Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Ο «κύριος Μπάτμαν» αφηγείται τη ζωή του στη LIFO

Ιδιοκτήτης μπαρ, DJ. Γεννήθηκε στα Πετράλωνα, μένει στον Νέο Κόσμο. Πιστεύει ότι αυτός ο πλανήτης δεν θα μας χώραγε, αν ζούσαμε όλοι την ημέρα. Kάποιοι πρέπει να ζούνε και τη νύχτα.
Η νύχτα είναι λίγο πιο αληθινή από τη μέρα. Το σκοτάδι σε κάνει να λες και αλήθειες. Είναι σαν θεατρική παράσταση αυτό που γίνεται κάθε βράδυ, με θεατή τον μπάρμαν. Φωτο: Σπύρος Στάβερης / LIFO

Γεννήθηκα στα Πετράλωνα, τον Γενάρη του 1955. Η γειτονιά τότε ήταν όπως στη Συνοικία το όνειρο. Πρόσφυγες, φτώχια, αγάπη, πόρτες ανοιχτές. Αντί για κλειδαριά είχανε τη φτώχια, δεν υπήρχε λόγος να κλειδώνεις στο σπίτι σου. Τ' απογεύματα καταβρέχανε οι γυναίκες τους χωματόδρομους, έβγαζαν έξω τραπεζάκι κι έπιναν τον καφέ τους. Μόνο αγάπη κι αξιοπρέπεια συναντούσες.

 

Η μητέρα μου ήταν μοδίστρα κι ο πατέρας μου φούρναρης. Είχαμε δυο φούρνους τότε στον Πειραιά, έναν στη Φρεαττύδα κι έναν στον Αϊ-Βασίλη. Εκεί έμαθα να κάνω και μπάνιο. Μας πέταγαν στη θάλασσα με μια σαμπρέλα αυτοκινήτου στον λαιμό.

 

• Πηγαίναμε στον Ζέφυρο που έπαιζε πάντα ελληνικές ταινίες και τις Κυριακές είχε αγώνες κατς. Τη μια εβδομάδα κέρδιζε ο Καρπόζηλος, την άλλη ο Καρυστινός, μιλημένα ήταν όλα. Δίπλα στον Ζέφυρο υπήρχε και μια μάντρα που έπαιζε Καραγκιόζη, ενώ στην Αγια- Σωτήρα υπήρχε ένας χωμάτινος λόφος, όπου τις Κυριακές μαζεύονταν δυο παρέες, αυτοί που έμεναν στου Φιλοπάππου κι αυτοί που έμεναν στα Πετράλωνα, και όποιοι ανέβαιναν πρώτοι, έκαναν κατάληψη κι οι υπόλοιποι πολεμάγαμε με ξύλινα σπαθιά.

 

Το 1989, κι ενώ δούλευα στην Κίνο, όταν θέλαμε κάπου να πάμε για ποτό με τους πωλητές δεν βρίσκαμε κάτι στην περιοχή. Όταν βρήκα αυτόν το χώρο, είπα «δεν το κάνω μπαρ, για να έχουμε ένα μέρος να τα πίνουμε;». Ετσι ξεκίνησε το Μπάτμαν. Είχε μέσα βελάκια, ηλεκτρονικά παιχνίδια στο πατάρι, είχα βάλει και μια ταμπέλα που έγραφε Μπάτμαν απ' έξω, γιατί ήθελα να σηματοδοτήσω το ότι θα ήμαστε ανοιχτοί όλο το βράδυ.

 

• Μικρός δεν ήθελα να γίνω τίποτα συγκεκριμένο. Ασχολιόμουν με το μπάσκετ. Έπαιζα μέχρι τα είκοσί μου στην Εστία Φιλίας, έπαιξα και στην Προεθνική Εφήβων και μετά, ως φοιτητής στην Πάτρα, πήρα μεταγραφή στην Ε.Α. Πατρών. Στην Πάτρα πήγα, υποτίθεται, να σπουδάσω, και ξεκίνησα να τραγουδάω. Τυχαία έγινε.

