Όταν σηκώθηκε η αυλαία, αποκαλύφθηκε το σκηνικό της Βίκι Μόρτιμερ, το οποίο, λουσμένο στο φως, έλαμπε μέσα στο σκοτάδι της Κεντρικής Σκηνής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, προϊδεάζοντας τον θεατή για το τι θα ακολουθούσε.


Και αυτό που ακολούθησε ήταν πράγματι μια λαμπερή και τρομερά ενδιαφέρουσα παράσταση της δημοφιλούς όπερας «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, εμπνευσμένης από το μπεστ-σέλερ της εποχής του «Η νύφη των Λάμερμουρ» του Ουόλτερ Σκοτ, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1835 στη Νάπολη σε λιμπρέτο του ποιητή Σαλβατόρε Καμαράνο.


Τη συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και της Βασιλικής Όπερας του Λονδίνου (Κόβεντ Γκάρντεν), σε σκηνοθεσία της όχι και τόσο συμβατικής σκηνοθέτιδος Κέιτι Μίτσελ, συνόδευαν διάφορες φήμες.


Καταρχάς, λεγόταν ότι επρόκειτο για μια παράσταση φιλτραρισμένη μέσα από μια «στρατευμένη» φεμινιστική ματιά, ότι ενόχλησε το Λονδίνο με τους νεωτερισμούς της, ότι η πρώτη εκδοχή σόκαρε τόσο πολύ με την προσθήκη σεξ και βίας που η Μίτσελ αναγκάστηκε να αναθεωρήσει, αφαιρώντας κάποιες «ακρότητες».

 

Το περίφημο λουτρό αίματος που περιμέναμε να δούμε στη σκηνή του φόνου δεν ήταν και τόσο απωθητικό. Βέβαια, για κάποιους τα τεκταινόμενα στην κρεβατοκάμαρα ήταν αποπροσανατολιστικά, αποσπώντας την προσοχή τους από το τραγούδι. Επίσης, ορισμένοι σχολίασαν ότι ο εκτενής ρεαλισμός «απογύμνωσε» το έργο από τον ρομαντισμό του.


Γι' αυτό, όταν πια προσγειώθηκε στο «Νιάρχος» τη βραδιά της πρεμιέρας, ίσως και να μη σόκαρε τόσο, όσο απογοήτευσε το συντηρητικό κοινό της Λυρικής. Κατ' άλλους, πάλι, ενθουσίασε.


Το χωρισμένο στα δύο σκηνικό με την παράλληλη δράση ήταν μια ευφυής κίνηση εκ μέρους της Μίτσελ. Σε μια εποχή που η εικόνα κυριαρχεί και ενίοτε εξοβελίζει τον λόγο και την οριζόντια αφήγηση, η σκηνοθέτις που συχνά εκμεταλλεύεται την τεχνολογία και κάνει χρήση πολυμέσων και κάμερας δημιούργησε μια συνθήκη πιο «ενεργητική» παρά ένα «τεμπέλικο» στήσιμο.

 

Το χωρισμένο στα δύο σκηνικό με την παράλληλη δράση ήταν μια ευφυής κίνηση εκ μέρους της Μίτσελ. Φωτο: Stephen Cummiskey
Το χωρισμένο στα δύο σκηνικό με την παράλληλη δράση ήταν μια ευφυής κίνηση εκ μέρους της Μίτσελ. Φωτο: Stephen Cummiskey


Όλα εκείνα που είναι συνήθως αποδεκτά στο θέατρο, η υπερκινητικότητα και η υπερβολική επεξήγηση, άφηναν εκτός κάθε ρομαντικό στοιχείο του έργου, συμπληρώνοντας τα κενά κατά τη γνώμη της, και ίσως αυτό ακριβώς ήταν που δίχασε το κοινό που ενδιαφέρεται περισσότερο για άριες και λιγότερο για σκηνοθετικές εξτραβαγκάντσες.


