H παράσταση της Αγγελικής Παπαθεμελή και της Σοφίας Κορώνη με τον περίεργο, μακροσκελή τίτλο Και θα σφάξουμε το κουνέλι. Η ζωή είναι ωραία. Η ζωή είναι καλή. Θα σφάξουμε το κουνέλι στο Bios με πήρε μαζί της από την αρχή, από τις πρώτες προτάσεις που ανταλλάσσουν οι δύο ηθοποιοί, παρμένες από ένα ποίημα του Τ.Σ. Έλιοτ που αγαπώ πολύ, το «Eρωτικό τραγούδι του J. Alfred Prufrock» (1917). Είναι το περίφημο ποίημα όπου ο Έλιοτ αναρωτιέται για τον χρόνο που περνά («Γερνώ... γερνώ...» γράφει), για το αν τολμά, και πώς, να ζει, για το αδιέξοδο της επικοινωνίας που γίνεται συντριπτικό για τον ποιητή – σε έναν στίχο ομολογεί απροκάλυπτα το δράμα του: «Ιt is impossible to say just what I mean».


Στίχοι του Έλιοτ ακούγονται και σε άλλα σημεία του σκηνικού κειμένου, μια συρραφή από κομμάτια και αποσπάσματα αγαπημένων συγγραφέων και βιβλίων, αυτούσια ή επαναδιατυπωμένα, αρμονικά συνδεδεμένα σ' έναν ελεύθερο, ρέοντα λόγο. Αναζητώντας τη σχέση αλήθειας και ψέματος, πραγματικότητας και αναπαράστασης, οι δύο ηθοποιοί έπεσαν πάνω στις σημειώσεις του Νίτσε που περιλαμβάνει η συλλογή Περί ψεύδους και αλήθειας, υπό εξωηθική έννοια (εκδ. Εκκρεμές, 2009), ασυστηματοποίητες σκέψεις και σχεδιάσματα για δοκίμια σχετικά με τη γλώσσα, τη σχέση της με την αλήθεια, τις νοοκεντρικές και αισθητηριακές πλάνες στις οποίες οι φιλόσοφοι στηρίζουν τη (μεταφυσική) σκέψη τους, και οι κοινοί άνθρωποι τη δύναμή τους να επιβιώνουν.

 

Αν εξαιρέσεις τον μάλλον άτυχο τίτλο, φωτισμοί, κίνηση, σκηνικά αντικείμενα, κοστούμια, είναι άψογα δεμένα – το ίδιο και οι δύο ερμηνεύτριες.


«Σε κάποια απόμερη γωνιά του εκχυμένου σε αναρίθμητα λαμπυρίζοντα ηλιακά συστήματα σύμπαντος, υπήρξε μια φορά και έναν καιρό ένα αστέρι, πάνω στο οποίο ευφυή ζώα επινόησαν τη γνώση. Ήταν η πιο υπερφίαλη και η πιο απατηλή στιγμή της "Παγκόσμιας Iστορίας", αλλά ήταν βέβαια μονάχα μια στιγμή. Έπειτα από λιγοστές ανάσες της φύσης, το αστέρι πάγωσε και τα δαιμόνια ζώα έπρεπε να πεθάνουν» γράφει ο Νίτσε, απόσπασμα που υπάρχει αυτούσιο στο σκηνικό κείμενο και ορίζει το πνεύμα της συνάντησης των δύο ηθοποιών με το κοινό. Κουκκίδες στο συμπαντικό χάος χρησιμοποιούμε τις αισθήσεις μας, τη νόηση, τη γλώσσα, για να έρθουμε αντιμέτωποι με τι; Με τη σιωπή και την αδιαφάνεια των σημείων. Το αφήγημα του κόσμου μας είναι μια γλωσσική δημιουργία που αφορά είδωλα και ήχους, όχι την αλήθεια (όπως την εννοεί η κατεστημένη εξουσία του Ορθού Λόγου). Κι αν ο κόσμος των εννοιών και της Λογικής προσφέρει ένα κάπως σταθερό πλαίσιο που επιτρέπει να συμβιώνουμε, πέραν αυτού υπάρχει μόνον η Τέχνη, «που είναι ανώτερη της αλήθειας», γιατί μόνον η καλλιτεχνική γλώσσα, αποκαλύπτοντας το κοινώς αποδεκτό ψεύδος, μπορεί να αποδώσει την οδύνη του ανθρώπου για το μη-νόημα του κόσμου που τον περιβάλλει.


Ο δρόμος για την πρωτοποριακή αφήγηση του Λιούις Κάρολ στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων και στο Μες στον καθρέφτη και τι βρήκε η Αλίκη εκεί (1871) είχε ανοίξει. Το ότι οι δύο οδηγήθηκαν και στα Κύματα (1931) της Βιρτζίνια Γουλφ ήταν μια μάλλον φυσική εξέλιξη. Η μοντερνιστική γραφή της Γουλφ, που υιοθετεί την ελεύθερη ροή της σκέψης και τους εσωτερικούς μονολόγους, ταιριάζει εξαιρετικά καλά με την ήδη από το 1865 σουρεαλιστική αφήγηση της Αλίκης.


