Την έλεγαν Μπιάνκα και ήταν ένα κατάμαυρο ημίαιμο τσοπανόσκυλο. Δε θυμάμαι καν πώς βρέθηκε. Μικρούλα ήταν ακόμα και τριγύρναγε στο χωριό μέχρι την ώρα που τη βούτηξαν για να φυλάει τα λιγοστά πρόβατα στο χωράφι τους. Δεν την άφηναν καθόλου ελεύθερη, έστω λίγο να μπερδευτεί με τα πρόβατα, να παίξει με άλλα αδέσποτα σκυλιά, να φάει καμιά σαύρα, ή να κυνηγήσει τα πουλάκια. Όλη μέρα ήταν δεμένη εκεί στο δέντρο με μια μεγάλη, χοντρή αλυσίδα.

 

Έχοντας γνωρίσει τη γύρα και έχοντας την ψυχή της τσοπάνας, αργοσέρνονταν δυσαρεστημένη γύρω από εκείνη τη βελανιδιά και τρελαινόταν που δεν μπορούσε να τρέξει. Κάθε τόσο τραβούσε την αλυσίδα για ν' αποδεσμευτεί. Το κατάφερε πολλές φορές και μετά γύρναγε πάλι πίσω, πεινασμένη, τις έτρωγε για τα καλά με την αλυσίδα της για να μάθει που είχε φύγει και να συμμορφωθεί, μετά έτρωγε ένα πιάτο φαΐ, που πολλές φορές ήταν και χαλασμένο και ησύχαζε. Εκείνοι την ξανάδεναν στο δέντρο με χοντρότερη αλυσίδα αυτή τη φορά.


Καμιά φορά γάβγιζε και επειδή ενοχλούσε την χτύπαγαν δεμένη. Τότε άρχιζε να κλαίει. Το σκυλί έκλαιγε με ένα πνιγμένο γάβγισμα. Είχε ένα κλάμα γεμάτο πόνο και απορία μαζί για τη θρασύδειλη και βάρβαρη αυτή πράξη.

 

Άγνωστο γιατί την είπαν Μπιάνκα, αυτή που ήταν κατάμαυρη. Ήταν ένα τόσο γλυκό σκυλί, με πολύ λυπημένα μάτια. Πανέμορφη, με πονεμένο βλέμμα και φόβο στη ψυχή της.


Άγνωστο γιατί την είπαν Μπιάνκα, αυτή που ήταν κατάμαυρη. Ήταν ένα τόσο γλυκό σκυλί, με πολύ λυπημένα μάτια. Πανέμορφη, με πονεμένο βλέμμα και φόβο στη ψυχή της.


Καμιά φορά, όταν τα παιδιά της κόρης της ήταν μικρά τα φόβιζε η μπάμπω η Γαρύφω. «Φάτε το φαγητό σας γιατί θα σας δώσω στη Μπιάνκα να σας φάει!» Αυτά έμαθαν να τη φοβούνται. Της πέταγαν και πέτρες από μακριά για να δουν ποιος θα την πετύχει.


Δεν της έδιναν και πολύ φαΐ. Εκείνη φώναζε ζητώντας περισσότερη τροφή και έτσι γινόταν πιο πιστευτό φόβητρο.
Η Μπιάνκα τους γάβγιζε όλους, γιατί τους φοβόταν όλους. Κανείς δεν την πλησίαζε για καλό λόγο, για μια καλή κουβέντα, για ένα χάδι.


Της πέταγαν σε ένα τσίγκινο πιατάκι τα αποφάγια τους, εκείνη τα έτρωγε με μιας και πάντα πείναγε κι άλλο. Ήταν εκεί και μεγάλωνε μόνο σε ηλικία, όχι τόσο σε μέγεθος. Φαινόταν ακόμα και τα πλευρά της. Πρέπει να ήταν γύρω στα οκτώ και είχε αρχίσει ν' ασπρίζει η μουσούδα της, τα μουστάκια γύρω από το στόμα και το μεσοδιάστημα των φρυδιών. Η εικόνα της με τα μελαγχολικά της μάτια, ήταν εκείνη ενός πολύ μεγαλύτερου σκύλου.


