ADVERTORIAL

 

«Αν υπάρχει ένα βιβλίο που θέλεις να διαβάσεις, αλλά δεν έχει γραφτεί, τότε εσύ πρέπει να το γράψεις»: Αυτά τα λόγια της Toni Morrison, μεταξύ άλλων, έδωσαν την αφορμή στον Robert Jones Jr. να γράψει τους «Προφήτες», σε μια απόπειρα να μιλήσει για κάτι που ο ίδιος θεωρούσε ότι έλειπε από την αμερικανική λογοτεχνία, την προβολή του queer στοιχείου στην κοινότητα των σκλάβων του αμερικανικού Νότου. Το πλαίσιο το βρήκε μέσα από τις Αφρικανικές Σπουδές που επέλεξε να ακολουθήσει όταν επέστρεψε στο πανεπιστήμιο, στα τριάντα του. Μέσα από τα διαβάσματά του διαπίστωσε ότι περίπου μέχρι το 1930 δεν υπήρχε καμιά τέτοια αναφορά στη λογοτεχνία, μόνο σποραδικά περιγραφές βιασμού μαύρων σκλάβων από τα αφεντικά τους. «Η αγάπη, όμως, πού υπάρχει σε όλο αυτό;» αναρωτήθηκε.

 

Κάπως έτσι άρχισε να μαζεύει στοιχεία και να προσπαθεί να βρει τρόπους να μεταφέρει σε λέξεις όσα πίστευε ότι θα δικαίωναν τους προγόνους αλλά και τους συγχρόνους τους, προωθώντας με τον τρόπο του τα ζητήματα της συμπερίληψης και της ορατότητας πολύ πριν τεθούν με τον σημερινό επιτακτικό τρόπο. Καταλάβαινε, επίσης, πως η εικόνα που είχε επικρατήσει για τους σκλάβους ήταν, λίγο πολύ, «ρομαντική»: οι περισσότεροι είχαν στο μυαλό τους ανθρώπους που δούλευαν σε φυτείες, μαζεύοντας βαμβάκι, έμεναν σε καλύβες και στον ελεύθερο χρόνο τους τραγουδούσαν, ενισχύοντας τους ούτως ή άλλως ισχυρούς δεσμούς που τους ένωναν. Θέλησε, λοιπόν, να τους τοποθετήσει στις σωστές συνθήκες και σε ρεαλιστικές, ιστορικά σωστές διαστάσεις. Παράλληλα, όντας σε επαφή με τη μεταφυσική πλευρά που συχνά προϋποθέτει η ιδιότητα του συγγραφέα, ένιωθε πως έπρεπε να αφήσει τους προγόνους του να μιλήσουν μέσω αυτού, να πουν την ιστορία τους, την «προφητεία» τους, ενώνοντας έτσι τα μέλη της αφρικανικής διασποράς μέσα στον χρόνο και στον χώρο.

 

Τι μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο να αλυσοδέσει έναν άλλο άνθρωπο;
Πίνακας της Simone Martin-Newberry που συνόδευε την πρώτη αποθεωτική κριτική του βιβλίου στους New York Times.

 

Η σύνθεση όλων αυτών των στοιχείων σε ένα μυθιστόρημα, τού πήρε δεκατέσσερα χρόνια, τα οποία αποτέλεσαν, όπως ο ίδιος δήλωσε, «ένα μοναχικό και τρομακτικό, πολλές φορές, ταξίδι», καθώς δεν ήξερε τι τον περίμενε στο τέλος της διαδρομής. Φοβόταν για τον τρόπο που η κριτική θα αντιμετώπιζε το μυθιστόρημα, δεδομένου ότι η θεματολογία θίγει και θρησκευτικά ζητήματα, κατηγορώντας τον ίσως για απροκάλυπτη προώθηση της queer ατζέντας. Διαβάζοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης θα καταλάβει ότι πηγαίνει πολύ πιο μακριά από αυτό.

 

Τι να πει κανείς για τους υπέροχους γυναικείους χαρακτήρες, ζωντανοί και παλλόμενοι, που διαφυλάττουν τη μνήμη, την ουσία της ύπαρξης. Για τους «κακούς» της αφήγησης, τόσο δυνατά πλασμένους που σου ζητούν να αναζητήσεις γιατί συνηθισμένοι άνθρωποι σαν όλους μας θεωρούν φυσιολογικό να έχεις άλλους ανθρώπους σε δεσμά.

 

Στο κέντρο της ιστορίας ο Αϊζάια και ο Σάμιουελ, σκλάβοι σε μια φυτεία του αμερικανικού Νότου, σε έναν κόσμο που ορίζουν οι σκληροί αφέντες, φροντίζουν ο ένας τον άλλο, δημιουργώντας ένα καταφύγιο ανθρωπιάς και τρυφερότητας. Ώσπου ένας μεγαλύτερος σκλάβος, προσπαθώντας να κερδίσει την εύνοια του αφέντη, κηρύττει τη θρησκεία του, στρέφοντας τους σκλάβους τον έναν εναντίον του άλλου και μετατρέποντας την αγάπη του Αϊζάια και του Σάμιουελ σε απειλή για την αρμονία της φυτείας.

 

Αξιοποιώντας το υλικό στο οποίο είχε πρόσβαση μέσω των σπουδών του αλλά και τη δυνατότητα που του παρείχε η διαδικτυακή του κοινότητα για την κοινωνική δικαιοσύνη, Son of Baldwin ‒έχει πάνω από 275.000 ακολούθους‒ μέσω της επαφής με πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, να καταλάβει ότι δεν υπάρχει μόνο η δική του οπτική, εξερεύνησε ζητήματα που στοιχειώνουν την Αμερική από την ίδρυσή της. Μπορεί η αγάπη μεταξύ των δύο ανδρών να είναι το επίκεντρο των «Προφητών», αλλά ο συγγραφέας καταλήγει να μιλάει για τον άνθρωπο γενικά, την ανάγκη του να είναι ορατός και ελεύθερος.

 

Και όλα αυτά με έναν λυρισμό που θυμίζει Toni Morrison και έχει τον ρυθμό των μπλουζ, των γκόσπελ και της τζαζ που ο Robert Jones Jr. άκουγε εκ περιτροπής όταν έγραφε το βιβλίο. Έναν λυρισμό μέσω του οποίου επιπροσθέτως, ο συγγραφέας προκρίνει την ζωή απέναντι στον φόβο και τον θάνατο.

 

Δεν είναι και τόσο παράξενο, λοιπόν, που με το ντεμπούτο του στη λογοτεχνική σκηνή μπήκε στη βραχεία λίστα για το National Book Award, το Prix Medicis ξενόγλωσσου μυθιστορήματος, το Grand Prix de Litterature Americaine, και είναι υποψήφιο για το Prix Femina.

 

«Τελικά είναι μια ελπιδοφόρα ιστορία», έχει πει ο συγγραφέας, «μας ζητά να αναδείξουμε, να τιμήσουμε και να εκφράσουμε την ανθρώπινη πλευρά μας, προστατεύοντας τον πλανήτη, τα παιδιά μας, καταργώντας τις διακρίσεις, σταματώντας τον φαύλο κύκλο του τραύματος που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά και κάνοντας τον κόσμο καλύτερο».

 


Robert Jones Jr.

Οι Προφήτες

Μτφρ.: Ρηγούλα Γεωργιάδου

Εκδόσεις Διόπτρα

Σελ.: 504

Οδηγός Βιβλίου