Αρχείο

Αρχείο Facebook Twitter
0

Λένε ότι τέσσερις από τις Καρυάτιδες είναι ψεύτικες.

Κάθομαι και τις κοιτώ επίμονα, μα δεν μπορώ να το αντιληφθώ.

Κάθονται εκεί, πάνω στις απουσίες τους, και για τόσους αιώνες παίζουν μέρα νύχτα το ρόλο τους.

Ούτε για μια τόση δα στιγμή δεν έχουν εγκαταλείψει τη σκηνή.

Περήφανες για το καθήκον τους, μάχονται με τις αληθινές και πετυχαίνουν την αμφισβήτηση.

Ποιες τελικά να είναι οι αληθινές;

Στο σώμα μου βλέπω ρίζες, ρόζους, ραγάδες και ρυτίδες.

Δεν μπορώ να γνωρίζω την προέλευσή τους, αλλά το αποτέλεσμα είναι υπαρκτό.

Αναρωτιέμαι αν είναι σημάδια ζωής, ή απαλά χάδια του Θεού - για να μου δείξει ότι με σκέφτεται και με προσέχει.

Τα χελιδόνια κελαηδούν, και ηρεμεί η ψυχή μου στο άκουσμά τους.

Βουτάω στα νερά της Σουνιάδας και αναβλύζουν εικόνες από τα γραπτά διαφόρων νομπελιστών.

Είμαι, έχω, ακούω, νιώθω σχεδόν τα πάντα.

Εν γνώσει μου, είμαι κουφή, τυφλή, ανόητη και απούσα.

Δεν μπορώ να αντέξω το βάρος των αληθινών κινήσεων του εαυτού μου, και προσπαθώ να τον ξεγελάσω κάνοντας την κουρασμένη.

Τα γράμματα στο αλφάβητο είναι 24, και περιμένουν με αγωνία πώς θα τα επιλέξω, για να αισθανθούν τους κραδασμούς των λέξεων.

Δεν μιλάω.

Δεν τα επιλέγω. Μοναχά τους έρχονται και κάθονται το ένα δίπλα στο άλλο, ψάχνοντας να μου δώσουν ικανοποίηση.

Μπορεί από την προηγούμενη ζωή να είχα ατέλειωτες συνέχειες και τώρα να οφείλω να κλείσω κάποια κεφάλαια για το καλό του τόπου.

Πολλές φορές μασάω βιταμίνες για να αντέξω τη νύχτα.

Καθώς μεγαλώνω, και πέφτει ο ήλιος, χάνω τις αντοχές μου.

Ήταν αλλιώς στο νησί.

Στην Κρήτη άνοιγα τα μάτια μου το βράδυ.

Έπαιρνα φως από τη θάλασσα, και ενέργεια από την κοιλιά μου.

Οι ανάσες βαθιές, και η αδρεναλίνη σε μορφή γύρης έρρεε παντού.

Ο ήλιος της νύχτας ανέβαινε και κατέγραφε ιστορίες αγάπης, και μιλώντας με μαυροφορεμένες γριές μαθαίναμε τις βεντέτες εποχής, ελπίζοντας να χυθεί αίμα και για τα δικά μας μάτια.

Έτσι ήταν.

Η ελπίδα πέθαινε μόλις έπηζε λίγο το μυαλό, και η απογοήτευση ερχόταν να καταλάβει και να καταβάλει το χώρο του κενού μυαλού.

Ήταν η εποχή που αρχίζαμε να πίνουμε ρακές και να τρώμε λουκάνικα και πατάτες οφτές στα ρακάδικα.

Μεθούσαμε και καπνίζαμε για να βάλουμε χρόνια στο μέτωπό μας.

Μιλούσαμε για μέρη εξωτικά και σχεδιάζαμε το μήνα του μέλιτος.

Κοιτούσαμε δείγματα και παραδείγματα και απομονώναμε ιδέες και μνήμες.

Έφερνε ο κ. Μπάμπης τα πιταράκια με το μέλι και σκούζαμε από το φαγητό.

Επιστρέφοντας στο σπίτι κλειδωνόμουν στο δωμάτιό μου και ξεφύλλιζα τις επιθυμητές σκέψεις σαν παραμύθι.

Είχα ένα παράθυρο όπου άρχιζαν και τέλειωναν ιστορίες.

Έξω από το παράθυρό μου ήταν ένα σπίτι. Ένα μεγάλο σπίτι με αυλή και κότες.

Η κυρία που το είχε, είχε δυο παιδιά. Μια κόρη και ένα γιο.

Τους θυμάμαι αμυδρά.

Θυμάμαι τη μητέρα τους να ταΐζει τις κότες και να βγάζει έξω από την κουζίνα τα άδεια ταψιά φαγητού.

Σιγά σιγά άρχισε να καταρρέει, και το κατεδάφισαν, αφήνοντας στo φάντασμά του ένα τέρας, μια πολυώροφη πολυκατοικία.

Δεν γνωρίζω τι από όλα μού λείπει.

Πάντως τούτη τη στιγμή μού λείπουν όλα.

(to be continued...)

Αρχείο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αριστοκρατικά φτωχοί, Ελευθεροτυπία, 1991

Ημερολόγιο / Αριστοκρατικά φτωχοί. Του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου

Ελάχιστοι κατέχουν το μυστικό να χρησιμοποιούν το χρήμα επ’ αγαθώ, να το σκορπίζουν απαλά, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη αλλά ούτε και περιφρόνηση, να το σκορπίζουν όπου θέλουνε αυτοί κι όχι η μόδα
ΣΤΑΘΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΣ