. Ακόμα και αλήθεια να λες -μιας που θεωρώ καλοπροαίρετα ότι οι περισσότερες παρόμοιες αναρτήσεις φίλων για συγκινητικές αγαθοεργίες σε δημόσια μέρη είναι αληθινές- το αποτέλεσμα του πειράματος της Τσάκος δείχνει πως επιλέγοντας τι θα γράψουμε στο Facebook και τι όχι, φτιάχνουμε, συνειδητά ή όχι, ένα αφήγημα της ζωής μας και χτίζουμε ένα προφίλ με σκοπό να μας πουν μπράβο και να αναγνωρίσουν τι εκπληκτικοί άνθρωποι είμαστε. Πράγμα σαφώς λυπηρό και γελοίο. 

 

Από την άλλη, πιστεύω πως ενδέχεται οι προσωπικές ιστορίες να συγκινούν κι άλλους και να τους ενθαρρύνουν να βοηθήσουν την επόμενη φορά που θα βρεθούν σε παρόμοια κατάσταση, στο ταμείο του σούπερ μάρκετ ή αλλού. Ακόμα και για λόγους μιμητισμού ή μόδας, ή ακόμα κι αν το κάνεις έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού σου τα πιθανά εύγε των άλλων, το αποτέλεσμα για τον άνθρωπο που θα βοηθήσεις θα είναι το ίδιο.

 

Με δυο λόγια, η δική μου προτροπή -ασχέτως αν μετά θα το ρίξεις στο γιαλό ή θα το ποστάρεις στον τοίχο σου- είναι "κάνε το καλό". Σκέτο.