Η σκηνή στο Bios Main θυμίζει σπίτι, ένα κρεβάτι, πιο πέρα μια βιβλιοθήκη, μία πολυθρόνα κι ένα τραπεζάκι του καφέ, στο βάθος (προς την τζαμαρία της οδού Σαλαμίνος) ένα όρθιο φωτιστικό, μία καρέκλα, ένα τραπεζάκι ακόμη. Οι δύο γυναίκες είναι ξαπλωμένες στο κρεβάτι – ξυπνούν και η παράσταση αρχίζει. Δεν είναι αδελφές ή φίλες. Αν η μία υπάρχει, η άλλη είναι «σωματοποιημένη» η εσωτερική φωνή της, η σκέψη της. Με τη μορφή εσωτερικού μονολόγου που μοιράζεται στις δύο, ο σκηνικός λόγος αποκτά ενδιαφέρον γιατί αποκαλύπτει ακριβώς τις εντός ρήξεις, εκεί όπου ο εαυτός διχάζεται μεταξύ των ενορμήσεων της ζωής και της δημιουργίας από τη μια, της καταστροφής και του θανάτου από την άλλη, μεταξύ λογικής κι επιθυμίας ή μεταξύ δύο επιθυμιών. Μεταξύ δύο επιλογών. Το ενιαίο, συγκροτημένο Εγώ είναι κι αυτό μια αυταπάτη. Το παιδί υπάρχει πάντα μέσα στον ενήλικα που με τρόμο μπορεί και βλέπει τον εαυτό γέρο, προτού γεράσει. Εκτός του ότι ποτέ δεν υπήρξε ειρηνική η σχέση μεταξύ αυτού που είμαστε, θέλουμε να είμαστε, γινόμαστε τελικά κατά το ταραγμένο ταξίδι της ζωής.

 

Επιπλέον, η μία γυναίκα επαληθεύει την άλλη, γίνεται ο μάρτυρας που επιβεβαιώνει την «αλήθεια» της. Θα μπορούσαν να επαληθεύουν τα ψέματα η μία της άλλης. Όμως, όχι. Η γυναίκα προσπαθεί να καταλάβει και η άλλη τη βοηθά – εφόσον για να αποδεχτείς ακόμη και το παράλογο, αυτό πρέπει να γίνει αντικείμενο διερεύνησης και κατανόησης. Εδώ, λοιπόν, το δίπολο αλήθεια-ψέμα καταργείται. Στον λόγο τους υπάρχουν μόνο όνειρα, εφιάλτες, αναμνήσεις, φόβοι, επιθυμίες, εικόνες από το μέλλον. Η ζωή που αντέχεται και δεν αντέχεται. Με τις σημαντικές και ανόητες στιγμές της. Που πρέπει να αντιμετωπίζεις λογικά όταν το παράλογο σε χτυπάει κατά ρυπάς με το που ανοίγεις το παράθυρο στον κόσμο, στους ανθρώπους. Η Αγγελική Παπαθεμελή και η Σοφία Κορώνη μιλούν εμπιστευτικά για την απώλεια (της παιδικότητας και του καθαρού βλέμματος, του έρωτα, της νιότης, της μνήμης, αγαπημένων προσώπων) με τρόπο ρευστό, αποσπασματικό, ενίοτε παιγνιώδη. Και βαθιά συγκινητικό.


Η μουσική του Θάνου Ανεστόπουλου (των Διάφανων Κρίνων) φωτίζει ιδανικά τα ψυχικά τοπία που αποκαλύπτει η εξομολογητική παράσταση – το τραγούδι με το οποίο κλείνουν τα φώτα στο τέλος βασίζεται στους εισαγωγικούς στίχους του Κάρολ από το Μες στον καθρέφτη: «Καλή μου, είμαστε παιδιά, παιδιά μεγάλα τώρα / και τρέμουμε όταν έρχεται να κοιμηθούμε η ώρα».


Αν εξαιρέσεις τον μάλλον άτυχο τίτλο (μια ακολουθία τεσσάρων προτάσεων από τα Κύματα, που θλιμμένα αποδέχεται την «πραγματικότητα» της ζωής), φωτισμοί, κίνηση, σκηνικά αντικείμενα, κοστούμια, είναι άψογα δεμένα – το ίδιο και οι δύο ερμηνεύτριες. Η κλάση της Αγγελικής Παπαθεμελή, βέβαια, ξεχωρίζει με τον αθόρυβο τρόπο που ταιριάζει σε μια σπουδαία ηθοποιό.


Η παράσταση έχει πολύτιμη ψυχοθεραπευτική δύναμη. Προφανώς, και λόγω δομής και υλικών, δεν απευθύνεται στους θεατές ως κοινό, ως σύνολο ομοίων, αλλά σε καθέναν ξεχωριστά. Η Αγγελική Παπαθεμελή και η Σοφία Κορώνη ακολουθούν με σπάνια ευαισθησία την υπόδειξη της Βιρτζίνια Γουλφ στον νέο ποιητή: «Αυτό ίσως είναι το έργο σου – να βρεις τη σωστή σχέση ανάμεσα σε πράγματα που φαίνονται αταίριαστα κι ωστόσο έχουν μια μυστηριώδη συγγένεια. Να αφομοιώσεις κάθε εμπειρία που σου προσφέρεται, άφοβα, έτσι ώστε το ποίημά σου να αποτελέσει ολότητα, όχι απόσπασμα. Να αναστοχαστείς την ανθρώπινη ζωή ποιητικά και να μας δώσεις έτσι ξανά την τραγωδία και την κωμωδία, μέσα από χαρακτήρες που δεν αναπτύσσονται σε μάκρος με τον τρόπο του μυθιστοριογράφου, αλλά συμπτύσσονται και συντίθενται κατά τον τρόπο του ποιητή» («Γράμμα σε έναν νέο ποιητή», εκδ. Άγρα 2012).

 

«Και θα σφάξουμε το κουνέλι. Η ζωή είναι ωραία. Η ζωή είναι καλή. Θα σφάξουμε το κουνέλι»
Σκην./ Ερμ.: Σοφία Κορώνη / ομάδα Horses in my Dreams, Αγγελική Παπαθεμελή


BIOS.TESLA
Πειραιώς 84, Αθήνα,
210 3425335
19/1-1/3, Δευτ., Τρ.
20:30. Εισ.: €10