Η διαδρομή από το λιμάνι της Επιδαύρου μέχρι το μικρό θέατρο, μαγευτική. Η καταπράσινη βλάστηση δίπλα στη θάλασσα πυκνή και να ευωδιάζει, προσφέροντας λίγη δροσιά εν μέσω αδυσώπητου καύσωνα. Τα χαμόγελα και οι χαρές για την πρώτη παράσταση της φετινής σεζόν στην Επίδαυρο έπαιρναν κι έδιναν από όλους όσους είχαν καταφθάσει να παρακολουθήσουν την «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζά στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου. Οι πάντες ήταν σε καλή διάθεση και είχαν την πεποίθηση ότι τους περίμενε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον, αν όχι πάρα πολύ καλό αποτέλεσμα. Ο πειραματικός του χαρακτήρας αποτελούσε το κυρίως εχέγγυο. Έμενε να αποδειχθεί.

 

Μπαίνοντας στο χώρο του αρχαίου θεάτρου το πρώτο πράγμα που αναπόδραστα παρατηρήσαμε ήταν το σκηνικό - εικαστική εγκατάσταση. Ολόκληρη η ορχήστρα καλυμμένη με λευκούς κορσέδες, ενδεχομένως και με άλλα γυναικεία ενδύματα. Στο κέντρο περίπου ξεπρόβαλε ένα κλαδί, ένα μικρό δέντρο το οποίο μόλις πάει να πάρει ύψος, να ορθωθεί. Στο βάθος και μπροστά από το αγροτόσπιτο που δεσπόζει στον ευρύτερο χώρο του θεάτρου, οι τρεις ηθοποιοί Χρήστος Λούλης, Γιώργος Γάλλος και Μιχάλης Σαράντης, που θα ερμήνευαν το έργο, περίμεναν υπομονετικά, ντυμένοι με μαύρα κοστούμια –σαν ιερατικά άμφια τελετουργικού χαρακτήρα-, να γεμίσει το κοίλο ώστε να ξεκινήσει η παράσταση. Κάποτε έγινε κι  αυτό – με μικρή καθυστέρηση κι ενώ ο ουρανός είχε πια σκοτεινιάσει εντελώς.

 

Μες στο σκοτάδι, με τον «ήλιο» να λάμπει, καθώς οι φωνές των τριών ερμηνευτών «έψαλαν» τους τελευταίους στίχους του έργου συγχρονισμένα, έμοιαζε η παράσταση να ολοκλήρωνε το τελετουργικό όπως ακριβώς είχε ξεκινήσει: με έλεος και φόβο απέναντι στα ανθρώπινα πάθη.

 

Ο προβολέας φώτισε το μικρό δέντρο και οι ηθοποιοί άρχισαν την αφήγηση της ιστορίας της Μήδειας. Ναι, στην αρχή ήταν η αφήγηση, η απαρχή όλων, πως ξεκίνησε αυτή η περιπέτεια, με περιγραφές των ηρώων, οι σκοποί τους, οι κινήσεις τους, οι αποφάσεις τους, οι συμπεριφορές τους, δράση σε χρόνο παρελθόντα. Συνάμα περιγραφές σαν σκηνικές οδηγίες, οι σημειώσεις σεναρίου μιας ταινίας για τη «βάρβαρη» Μήδεια, εκείνη που γύρισε ο Ιταλός διανοούμενος και σκηνοθέτης του κινηματογράφου Πιέρ Πάολο Παζολίνι αντλώντας κυρίως από το μύθο και ελάχιστα από την τραγωδία του Ευριπίδη. Είχε τρομερό ενδιαφέρον να ακούς από τους δύο στην αρχή άντρες (τον Σαράντη και τον Λούλη) να παραθέτουν τα γεγονότα με αυτή την «αποστασιοποιημένη» θέση παρεμβάλλοντας ενίοτε και σταδιακά στίχους του δράματος, σαν να ήθελαν να μας εισάγουν στην επόμενη φάση, που φυσικά δεν ήταν άλλη από το έργο του Ευριπίδη. Στυλιζαρισμένοι, παίρνοντας χορογραφικές παγωμένες στάσεις, ήταν σαν να διηγιόντουσαν μια παλιά, πολύ παλιά ιστορία, σαν ένα παραμύθι μιας πριγκίπισσας από την Κολχίδα, τον ερχομό ενός Έλληνα με στόχο να αρπάξει από τον τόπο της το Χρυσόμαλλο Δέρας, και μετά οι αποφάσεις εκείνης να τον στηρίξει, σκοτώνοντας τον αδελφό της, επιλέγοντας να εγκαταλείψει οικογένεια και πατρίδα ώστε να τον ακολουθήσει στην Ελλάδα. Να καταντήσει μια «ξένη».