Καθόταν εκεί στο δέντρο, γύρω γύρω έκανε την ανάγκη της, και όλο τραβούσε την αλυσίδα για να λευτερωθεί, έχοντας πληγώσει το λαιμό της και τον κορμό του δέντρου. Κανείς δεν ασχολιόταν. Σπάνια της μάζευαν και τα περιττώματά της.
Κάθε αγροτόσπιτο σε αυτή την επαρχία έχει το σκυλί του. Έτσι και αυτοί είχαν την Μπιάνκα, για να την βασανίζουν.

 

Υποτίθεται ότι ήταν φύλακας. Τι φύλακας, δηλαδή; Εκείνη έκανε ότι γάβγιζε και όταν κάποιος την πλησίαζε ξεπερνώντας τον αρχικό του φόβο, εκείνη αμέσως ξάπλωνε για να την χαϊδέψουν, να νιώσει λίγο την αγάπη που όλοι λαχταρούν και που τόσο πολύ της έλειπε, την τρυφερότητα, που φανταζόταν ότι της υποσχέθηκε με το γλυκό της γάβγισμα η μητέρα της, όταν γεννήθηκε στο δάσος. «Θα βρεις ανθρώπους να σ' αγαπήσουν, θα σε φροντίσουν, θα κάνεις παιδιά με ένα όμορφο σκύλο μεγάλο, που θα σε προστατεύει».

 

Όταν ζούσε ανέμελη μέσα στα χωράφια, αυτό ακριβώς σκεφτόταν, μέχρι την ημέρα εκείνη, που την πλησίασε ο μεγάλος γιος της οικογένειας αυτής και με βίαιο τρόπο, με ένα λάσο την αιχμαλώτισε. Σκέφτηκε: « έτσι θα είναι ο τρόπος των ανθρώπων, μετά θα είναι αλλιώς, θα είναι μέχρι να συνηθίσει ο ένας τον άλλο». Έδωσε χρόνο, αλλά τίποτα δεν άλλαζε. Την είχαν εκεί στο δέντρο μέρα - νύχτα, χειμώνα - καλοκαίρι.


Εκεί από το δέντρο πέρασε κάποτε ένας μεγάλος κόπρος, μαύρος και τεράστιος. Ήταν πολύ δυνατός, χωρίς περιλαίμιο, μήτε αλυσίδα, ήταν μόνος του, ελεύθερος, ανεξάρτητος. Τη μύρισε και την ξαναμύρισε. Τι να έκανε αυτός ο τόσο όμορφος σκύλος με μια σκύλα μέσα στα ούρα και τα κόπρανα τριγύρω; Αυτό που του υπαγόρευε η φύση του! Ενστικτωδώς ο σκύλος την καβάλησε και μετά έφυγε. Εκείνη έμεινε στην ερημιά της.


Περνώντας οι μέρες αισθανόταν το σώμα της να αλλάζει. Μέσα της ένιωθε και άλλες φωνές. Σα να χτύπαγε διαφορετικά η καρδιά της. Πείναγε όλο και περισσότερο, αλλά το φαΐ πάντα λιγοστό . Τίποτα δεν παρατήρησαν τα αφεντικά της.

 

Εξάλλου δεν ήταν εκεί για να την παρατηρούν και να τη φροντίζουν. Μόνο να τους φυλάει τα πρόβατα την είχαν, ή να τους ειδοποιεί για τυχόν εισβολείς. Αλεπούδες, κουνάβια, λύκους. Αυτή όμως, όχι μόνο δεν έπαιρνε βάρος, αλλά γινόταν και πιο καχεκτική. Γέννησε τέσσερα μαυρόασπρα, πανέμορφα σκυλάκια. Εκεί, μόνη της στο δέντρο κοιλοπονώντας, τα άφησε στη ρίζα του κορμού. Η γέννα την κούρασε τόσο πολύ, που νόμιζε ότι θα πέθαινε.


