Έχετε παρατηρήσει το ρόλο που παίζει η γαστρονομία στις μέτριες πνευματικές δημιουργίες; Το πώς μια χαριτωμένη σκηνή γύρω από ένα τραπέζι ή πάνω από μία κατσαρόλα διασώζει το έργο από την απόλυτη απαξίωση; Πάρτε, για παράδειγμα, το "Σαν νερό για ζεστή σοκολάτα" της Λάουρα Εσκιβέλ. Αν η ηρωίδα δεν διαπραγματευόταν το ανεκπλήρωτο πάθος της για τον άντρα της αδελφής της μαγειρεύοντας όλες αυτές τις υπέροχες συνταγές, το βιβλίο δεν θα ήταν ένα σκέτο "άρλεκιν";  Θυμηθείτε και το πρώτο μυθιστόρημα που γράφτηκε στην αγγλική γλώσσα, τον λατρεμένο μου "Τομ Τζόουνς" του Χένρυ Φήλντιγκ ( τον ήρωα με τον οποίο ταυτίζομαι ως Αθήναιος). Σε μια αφήγηση που η φόρμα δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί, πόσο επίπεδη και φτηνή θα έμοιαζε η ερωτική σκηνή με την μεγάλη αγάπη του ήρωα αν πριν από το κρεβάτι, η σκηνή της αποπλάνησης δεν εκτυλισσόταν στο δείπνο;

 

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγεις κι από την ανάποδη, όταν, δηλαδή, αναλογίζεσαι τη θέση που έχει η γαστρονομία στα μεγάλα έργα. Θυμήσου τις μελιτζανες στον "Έρωτα στα χρόνια της Χολέρας" ή το οργιαστικό τραπέζι στα γενέθλια της Ναστάζια Φιλίποβνα που διοργανώνει ο Ραγκόζιν στον "Ηλίθιο" του Ντοστογιέφσκι! Εκεί, το φαγητό δεν λειτουργεί ως σοβάς που κρύβει τις ατέλειες του οικοδομήματος αλλά υπογραμμίζει διαστάσεις του χαρακτήρα των ηρώων, διαφωτίζει για τις ιδιοτροπίες και τη στάση τους απέναντι στη ζωή.

 

Τις τελευταίες ημέρες σκέφτομαι την ικανότητα να μιλάς για τα μεγάλα της ζωής χωρίς ν'ακούγεσαι πομπώδης και τελικά να γίνεσαι κιτς. Για τη δυνατότητα να μιλάς για τη δημιουργικότητα, τις αξίες, την αγάπη, το αύριο, χωρίς να χρειάζεσαι μια κατσαρόλα ή ένα τραπέζι ως πρόσχημα, μεταφορικά μιλώντας. Τί είναι αυτό που κάνει κάποιους σημαντικούς; Η διάνοιά τους ή τα έργα και οι ημέρες τους; Ποιο είναι το χαρακτηριστικό που αναγνωρίζεις σ'ενα συνομιλή σου ως σημαντικό και αισθάνεσαι κολακευμένος από τη συνομιλία σου μαζί του και αισθάνεσαι την επιθυμία να καθρεφτίζεσαι (δηλαδή να σε κρίνουν) διαρκώς τα δικά του μάτια;

 

Νομίζω πως έχει να κάνει με τη σχέση του υποκειμένου με το χρόνο. Δεν αναφέρομαι στο γήρας, όχι! Μιλάω για τη χρήση του χρόνου που έκανε κάποιος στη ζωή του. Πώς χρησιμοποίησε το χρόνο του; Δημιουργικά, παθητικά, βγήκε στη ζωή ν'αναμώσει το πεπρωμένο του (σχήμα λόγου, δεν πιστεύω τόσο σ'αυτό) ή στάθηκε περιμένοντας να δει τί θα του ξημερώσει; Εχουν μια ακατανίκητη γοητεία όσοι έχουν παλέψει με τη διαχείριση του χρόνου. Τη διακρίνεις στις μικρές ρυτίδες της ταλαιπωρίας γύρω από τα μάτια τους, στο βάθος του βλέμματός τους, στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν, στη γενναιοδωρία με την οποία σου προσφέρουν ηθική και άλλη υποστήριξη. "Οι παλαιοί των ημερών" σου αποκαλύπτονται στις στροφές της καθημερινότητας και τους αντιλαμβάνεσαι μόνον αν έχεις μπει στα ίδια λούκια κι αν έχεις περάσει από τις ίδιες εσωτερικές και συχνά επώδυνες διαδικασίες. Τους "παλαιούς των ημερών" τους οσμίζεσαι.

 

Απόψε, με τη δύση του ηλίου μπαίνει το εβραϊκό νέο έτος. Είναι το έτος 5.572 από κτίσεως κόσμου. Δεν χρειάζεσαι να είσαι Εβραίος για να φανταστείς τον εαυτό σου να στέκεται μέσα στη ροη του χρόνου και να υπολογίσεις που βρίσκεσαι εσύ μέσα σ'αυτά τα 5.572 χρόνια. Μπορείς να κάνεις διάφορες σκέψεις. Ας πούμε αν αναλογιστείς ότι ο μέσος όρος ζωής είναι τα 75 χρονια και τα προβάλλεις στα 5.572 αμέσως, το φιλοσοφείς αλλιώς.

