ADVERTORIAL

 

H  Άννα Σωτρίνη γεννήθηκε στον Πειραιά. Είναι συγγραφέας με αρκετούς τίτλους βιβλίων στο ενεργητικό της, κυρίως στον χώρο της ποίησης. Επίσης, είναι θεατρική σκηνοθέτις και καθηγήτρια υποκριτικής και αυτοσχεδιασμού στη Δραματική Σχολή Βεάκη. Αυτή την περίοδο τη συναντάμε στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, στην Πειραιώς, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:30 μέχρι και τις 23 Μαΐου, αφού έχει σκηνοθετήσει την παράσταση Η απολογία του βασιλιά Λεοπόλδου του Β’.

 

Παράλληλα, κυκλοφορεί η νέα της ποιητική συλλογή Ερωτήματα σε χώρο κενό από τις εκδόσεις Ατρειδών Κύκλος.

 

— Τι απ’ όλα είναι η Άννα Σωτρίνη, καθηγήτρια, συγγραφέας ή σκηνοθέτις;

«Αναγεννησιακός άνθρωπος», δηλαδή ντεμοντέ! Ζούμε στον αιώνα της ειδίκευσης, που όλα μοιάζουν να στερούνται… περιέργειας. Τελείωσα ένα εξαιρετικό σχολείο, το λαογραφικό της Αγγελικής Χατζημιχάλη (δυστυχώς πλέον έχει κλείσει, και δεν το θεωρώ τυχαίο). Εκεί έμαθα, παράλληλα με τα μαθήματα του σχολείου, να υφαίνω σε πέντε διαφορετικά είδη αργαλειών, είκοσι πέντε παραδοσιακές βελονιές κεντήματος, να κατασκευάζω κούκλες και σκηνικά κουκλοθέατρου, να κάνω διασκευές παραδοσιακών παραμυθιών, να χορεύω και να τραγουδάω από κυπριακά μέχρι ποντιακά, και, τέλος, μεταλλοπλαστική, να φτιάχνω μόνη μου από τα καλέμια μου μέχρι να σκαλίζω αντικείμενα σε ασήμι και χαλκό, χωμένη μέσα στην πίσσα και το βιτριόλι. Νομίζω από εκεί ξεκινούν όλα, όταν το σχολείο σού δίνει ερεθίσματα για να ψάχνεις διαρκώς σε διάφορους και διαφορετικούς δημιουργικούς κόσμους, να ασκείς τη φαντασία και τις δεξιότητές σου, όταν ο στόχος του, μέσα σε όλα τα άλλα, είναι να αποκτήσεις ως μαθητής καλλιέργεια και παιδεία, ξεφεύγοντας από τη στείρα εκπαίδευση, τότε οι άνθρωποι μπορούμε να είμαστε σαφώς πιο ολοκληρωμένοι. Τελικά, νομίζω ότι είμαι το «παιδί» του σχολείου μου, δηλαδή πολλά και διαφορετικά πράγματα μαζί. 

 

— Υπάρχει συνταγή επιτυχίας, τόσο σε ένα βιβλίο όσο και σε ένα θεατρικό έργο;

Εξαρτάται από το πώς την εννοούμε, οικονομική ή η καλλιτεχνική; Αυτές οι δύο μορφές επιτυχίας σπάνια συμπορεύονται. Για μένα επιτυχία είναι στο τέλος μιας κοπιαστικής διαδρομής να πω ότι αυτό ήθελα τελικά να κάνω, και να είμαι ικανοποιημένη. Είμαι ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού μου, σχεδόν υποχονδριακά τελειομανής και ταυτόχρονα ένας στρατός ατάκτων.