 

Ένα βράδυ, σε μια εκδήλωση των Ρηγάδων, όπου έπαιζαν τα Παιδιά απ' την Πάτρα, αρρώστησε ο Βαγγέλης ο Δεληκούρας κι επειδή έπρεπε να τραγουδήσει κάποιος πήρα εγώ τα ηνία. Βρέθηκε στο μαγαζί ένας μάνατζερ κι έτσι ξεκίνησα να τραγουδάω σε διάφορα μαγαζιά.

 

• Όταν τέλειωσα τον στρατό, έπιασα δουλειά στην Ένωση Σιδήρου, στο Τμήμα Εισαγωγών. Δεν άντεξα και σε ενάμιση χρόνο τα παράτησα. Τότε γνώρισα τον Νίκο τον Θεοδωράκη, που ήταν ένα εξαίρετος ντράμερ και μουσικός και DJ σ' ένα απ' τα πιο ωραία μαγαζιά της Γλυφάδας. Αυτός μ' έβαλε στη νύχτα το 1981 και δουλέψαμε σ' ένα μαγαζί στην παραλιακή, κάτι μεταξύ ντίσκο και μπαρ. Τέλος πάντων, έτσι μπήκα για πρώτη φορά στη νύχτα.

 

Μετά, κλείνοντας ο Νίκος και φεύγοντας, δεν ήξερα τι δουλειά να κάνω, αγόρασα μισό ταξί κι έκανα 5 χρόνια στην Αθήνα, καλύπτοντας 700.000 χιλιόμετρα μέσα στην πόλη. Πολύς κόσμος έμπαινε μέσα και παραξενευόταν που άκουγε τζαζ. Τεράστια εμπειρία το ταξί. Σχολείο.

 

• Τα στέκια μου εκείνη την εποχή ήταν το Jazz Club, ο Άρης, η Μέκκα και τα υπόλοιπα μαγαζιά της Πλάκας. Θυμάμαι κι ένα πολύ ατμοσφαιρικό μαγαζί που πήγαινα στο Πασαλιμάνι, δεν θυμάμαι πώς λεγόταν, όπου έπαιζε τζαζ ένα γεροντάκι, Κύπριος, που ήταν και πολύ καλός. Πώς μου προέκυψε το λαϊκό τραγούδι;

 

Δεν μπορούμε να κάνουμε όλοι το ίδιο πράγμα. Μπορεί να έχω πολλούς δίσκους τζαζ και ροκ, όλη τη δισκογραφία του Τομ Γουέιτς, μπορεί να πάω στο Σικάγο και να θέλω ν' ακούσω μπλουζ, αλλά στην Ελλάδα θέλω ν' ακούσω Ζαμπέτα, Σπανό, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Τσιτσάνη, Μάρκο. Έχουμε τεράστιους συνθέτες, που τους έχουμε παραγκωνίσει.

 

• Το 1989, κι ενώ δούλευα στην Κίνο, όταν θέλαμε κάπου να πάμε για ποτό με τους πωλητές δεν βρίσκαμε κάτι στην περιοχή. Πηγαίναμε στο μπαρ του ξενοδοχείου Dimitrios, στη Φαλήρου. Όταν βρήκα αυτόν το χώρο, είπα «δεν το κάνω μπαρ, για να έχουμε ένα μέρος να τα πίνουμε;». Έτσι ξεκίνησε το Μπάτμαν. Είχε μέσα βελάκια, ηλεκτρονικά παιχνίδια στο πατάρι, είχα βάλει και μια ταμπέλα που έγραφε Μπάτμαν απ' έξω, γιατί ήθελα να σηματοδοτήσω το ότι θα ήμαστε ανοιχτοί όλο το βράδυ. Από τότε έχω πάει 34 αυτόφωρα.

 

• Όταν άνοιξα το Μπάτμαν, ο Νέος Κόσμος ήταν μια παραμελημένη γειτονιά. Είχε κυρίως συνεργεία και μαγαζιά με ανταλλακτικά. Το μόνο που υπήρχε ήταν η Αρχιτεκτονική, που είναι πια από τα πιο παλιά μαγαζιά της Αθήνας και δεν έχει αλλάξει χέρια. Τα μπαρ πρέπει να είναι κουρεία και λουτρά και να έχουν προσωπικότητα. Ίσως το βλέπω ρομαντικά, αλλά έτσι πρέπει να είναι, να γίνονται όλοι φίλοι - γι' αυτό δεν πρέπει να είναι μεγάλα και αχανή. Να μπορείς να μιλάς από εδώ και ν' ακούγεσαι απέναντι.

 

Μια απ' τις ιστορίες που θα θυμάμαι για πάντα είναι όταν, μετά από μια συναυλία στο Θέατρο Πέτρας, ήρθε εδώ ο Νίκος ο Παπάζογλου. Κατά τις τέσσερις, και αφού είχε μερακλώσει, πιάνει τον μπαγλαμά που έχω πάντα κρεμασμένο στον τοίχο κι αρχίζει να τραγουδάει. Όταν είπε το «Δεν θέλω να 'μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί» άρχισε να κλαίει. Έπαιξε μέχρι τις οχτώμισι το πρωί. Μετά μου είπε ότι ήταν η πιο αληθινή συναυλία που είχε κάνει στη ζωή του.

 

• Είμαι φανατικός του Απόλλωνα Αθηνών. Το κόλλησα απ' τη γιαγιά μου που ήταν άρρωστη με την ομάδα και κάθε Κυριακή άκουγε τους αγώνες στο ραδιόφωνο. Από έξι χρόνων πήγαινα με τον πατέρα μου στο γήπεδο. Το κλίμα στο γήπεδο τότε δεν είχε καμιά σχέση με το σημερινό. Δεν ήταν από εδώ ο ΠΑΟΚ, από εκεί ο Ολυμπιακός.

 

Θυμάμαι, μια Κυριακή, ήταν του Αγίου Στυλιανού, μας βάζει γκολ ο Στέλιος Μανωλάς, πάει στους φιλάθλους της ΑΕΚ να πανηγυρίσει κι αρχίζουμε εμείς να φωνάζουμε: «Στελλάρα, γερά και χρόνια σου πολλά». Αυτό είναι ο Απόλλωνας. Κουβαλάει κληρονομιά.

 

• Μια απ' τις ιστορίες που θα θυμάμαι για πάντα είναι όταν, μετά από μια συναυλία στο Θέατρο Πέτρας, ήρθε εδώ ο Νίκος ο Παπάζογλου. Κατά τις τέσσερις, και αφού είχε μερακλώσει, πιάνει τον μπαγλαμά που έχω πάντα κρεμασμένο στον τοίχο κι αρχίζει να τραγουδάει. Όταν είπε το «Δεν θέλω να 'μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί» άρχισε να κλαίει. Έπαιξε μέχρι τις οχτώμισι το πρωί. Μετά μου είπε ότι ήταν η πιο αληθινή συναυλία που είχε κάνει στη ζωή του.

 

• Από την «Ελευθεροτυπία» ερχόντουσαν όλοι εδώ. Το πρώτο προσχέδιο του «ΓΕΩ» έγινε εδώ. Και όταν έκλεισε ήμουν ο πρώτος που το έμαθε. Tο μπαρ δεν πρέπει να είναι απρόσωπο. Όποιος περνάει, θα ξαναπεράσει. Πολλές φορές σκέφτομαι να τα παρατήσω, βλέποντας να έρχονται παιδιά 22 χρόνων - δηλαδή, τώρα, τι γυρεύεις στην Κίνα Τσάκι Τσαν;

 

Αλλά, όταν μου ζητάνε παραγγελιά Μάρκο ή Καζαντζίδη, καταλαβαίνω ότι ξέρουν πού έχουν έρθει και τους λέω και μια ιστορία για κάθε τραγούδι. Τις προάλλες, τους έλεγα για την ιστορία της «Δραπετσώνας», πώς γράφτηκε. Έτσι, νιώθω ακόμα ότι έχω λόγο ύπαρξης.

 

• Κάποτε υπήρχε ένας ευγενέστατος κύριος -δεν ξέρω αν ζει κιόλας-, ο κυρ Αλέκος, ο οποίος, αφού γύρναγε όλα τα μπαρ της Αθήνας, ερχόταν εδώ κατά τις 3 και μου έλεγε «Γιώργο, θα μου βάλεις έναν Κορακάκη;». Ερχόταν κάθε μέρα γραβατωμένος, προσεγμένος, και ήταν απ' τους παλιούς μάγκες της εποχής.