 

Υπαρχει όμως και  μια στάνταρντ θεώρηση όλου αυτού. Ας πούμε ότι είσαι στη δεκαετία των 40 σου χρόνων. Σκέφτεσαι το χθες και στέκεσαι στις στιγμές που έπαιρνες όρκο πως δεν είχες κανένα μέλλον. Μετά σκέφτεσαι ότι το σήμερα, αυτές τουλάχιστον τις σκέψεις τις διέψευσε, ίσως μαζί και κάποια όνειρα. Τότε είναι που βεβαιώνεσαι πως αν κάτι στη ζωή έχει νόημα, είναι να αναμετρηθείς εσύ με το αύριο, να βγεις στο δρόμο, να το αναζητήσεις. Έχει νόημα ν'αποκτήσεις για τους άλλους εκτός από γεύση και επίγευση. Έχει νόημα να επιχειρήσεις να γίνεις ένας "Παλαιός των Ημερών", ε;

Καλή χρονιά, λοιπόν.

 

* "Ο Παλαιός των Ημερών" είναι ένας μάλλον φορτισμένος όρος της Παλαιάς Διαθήκης που έχει προκαλέσει (κι αυτός) θεολογικές έριδες σχετικά με το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται, αν δηλαδή αναφέρεται στον Πατέρα ή τον Υιό. Απαντάται και στις ανατολικές θρησκείες. Τον χρησιμοποιώ εδώ με τον τρόπο που τον καθιέρωσε ο William Blake στην τέχνη, ως δηλαδή το σύμβολο της πνευματικής δημιουργίας.*

 

*Τάρτα με μήλα και χουρμάδες και σάλτσα μελιού*.

Για ένα γλυκό νέο έτος.

 

Στο τραπέζι για τον εορτασμό του εβραϊκού νέου έτους, δηλαδή του Ρος Ασανά καταναλώνουν ψάρι που συμβολίζει την αιωνιότητα και πολλά γλυκά, ειδικά μέλι. Οι χουρμάδες είναι ένα από τα υπέροχα φρούτα που παράγει το Ισραήλ (κατά τη γνώμη μου είναι οι καλύτεροι του κόσμου) και στη συνταγή αυτή συνδυάζω και την παράδοση των σεφαραδιτών Εβραίων να τρώνε σήμερα μήλο με μέλι. Η τάρτα είναι πάρα πολύ ωραία και γευστικά, ένα ποίημα. Δεν είναι δύσκολη. Προσοχή χρειάζεται στην κατασκευή της σάλτσα μελιού με την καραμέλα γιατί γίνονται συχνά ατυχήματα με την καυτή καραμέλα. Να τη φτιάξετε. Θα με θυμηθείτε.

 

Υλικά

Για το κέλυφος της τάρτας.

1 πακέτο αλεύρι που φουσκώνει μόνο του.

1 γιαούρτι

1πακετο 250 γρ μαργαρίνη.

αλάτι

νερό όσο πάρει.

Η δόση βγάζει δυο τάρτες κρατάμε τη μισή στην κατάψυξη.

 

Για τη γέμιση.

3 φλυτζάνια χουρμάδες χωρίς το κουκούτσι και κομμένοι στα δύο, κατά μήκος (περί τα 250γρ0

3 φλυτζάνι μήλο κομμένο σε μικρά και σχετικώς παχιά μισοφέγγαρα.

1/2 φλυτζάνι χυμό λεμονιού.

 

Για τη σάλτσα.

1.5 φλυτζάνι κρέμα γάλακτος

1.5 φλυτζάνι μέλι.

 

Εκτέλεση.

Ζυμώνουμε το κέλυφος της τάρτας με όλα τα υλικά, το πλάθουμε σε μπάλα, το τυλίγουμε με μεμβράνη κουζίνας και αφήνουμε τη ζύμη να σταθεί στο ψυγείο για καμια ώρα. Προθερμαίνουμε το φούρνο, στρώνουμε με τα χεράκια μας τη ζύμη στην ταρτιέρα, τη τρυπάμε με χάρη μ'ενα πηρούνι, σκεπάζουμε με χαρτί κουζίνας, γεμίζουμε την ταρτιέρα είτε με όσπρια είτε με τα ειδικά κεραμικά "φασόλια" και ψήνουμε το κέλυφος για 15'20'.

Ετοιμάζουμε τη σάλτσα μελιού ως εξής:

Βάζουμε το μέλι σε κατσαρολάκι και το βράζουμε σε μέτρια φωτιά για 10 λεπτά. Όταν πάρει ένα βαθύ χρυσό χρώμα το απομακρύνουμε από τη φωτιά και προσθέτουμε σ'αυτό την κρέμα γάλακτος. Ανακατεύουμε προσεκτικά και το αφήνουμε να έρθει σε θερμοκρασία δωματίου. ΠΡΟΣΟΧΗ! Το μέλι όταν βράζει, "πετάει" και υπάρχει κίνδυνος εγκαύματος.

Γέμιση:

Σ'ενα μπωλ, ανακατεύουμε δυο κουταλιές από το λεμόνι με τα κομμάτια του χουρμά. Στραγγίζουμε, αλευρώνουμε πολύ ελαφρά του χουρμάδες και τους στρώνουμε προσεκτικά στο κέλυφος της τάρτα έτσι ώστε να δημιουργούν μια κυκλική σπείρα, αρχίζοντα, βέβαια, από το κέντρο. Στη συνέχεια, με το κουτάλι περιχύνουμε με τους χουρμάδες που στρώσαμε με το 1/3 της σάλτσα μελιού. Κάνουμε την ίδια διαδικασία με τα κομμάτια του μήλου (πρώτα λεμόνι, μετα στραγγίζουμε και μετά στρώνουμε). Πάλι περιχύνουμε με το 2/3 της σάλτσας. Βάζουμε την τάρτα σε μέτριο φούρνο και την ψήνουμε για 20 λεπτά ή μέχρι να μαλακώσουν τα μήλα. Τη βγάζουμε απο το φούρνο, την αφήνουμε να πάρει δυο ανάσες και την κόβουμε στα οκτώ. Σερβίρεται ζεστή με τη σάλτσα που περίσσεψε!