 

— Πώς νομίζετε ότι θα μπορούσε να αναπτυχθεί η φιλαναγνωσία στα σχολεία;

Με αλλαγή του τρόπου που γίνονται τα μαθήματα στο σχολείο. Νομίζω ότι πρέπει να μετεκπαιδεύσουμε, στον τρόπο διδασκαλίας, τους φιλόλογους και κυρίως τους υπεύθυνους για τις κατευθύνσεις της διδασκαλίας – και το εννοώ σοβαρά. Δεν είναι τα πάντα γραμματική. Στην ποίηση, για παράδειγμα, ελάχιστη σχέση έχουν οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις ή το τι θέλει να πει ο ποιητής με το καθαυτό δημιούργημα. Ο ποιητής μπορεί να λέει ό,τι θέλει, το ζήτημα είναι πώς εισπράττει τις λέξεις του κάθε μαθητής-αναγνώστης. Κάθε μορφή τέχνης είναι υποκειμενική στην πρόσληψή της και αυτό είναι το ενδιαφέρον. Με τον τρόπο όμως που γίνεται η διδασκαλία, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τα παιδιά βαριούνται. Δεν θα γίνουν όλοι ποιητές και συγγραφείς αλλά μπορούν να γίνουν οι περισσότεροι από αυτούς καλοί αναγνώστες. Και αυτό θα έπρεπε να είναι το στοίχημα του δασκάλου. Και με το μάθημα του θεάτρου στη μέση εκπαίδευση το ίδιο συνέβη. Δεν είναι μάθημα για να γεμίσουμε το χώρο με ηθοποιούς –έχουμε ήδη αρκετούς– αλλά για να δημιουργήσουμε καλλιεργημένους θεατές. Έστω και ένα παιδί να κερδίσει ο δάσκαλος στην αίθουσα, ανεβαίνει το επίπεδο των πολιτών που διαθέτουν παιδεία και καλλιέργεια, κι αυτό είναι κέρδος για κάθε χώρα.

 

— Φέτος σκηνοθετείτε την παράσταση «Η απολογία του βασιλιά Λεοπόλδου Β’». Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο.

Είναι έργο πολιτικό, ιστορικό, αλλά ταυτόχρονα σπαραχτικά σαρδόνιο. Ο «υπαίτιος» είναι ο συγγραφέας του, ο Mark Twain, και ο Θεοδόσης Πελεγρίνης που έκανε μια σχεδόν αόρατη δραματουργική επεξεργασία στο κείμενο. Πώς μπορείς όμως να αντιμετωπίσεις την απόλυτη κτηνωδία, την α-συναισθησία, την απληστία, τη σκληρότητα, την κατάχρηση εξουσίας, τη φιλαργυρία, τη ματαιοδοξία, την αμετροέπεια, την παράνοια, το απόλυτο κακό; Όλα αυτά, ναι, ήταν ο Λεοπόλδος Β’ του Βελγίου για τους ανυποψίαστους κατοίκους του Κονγκό, που σε μία εικοσαετία και κάτι, μεταξύ 1884 και 1908, αποδεκάτισε το 1/3 του πληθυσμού με αγριότητες, σφαγές, ακρωτηριασμούς, πείνα, κανιβαλισμούς, προς χάριν του ελεφαντόδοντου και κυρίως της ανερχόμενης αγοράς στη Δύση του καουτσούκ, καταπατώντας το σύνταγμα που του έδωσαν, μαζί με τη χώρα, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ως προσωπική του περιουσία. Απίστευτα πράγματα από ανθρώπους προς ανθρώπους, άγνωστα στο ευρύ κοινό, παρουσιάζει το έργο του Twain που για πρώτη φορά ανεβαίνει στη χώρα μας. Με έναν Λεοπόλδο –στον ρόλο ο Θεοδόσης Πελεγρίνης– να αυτογελοιοποιείται, προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και αυτή να είναι η καλύτερη εκδίκηση προς πάσα κατάχρηση εξουσίας: η χλεύη.  

 

— Έχετε ελεύθερο χρόνο; Και αν ναι, πώς τον περνάτε;

Έτσι όπως τα έχω καταφέρει, έχω ελάχιστο χρόνο. Όταν βρίσκω την ευκαιρία, απλώς κοιμάμαι. Αλήθεια λέω!

Οδηγός Βιβλίου