Τα έγλειψε και τα καθάρισε κάπως. Και τι να καθαρίσει μέσα στα σκατά; Την άλλη μέρα το πρωί, καθώς τα είχε από κάτω της, να τα προστατεύει, την πρόσεξαν μέσα από το σπίτι. Βγήκε η γιαγιά και άρχισε να τη βρίζει.


« Μωρή πουτάνα, στο δέντρο σε έχουμε δεμένη και πας και πηδιέσαι πάλι;» Την κλωτσά στη κοιλιά και ενώ εκείνη σφαδάζει, της παίρνει και τα τέσσερα μικρά, τα βάζει σε μια σακούλα και τα πετά στο γκρεμό πιο κάτω από το σπίτι.
Περνά η ώρα, η Μπιάνκα πονά παντού και δεν ξέρει ακόμα που μπορεί να είναι τα μωρά της. Νηστική όλη μέρα. Το βράδυ η γριά, της πετά τον τσίγκο με το φαΐ. « Φάε μωρή σκρόφα! Πουτάνα ! Τα γαμήσια σου λείπαν!»


Τι να κάνει και αυτή; Έφαγε το φαΐ της και γιάτρευε τις πληγές, τη μέσα και την έξω, όπως μόνο η φύση το μπορεί.
Καλοκαίρι μέσα στο λιοπύρι, να καίγεται κάτω από τον ήλιο, έψαχνε στο δέντρο μια μικρή σκιά. Καμία διαφυγή! Όλοι οι περαστικοί, οι τουρίστες, που τυχαία έχοντας χάσει το δρόμο περνούσαν από εκεί, απορούσαν πώς επιβιώνει αυτό το σκυλί.


Πέρασε λίγος καιρός και ξανάρθε ο όμορφος, μαύρος σκύλος. Χάρηκε που τον είδε. Εκείνος την έβλεπε διερευνητικά, τη μύρισε, την ξαναμύρισε, τη λυπήθηκε εκεί στη μοναξιά της, είδε ότι δεν είχε άλλη παρέα και ενώ είχε σκαρφαλώσει πάλι επάνω της, βγαίνει από την πόρτα ο μεγάλος γιος και η μάνα του από το παράθυρο του φωνάζει: « Να αυτός ο αλήτης τη βάτεψε και την άλλη φορά την πουτάνα!» Δεν προλαβαίνει να τελειώσει τη φράση της και ο γιος της βγάζει καραμπίνα και τον πυροβολεί.

 

Ο σκύλος αιμόφυρτος πέφτει πιο δίπλα από το δέντρο. Αυτός ο μεγάλος σκύλος με το γυαλιστερό μαύρο τρίχωμα, αυτός ο όμορφος αρσενικός επιβήτορας, σωριάζεται νεκρός, πνιγμένος στο αίμα του από εκείνο το έξυπνο, φονικό βόλι με τα πολλά σκάγια. Αγνώριστος, άμορφος, άψυχος, απαίσιος. Η Μπιάνκα πάγωσε από τον τρόμο της. «Είναι η σειρά μου!» σκέφτηκε. Έριξε το κεφάλι και περίμενε υπομονετικά το επόμενο χτύπημα. Αντ' αυτού η πόρτα έκλεισε και οι φονιάδες κρύφτηκαν στη δική τους φυλακή.

 

Έμεινε το πτώμα να κείτεται ακίνητο. Εκείνη το έβλεπε με λοξές ματιές, με κοιτάγματα από κάτω προς τα πάνω. Της ήταν αδύνατο να καταλάβει το λόγο αυτής της πράξης. Έμεινε εκεί και θαρρείς πως δάκρυζε. Ήθελε τόσο να τραπεί σε φυγή, όμως έμενε καθηλωμένη εκεί. Λες και είχε και άλλη επιλογή...