Ωστόσο, με τη συνδρομή της μόνιμης σκηνογράφου της Βίκι Μόρτιμερ η Μίτσελ έστησε αυτή την παράσταση, αποφεύγοντας να κάνει το κοινό της να πλήξει εξαιτίας μιας ακόμα συμβατικής σκηνοθεσίας. Δηλαδή, για κάποιον σαν εμένα που δεν είναι φανατικός με την όπερα ή για ένα νεανικό κοινό που δεν είναι απαραίτητα εξοικειωμένο με το είδος, η εκδοχή της Μίτσελ αποτελεί μια εμπνευσμένη σκηνοθεσία που όντως έντυσε το «σκονισμένο» έργο του Ντονιτσέτι με μια γυναικεία ματιά, αποδυναμώνοντας την κυριαρχία των αντρών.

 

Λόγου χάρη, στην πρώτη σκηνή το εκπληκτικό σκηνικό αποτελούνταν από ένα αλσύλλιο στα αριστερά και ένα απλόχωρο δωμάτιο αρχοντικού στα δεξιά.

 

Στη μια πλευρά συναντιόντουσαν ο Νορμάνο, επικεφαλής της φρουράς του κάστρου των Άστον, με τον Ενρίκο Άστον, αδελφό της Λουτσία, ενώ παράλληλα παρακολουθούσαμε τη Λουτσία που με τη βοήθεια της υπηρέτριάς της προσπαθούσε να μασκαρευτεί με τα ρούχα του αδελφού της για να πάει να συναντήσει τον αγαπημένο της Εντγκάρντο, που ο αδελφός της μισεί. Ήδη αυτό το εύρημα υπογραμμίζει τον περιορισμό της γυναίκας στο σπίτι τη νύχτα.


Γενικότερα, η τοποθέτηση της δράσης τον 19ο αιώνα, δηλαδή την εποχή που το έργο γράφτηκε, και όχι τον 18ο, όπως είναι στο αυθεντικό γοτθικό μυθιστόρημα, αποτελεί επιλογή της Μίτσελ ώστε να σχολιάσει μια χειραφετημένη γυναίκα που προσπαθεί να διαχειριστεί τη ζωή της και τον έρωτά της κόντρα στις κοινωνικές συμβάσεις του καιρού της, σε αντίθεση με τις γυναίκες του προηγούμενου αιώνα. Αυτή η «διόρθωση» πρόσφερε στη Μίτσελ όλες τις σκηνοθετικές ελευθερίες που χρειαζόταν.

 

Η πρεμιέρα έτυχε μιας διανομής που ξεπερνούσε κάθε προσδοκία.
Η πρεμιέρα έτυχε μιας διανομής που ξεπερνούσε κάθε προσδοκία.

 

Τα εκπληκτικής ομορφιάς κοστούμια και οι εξονυχιστικές λεπτομέρειες των εναλλασσόμενων σκηνικών (κρεβατοκάμαρα, σάλα με μπιλιάρδο, μπάνιο, αλσύλλιο) αφενός πιστοποιούσαν τη μετατόπιση του χρόνου δράσης, αφετέρου πρόσφεραν, μαζί με τους φωτισμούς του Τζον Κλαρκ, την επιδιωκόμενη από τη Μίτσελ κινηματογραφικότητα.

 

Εδώ να προσθέσω και την εμφάνιση των δύο φαντασμάτων, μιας νέας γυναίκας, προγονής της Λουτσία, που λόγω ερωτικού αδιεξόδου οδηγήθηκε στην αυτοκτονία, γεγονός στο οποίο αναφέρεται η πρωταγωνίστρια, αλλά και εκείνο της μάνας της, που πρόσφατα έχει χάσει.

 

Οι δύο φιγούρες, ντυμένες στα λευκά, διασχίζουν τη σκηνή με ακριβέστατες χορογραφικά εισόδους και εξόδους κάθε φορά που οι σκέψεις της Λουτσία τις ανακαλούν. Η εκπληκτική σκηνογραφία δεν έπαψε να με εκπλήσσει σε κάθε νέα δράση και πάντα να συμπληρώνει την πλοκή της όπερας με τις διάσημες μπελ κάντο άριες.


Η πρεμιέρα έτυχε μιας διανομής που ξεπερνούσε κάθε προσδοκία. Ο Ενρίκο, ερμηνευμένος από τον Μάρκο Καρία, είχε δυναμισμό, αν και, όπως μας ανακοινώθηκε, ο βαρύτονος ήταν ελαφρός άρρωστος, ο Εντγκάρντο του Αλεξέι Ντόλγκοφ, που ήταν επίσης αδιάθετος λόγω ίωσης τη βραδιά εκείνη, άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις και η ερμηνεία του βαθύφωνου Χριστόφορου Σταμπόγλη ως ιερέα-παιδαγωγού για μια ακόμα φορά ξεχώρισε.


