Το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης παρουσιάζει την έκθεση φωτογραφίας του Στράτου Καλαφάτη, Αρχιπέλαγος, στο Μέγαρο Εϋνάρδου.

 

Ο Στράτος Καλαφάτης γράφει στον πρόλογο της αντίστοιχης έκδοσης που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα: «Η εργασία του Αρχιπελάγους ξεκίνησε από μια ανάθεση  των επιμελητών  της 10ης Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας. Η Κατερίνα Κοτζιά, ο Ηλίας Κωνσταντόπουλος, ο Λόης Παπαδόπουλος και η Κορίνα Φιλοξενίδου, στηριγμένοι στην αιρετική πεποίθηση του ιστορικού Ruggiero Romano ότι το Αρχιπέλαγος είναι μια πόλη, έθεσαν την ιδέα αυτή ως άξονα της ελληνικής συμμετοχής.


Αυτήν τη θεματική της υδάτινης πόλης προσπαθήσαμε να οπτικοποιήσουμε, μαζί με τον φίλο και εκλεκτό φωτογράφο Σπύρο Στάβερη. Ανέλαβα να φωτογραφίσω τα πλοία και τις διαδρομές τους, ενώ ο Στάβερης θα κατέγραφε το ανθρώπινο στοιχείο, που κατακλύζει τα νησιά του Αιγαίου τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι εικόνες που προέκυψαν, παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2006 στο ελληνικό περίπτερο, στα Giardini της Βενετίας.


Τη θάλασσα τη γνώρισα μέσα από τον ήχο της. Έφτανε τα βράδια τραχύς, ρυθμικός, στο παιδικό μου δωμάτιο. Η εικόνα της ήταν τόσο παρούσα που σχεδόν μου διέφευγε. Γινόταν ένα με τους λόφους της Καλαμίτσας, σ’ ένα τοπίο δεδομένο, όσο και η πράξη της αναπνοής.


Ο παππούς μου, μια ζωή ναυτικός, δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει την αυστηρότητα και τα χούγια του καπετάνιου. Μου μιλούσε για ταξίδια και περιπέτειες, με εκπαίδευσε στα μυστικά και στους νόμους της. Έτσι περνούσαν τα καλοκαίρια, με τη θάλασσα να με υιοθετεί ξυπόλυτο, ηλιοκαμένο και ευτυχή.


Καιρό μετά, μαζί με τη Λία και τη μικρή Δάφνη, ζήσαμε για τέσσερα χρόνια στο νησί της Σκοπέλου. Εκεί, μέσα στον υδάτινο κύκλο, μου εντυπώθηκε ο απελευθερωτικός, αλλά και αβάσταχτος αποκλεισμός του νερού.


Ξεκίνησα το ταξίδι του Αρχιπελάγους, από τη γενέτειρά μου, ένα απόγευμα, αρχές του καλοκαιριού. Η Καβάλα, το βορειότερο λιμάνι του Αιγαίου, ήταν η ιδανική αφετηρία, μα πρωτίστως, η πόλη όπου μεγάλωσα και έμαθα τη θάλασσα. Το πλοίο ήταν οικείο από τα ταξίδια της νιότης, ανάγλυφο από τα στρώματα αλμύρας και λαδομπογιάς. Αφήσαμε τη στεριά.  Μαύρος καπνός απλώθηκε στον ορίζοντα, μέχρι που χάθηκε στη νύχτα. Παρέμεινα στο κατάστρωμα, παρατηρώντας τις γραμμές, τους αφρούς της μηχανής και τα μακρινά φώτα, σε μια προσπάθεια ανασύνταξης της μνήμης. Φτάσαμε στη Λήμνο. Τα κόκκινα φώτα της προβλήτας και ο θόρυβος του καταπέλτη, ήταν οι πρώτες φωτογραφίες του Αρχιπελάγους. Ακολούθησαν πολλές ακόμη, στις είκοσι μέρες αυτής της μικρής οδύσσειας.


Σήμερα, δώδεκα χρόνια μετά, με την ευκαιρία αυτής της έκθεσης, επέστρεψα στο Αιγαίο για να φωτογραφίσω ξανά. Ένα νέο ταξίδι, απαράλλαχτο κι όμως τόσο διαφορετικό, ολοκλήρωσε την ιστορία του. Η καμένη λέμβος και η μοναχική σημαία, αποτελούν τις τελευταίες χειρονομίες μιας επικαιρότητας, που θα χαθεί κι αυτή στα βάθη του χρόνου».