 

Κατά το σούρουπο ήρθε πάλι η γριά με τον τσίγκο και λίγο φαΐ μέσα. « Άντε, φάε! Παλιοβρώμα! Ρε Λευτέρη πέτα αυτό το βρωμόσκυλο! Αρχίζει να ζέχνει το ψοφίμι!» Έτσι και έκανε ο Λευτέρης, όνομα και μη χωριό. Με ένα φτυάρι τον σκούπισε τον κάποτε όμορφο, μαύρο, με γυαλιστερό τρίχωμα αρσενικό σκύλο προς την κοντινή γκρεμίλα, νεκροταφείο ζώων, πλυντήριο κάθε άνομης τρέλας, αφήνοντας πίσω του ίχνη αίματος, απόδειξη της «ηρωικής» του πράξης. Θριαμβευτής γύρισε στο σπίτι ο Λευτέρης.

 

Γεροδεμένος αγρότης, νέο παλικάρι, μοναδικός συγκάτοικος της μητέρας του σε αυτήν την αγροικία, μετά το γάμο της μεγάλης του αδελφής, η οποία έμενε στην πόλη με τα παιδιά της και τον άνδρα της. Εκείνοι ζούσαν απομονωμένοι λίγο έξω από το κοντινό χωριό. Μια φορά στις 10 ημέρες ο Λευτέρης έβγαινε με τα άλλα παλικάρια του χωριού και γύρναγε ξημερώματα τύφλα στο μεθύσι. Η μάνα του πάλι του φώναζε: « Πάλι στις πουτάνες πήγατε; Άι μωρέ ζαβά! Μόνο την απαυτή σας σκέφτεστε! Θα κολλήσετε τίποτα! Άι μαλακισμένα!» Εκείνος γέλαγε και έπεφτε ξερός στο κρεβάτι μέχρι αργά την άλλη μέρα το πρωί, έχοντας ικανοποιήσει την τακτική του ανάγκη, ανδρική διασκέδαση.


Ο καιρός πέρναγε μετά το σκοτωμό του μαύρου σκύλου και η Μπιάνκα ένιωθε πάλι το σώμα της να αλλάζει. Σαν να άκουγε πάλι φωνές μέσα της. Επιπλέον πείναγε περισσότερο. Ζήταγε τροφή καμιά φορά γαβγίζοντας, αλλά ποιος το πρόσεχε. Όταν πια μετά από καιρό πρόσεξαν ότι σαν να έχει αλλάξει το κορμί της, άρχισαν μάνα και γιος να τη βρίζουν. Ένα βράδυ ο γιος γύρισε μεθυσμένος και ενώ αυτή γάβγισε, την πλησίασε και την κλώτσησε στην κοιλιά με την αρβύλα του. Λύγισε η καημένη με μια κραυγή σπαρακτική. Ούτε έδωσε σημασία ο Ελευθέριος, έτρεξε να κρυφτεί στη φάκα με τη μανούλα του να τον βρίζει, άλλη μια φορά που γύρναγε με τις πουτάνες.


Το βράδυ εκείνο ωστόσο η Μπιάνκα είδε όνειρο ότι το είχε σκάσει από την υπαίθρια φυλακή της, συναντιόταν με εκείνο τον μαύρο σκύλο και τρέχανε αμέριμνοι μέσα στο δάσος και απολαμβάνοντας την ελευθερία τους. Ήξερε καλά ότι σε λίγο αν την έβλεπαν, θα την έσπαζαν στο ξύλο, θα της στερούσαν το φαγητό και θα υπέκυπτε πάλι σε εκείνη την παράλογη αιχμαλωσία, δεμένη στο δέντρο, να φυλάει δήθεν ένα αγροτεμάχιο με λίγα πρόβατα, να εκφοβίζει. Ποιος; Αυτή;

 