Η Χριστίνα Πουλίτση στον ρόλο της Λουτσία, μιας εμβληματικής ηρωίδας για κάθε υψίφωνο, έδωσε μια μαγική ερμηνεία, παρ' όλα τα εμπόδια που της έβαλε η σκηνοθέτις, π.χ. να τραγουδήσει την εξαιρετικά απαιτητική σκηνή της τρέλας επάνω σε τραπέζι κινούμενη αδιάκοπα. Μάλιστα, στη σκηνή της τρέλας καταχειροκροτήθηκε, χωρίς να διαταραχθεί η ροή της παράστασης.


Το περίφημο λουτρό αίματος που περιμέναμε να δούμε στη σκηνή του φόνου δεν ήταν και τόσο απωθητικό. Βέβαια, για κάποιους τα τεκταινόμενα στην κρεβατοκάμαρα ήταν αποπροσανατολιστικά, αποσπώντας την προσοχή τους από το τραγούδι. Επίσης, ορισμένοι σχολίασαν ότι ο εκτενής ρεαλισμός «απογύμνωσε» το έργο από τον ρομαντισμό του.

 

Η Πουλίτση αποθεώθηκε, αποσπώντας τα περισσότερα χειροκροτήματα. Μου φαίνεται ότι αν για κάποιον αποδείχτηκε αδιαμφισβήτητος θρίαμβος η αθηναϊκή πρεμιέρα, ήταν κυρίως για εκείνην.
Η Πουλίτση αποθεώθηκε, αποσπώντας τα περισσότερα χειροκροτήματα. Μου φαίνεται ότι αν για κάποιον αποδείχτηκε αδιαμφισβήτητος θρίαμβος η αθηναϊκή πρεμιέρα, ήταν κυρίως για εκείνην.


Παρ' όλα αυτά, έχει ενδιαφέρον το ότι στη σκηνή του φόνου, κατά την οποία η Λουτσία καταφέρνει στον σύζυγό της άπειρες μαχαιριές, η Μίτσελ τοποθετεί και την υπηρέτρια, κάτι που είτε δείχνει οργανωμένο δόλο και όχι παράνοια είτε ότι οι γυναίκες αντιδρούν ενωμένες απέναντι στο ανδροκρατούμενο κατεστημένο.

 

Πρόκειται για μια σαφέστατη επιλογή της σκηνοθέτιδος, αφού η συγκεκριμένη σκηνή δεν υπάρχει καν στην αυθεντική όπερα.


Το ίδιο ισχύει και για τη βαμμένη στο αίμα σκηνή της έκτρωσης, μετά την οποία η Λουτσία αφήνει την τελευταία της πνοή μέσα στην μπανιέρα, η οποία αποδίδεται μεν με έναν εφετζίδικο και απολύτως κινηματογραφικό τρόπο, ωστόσο υπονοεί ότι η Λουτσία ήταν ήδη έγκυος από τον Εντγκάρντο, πράγμα επίσης τολμηρό για μια γυναίκα του 19ου αιώνα.


Όπως και να 'χει, οι συντελεστές καταχειροκροτήθηκαν από το κοινό της Λυρικής, που είχε να δει Λουτσία από τη δεκαετία του '80. Χειροκροτήθηκε ξεχωριστά ο φλαουτίστας για τη σκηνή της τρέλας, ως είθισται σε κάθε παράσταση της «Λουτσία ντι Λαμερμούρ», ο μαέστρος Γιώργος Πέτρου επίσης, μαζί με την ορχήστρα, ενώ η Πουλίτση αποθεώθηκε, αποσπώντας τα περισσότερα χειροκροτήματα.

 

Μου φαίνεται ότι αν για κάποιον αποδείχτηκε αναμφισβήτητος θρίαμβος η αθηναϊκή πρεμιέρα, ήταν κυρίως για εκείνην.

 

Φωτο: Stephen Cummiskey
Φωτο: Stephen Cummiskey