 

Επειδή το δικό μου μαγαζί ήταν το τελευταίο που πήγαινε, άρχιζε να κερνάει, και μόλις άκουγε τον Κορακάκη, έγερνε και κοιμότανε, οπότε, κατά τις 7, τον χάιδευα στην πλάτη και του έλεγα «κυρ-Αλέκο, να φεύγουμε». Ξύπναγε και μου έλεγε «πω, τι χρωστάω;». «Tι να σε χρεώσω», του έλεγα, «ποτά ή ημιδιαμονή;».

 

• Έχουμε το συνήθειο να κάνουμε μαγαζιά, να λερώνουμε περιοχές, να φεύγουμε και να μένουν οι περιοχές έτσι. Πιστεύω ότι τα μαγαζιά μας πρέπει να τα έχουμε εκεί που ζούμε. Να βγαίνεις το πρωί απ' το σπίτι σου και να σου λέει ο γείτονας το παράπονό του.

 

• Η νύχτα είναι λίγο πιο αληθινή από τη μέρα. Το σκοτάδι σε κάνει να λες και αλήθειες. Είναι σαν θεατρική παράσταση αυτό που γίνεται κάθε βράδυ, με θεατή τον μπάρμαν. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτός ο πλανήτης δεν θα μας χώραγε, αν ζούσαμε όλοι την ημέρα. Κάποιοι πρέπει να ζούνε και τη νύχτα.

 

Κείμενο: Φώτης Βαλλάτος

 