Αυτή που λαχταρούσε ν' αγαπηθεί, να αποδιώχνει; Εκείνη που θα ήθελε ν' ανοίξει την αγκαλιά της, να χωρέσει μέσα όλη τη φύση; Να παίξει με όλα τα σκυλάκια, να κυνηγά δήθεν τα γατάκια και εκείνα να την τρομάζουν με τις μικρές στριγκιές τους, την επίδειξη της μικρής τους οδοντοστοιχίας και την προβολή του μπροστινού ποδιού τους με διάθεση να της ορμήσουν; Ν' απομακρύνει τους πάντες ως μεγάλη τριχωτή απειλή, με δυνατούς ήχους, γαβγίσματα και μεγάλο στόμα με μεγάλα δόντια; Σαν αστείο της φαίνονταν όλα αυτά.


Εκείνο το βράδυ πάντως είδε ότι έτρεχε μαζί με το μαύρο σε έναν ανοιχτό, όμορφο ορίζοντα, με έναν φιλικό ήλιο και ένα φως, που τους έκανε να φαίνονται πιο ευτυχισμένοι ακόμα. Έζησε μια γαλήνια ευτυχία, έστω για λίγο στο όνειρό της.
Νωρίς τα ξημερώματα η Μπιάνκα ξύπνησε από τους πόνους. Είχε αιμορραγία. Προσπάθησε να μη γαβγίσει και σχεδόν αθόρυβα γέννησε τρία κακομοιριασμένα, μαύρα σκυλάκια με λίγο λευκό στα ποδαράκια τους, σαν να φορούσαν καλτσάκια.

 

Με το φως της αυγής τα καμάρωσε. Τα καθάρισε από τα αίματα, τα είδε καλά μέσα στα μάτια, τα φίλησε και εκεί που τα φίλαγε άρχισε να τα δαγκώνει όλο και περισσότερο. Μετά πιο πολύ και πιο πολύ έμπηγε τα δόντια της μέσα στο τρυφερό κορμί τους, και το στόμα της γιόμισε αίμα, σαν το αίμα του μαύρου σκύλου. Δάγκωνε πότε το ένα και πότε το άλλο με αγάπη. Ούτως ή άλλως θα τα περίμενε μια σακούλα και ένας γκρεμός.


Όχι άλλο πια! Το είχε αποφασίσει μέσα της, ότι αυτό θα τελείωνε εδώ. Τα έπνιξε, τα απελευθέρωσε, σώζοντας τα από τη γριά μπάμπω και τον άρρωστο γιο της. Αφού έμεινε πάνω στα αίματα στο φως της αυγής, νιώθοντας απόλυτα ευτυχισμένη, έβλεπε τον ήλιο να ανατέλλει και οραματίστηκε μια νέα αρχή, που καιρό τώρα σχεδίαζε.

 

Άρχισε να κόβει βόλτες γύρω από το δέντρο μικραίνοντας την απόσταση ώστε να μην έχει περιθώριο και η αλυσίδα να της κόψει την ανάσα, ώστε να φύγει η ζωή από μέσα της λυτρωτικά, ακολουθώντας τα παιδιά της και το μαύρο σκύλο. Όχι, δεν το μετάνιωνε ούτε λεπτό. Δεν υπαναχώρησε, ούτε δείλιασε! Αυτό δεν είναι ζωή, ό, τι άλλο πλην αυτού θα είναι καλύτερο.


Όταν βγήκαν από την τρύπα τους οι τυφλοπόντικες, την είδαν εκεί μέσα στα αίματα, πνιγμένη, πεθαμένη με ένα χαμόγελο ευτυχίας, που όμως δε μπορούσαν να διακρίνουν εκείνοι, που δε γνωρίζουν την ευτυχία.


«Στο έλεγα, αυτή η βρώμα είναι επικίνδυνη, μέχρι και εμάς θα έτρωγε! Το έβλεπα στα μάτια της κάθε φορά που την τάιζα τη σκρόφα. Κανόνισε το άλλο σκυλί που θα φέρεις να είναι καλύτερο από τις πουτάνες σου!»


Καθηγήτρια Γαλλικών - Θεατρολόγος