 

Φωτό: Μαριλένα Σταφυλίδου
Φωτό: Μαριλένα Σταφυλίδου

 

Κι όταν η αρχαία ιστορία περίπου έφτασε στο «σήμερα», δηλαδή στην αφετηρία του έργου του Ευριπίδη, κι όλα εκείνα που πρόκειται να συμβούν στην Κόρινθο, μπήκε στο παιχνίδι αυτής της αφήγησης και ο τρίτος υποκριτής, ο Γιώργος Γάλλος παίρνοντας το ρόλο της Μήδειας, όχι σαν ένας ερμηνευτής που θα υποδυόταν έναν γυναικείο χαρακτήρα, αλλά περισσότερο σαν να έπαιρνε  τη σκυτάλη της αφήγησης αποκαλύπτοντας τι είπε στη συνέχεια της ιστορίας η ίδια η Μήδεια. Από εκείνη τη στιγμή ο Μιχάλης Σαράντης έγινε τροφός, χορός, (συγκλονιστικός) αγγελιαφόρος, ο κύριος σχολιαστής του δράματος. Με έναν εξαιρετικό συντονισμό οι τρεις τους, έπαιζαν απόλυτα πειθαρχημένοι δίνοντας πάσα ο ένας στον άλλον, ερμηνεύοντας όχι απαραίτητα με πάθος και δέος τους ρόλους του έργου αλλά «απαγγέλλοντας» τους σπουδαίους αυτούς  στίχους με μια απόσταση από τα γεγονότα και τους ίδιους τους ήρωες. Ο Χρήστος Λούλης «ερμηνεύοντας» τους αντρικούς ρόλους, τον βασιλιά της Κορίνθου Κρέοντα, τον Ιάσωνα, τον Παιδαγωγό και τον Αιγέα, ήταν σαν να χρησιμοποιούσε όλα τα «εργαλεία» της αντρικής φιλοδοξίας, τον κυνισμό και τους ανόητους υπολογισμούς απογυμνώνοντας τους άντρες αυτούς και περίπου γελοιοποιώντας τους.

 

Οι σκηνές μεταξύ Μήδειας και Κρέοντα μεγάλης δύναμης, ένας ανταγωνισμός εξουσίας, οι σκηνές μεταξύ Μήδειας και Ιάσωνα, ένα παιχνίδι συμφερόντων και υποκριτικών εξηγήσεων που συχνά προκαλούσαν το αυθόρμητο γέλιο του κοινού όπως στον στίχο του Ιάσωνα «Τόσο κατάντησε τα θηλυκά να λογαριάζουνε τον έρωτα, που αν το κρεβάτι τους καλά αρμενίζει – το σύμπαν σωστά πορεύεται». Η οργή της προδομένης γυναίκας δεν χρειαζόταν ένταση. Ο Γάλλος σε χαμηλούς τόνους κέρδιζε με κάθε στίχο το δίκιο της Μήδειας. Εμβόλιμα ο Καρατζάς,  με τη συνδρομή της Θεοδώρας Καπράλου, ενέταξε και αποσπάσματα από τη «Μήδεια» του Ζαν Ανούιγ. Όπως και από το «Μήδειας Υλικό» του Χάινερ Μίλλερ. Χαρακτηριστική η φράση: «Μου χρωστάς έναν αδερφό Ιάσων».

 

Φωτό: Μαριλένα Σταφυλίδου
Φωτό: Μαριλένα Σταφυλίδου

 

Η εξαιρετική μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη, που πρωτοακούστηκε στην ιστορική παράσταση, σε σκηνοθεσία του ίδιου το 1976 στο ΚΘΒΕ, με τη Μελίνα Μερκούρη, κι αργότερα στην ταινία του Ζυλ Ντασέν «Κραυγή γυναικών» παραμένει ευφυέστατη. Ο ομόκεντρος φωτεινός κύκλος που αποκαλύφθηκε (αφού πρώτα ξεριζώθηκε το δεντράκι - και τα παιδιά δεν ζούσαν πια) λίγο πριν την κορύφωση του έργου στο κέντρο της ορχήστρας, θύμιζε πολύ τη σπειροειδή σάλπιγγα (αιδοίο;)  εκείνης της παράστασης. Μες στο σκοτάδι, με τον «ήλιο» να λάμπει, καθώς οι φωνές των τριών ερμηνευτών «έψαλαν»  τους τελευταίους στίχους του έργου συγχρονισμένα, έμοιαζε η παράσταση να ολοκλήρωνε το τελετουργικό όπως ακριβώς είχε ξεκινήσει: με έλεος και φόβο απέναντι στα ανθρώπινα πάθη. Και η φράση του Μίλλερ «θέλω τον κόσμο να κόψω στα δυο, να κατοικήσω στο κενό ανάμεσα εγώ ούτε γυναίκα ούτε άνδρας» δικαίωνε αυτή την «αντρική» παράσταση που ουσιαστικά καθαγίασε τη «γυναικεία» της υπόσταση.  Το κοινό αποθέωσε τους ηθοποιούς , τον σκηνοθέτη και τους υπόλοιπους συντελεστές με μια βαθιά ικανοποίηση. Είχαμε όντως γίνει μάρτυρες μιας ξεχωριστής και δυνατής θεατρικής εμπειρίας.