Info: Το πραγματικό όνομα του κυρίου Μπάτμαν είναι Γιώργος Νάσιος. Το Μπάτμαν βρίσκεται στον Νέο Κόσμο, στην οδό Βρεσθένης 40. 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αυτά είναι τα νέα rock bars της Αθήνας
Τα μαγαζιά της πόλης όπου μπορείς να ζωντανέψεις τα βράδια σου με πανκ, εναλλακτική ροκ και το νέο indie.
Decadence: Τα σφηνάκια του Μίκη, τα γυρίσματα του Νικολαΐδη, τα ποτά του Αγγελάκα
Οι άνθρωποι που θ' αναστήσουν το θρυλικό club "Decadence" στα Εξάρχεια μιλούν για τις μικρές ιστορίες ανθρώπων που κρύβονται σε κάθε γωνιά του μαγαζιού - και είναι συγκινητικοί
Για το "Λούκυ Λουκ" της Θεσσαλονίκης μπορεί να μιλήσει μόνο ο Νίκος Μοδιώτης
Με αφορμή το κλείσιμο του ιστορικού μπαρ στην Προξένου Κορομηλά, το LIFO.gr συνάντησε τον ιδιοκτήτη του που μοιράστηκε αναμνήσεις από τρεις δεκαετίες γεμάτες μουσική και αλκοόλ
Θόδωρος Berlin: 37 Χρόνια After Music στο Κέντρο της Θεσσαλονίκης
Το LiFO.gr συναντά το «Μπερλινά», ιδιοκτήτη του ιστορικού μπαρ που άλλαξε τη νύχτα της πόλης.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η Άννα Παναγιωτοπούλου αφηγείται τη ζωή της στη LiFO
Ηθοποιός. Γεννήθηκε στην Κυψέλη. Ζει στον Λυκαβηττό.
Μαρία (Cyber) Κατσικαδάκου: «Δεν μπορούμε να πάμε μπροστά εάν δεν σεβαστούμε το αιδοίο»
Ιδρύτρια/διοργανώτρια του Outview Festival. Γεννήθηκε στον Πειραιά, ζει στην Καλλιθέα. Κάποτε μπήκε σε ένα σουβλατζίδικο με κρίση υπογλυκαιμίας, επειδή είναι διαβητική, και την πέταξαν έξω γιατί νόμιζαν ότι είναι πρεζάκι.
Χάρης Φραγκούλης: «Δεν γίνεται να δουλεύω έναν χρόνο για να πάρω ένα χιλιάρικο»
Ηθοποιός, σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στη Νέα Σμύρνη, ζει στου Γκύζη. Ο πιο μεγάλος του φόβος είναι μήπως δεν μπορέσει να αγαπήσει.
Ο Βασίλης Ζούλιας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO
Σχεδιαστής μόδας, στυλίστας. Γεννήθηκε στη Μήλο, ζει στο Ζάππειο. Πιστεύει πως αν οι γυναίκες σταματούσαν για τρεις μέρες να ασχολούνται με τη μόδα, θα κατέρρεε η παγκόσμια οικονομία.
Λευτέρης Παπαδόπουλος: Αν καταστρεφόταν ο κόσμος, θα διάλεγα να απομείνει το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή»
Μια εξομολογητική συνέντευξη του δημοσιογράφου και στιχουργού
Άγγελος Παπαδημητρίου «Είναι τύχη που ενώ έκανα ριψοκίνδυνη ζωή, είμαι ακόμα ζωντανός»
Εικαστικός, ηθοποιός, τραγουδιστής, υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με τον συνδυασμό του Κώστα Μπακογιάννη. Γεννήθηκε στο Κιάτο, ζει στα Εξάρχεια. Τα χρήματα που έπαιρνε στους «Στάβλους της Εριέττας Ζαΐμη» ήταν τόσο πολλά, που από ενοχή έδινε από δω κι από κει σε φίλους.
Μιχάλης Μυτακίδης (a.k.a. BD Foxmoor): «Δεν φανταζόμουν ότι θα σκουπιδιάσει τόσο το χιπ-χοπ»
Μουσικός, ποιητής. Γεννήθηκε και ζει στο Πέραμα. Αυτή είναι η μεγάλη συνέντευξη της ζωής του.
Ευριπίδης Αποστολίδης: «Aν αγαπήσεις τον εαυτό σου, η ζωή γίνεται ομορφότερη»
Διευθυντής εστιατορίων. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, μένει στο Παγκράτι και είναι άνθρωπος των αισθήσεων και των συναισθημάτων
«Συγχωρώ, αλλά δεν ξεχνάω»: Η Μιμή Ντενίση στη συνέντευξη της ζωής της
Η δημοφιλής ηθοποιός, σκηνοθέτις, μεταφράστρια, που γεννήθηκε στη Λαμία και μένει στο Πεδίον του Άρεως περιγράφει ολόκληρη τη ζωή της στη LiFO.
Χρήστος Ζερεφός: Ας σταματήσουμε να κάνουμε τους νταήδες απέναντι στη φύση
Ακαδημαϊκός, φυσικός. Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου, ζει στο Ντράφι Αττικής. Το 2007 η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή των Ηνωμένων Εθνών, στην οποία συμμετείχε ως μέλος, τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης.
Η ηρωική μοναξιά του ζωγράφου Απόστολου Γεωργίου
O σημαντικός ΄Ελληνας ζωγράφος αφηγείται τη ζωή του στη LIFO
Πέγκυ Ζουμπουλάκη: Έχω δεχτεί απειλές για βόμβα, επειδή είπα για κάποιο έργο ότι ήταν ψεύτικο
Γκαλερίστα. Γεννήθηκε στην Κυψέλη, κατοικεί στο Κολωνάκι. Έχει μάθει να μη χρωστάει, να μη ζητάει και να μη συμβιβάζεται.
Η Αργυρώ Χιώτη βρίσκει πολύ απελευθερωτικό το δικαίωμα στην αποτυχία
Σκηνοθέτις, ηθοποιός. Μεγάλωσε και ζει στο Μοσχάτο. Δημιούργησε τους Vasistas για να ανατρέψουν τις μορφές εξουσίας που συναντάμε στο θέατρο.
Ο μουσικοκριτικός Μάρκος Φράγκος μπήκε πρώτος και έφυγε πρώτος από το Facebook
Γεννήθηκε και ζει στο Νέο Ηράκλειο. Στο σπίτι του πάντα υπήρχε μια εκρηκτική ατμόσφαιρα, οπότε έμαθε να ζει με την οικογενειακή ταραχή.
Πώς το Vice, το Ίντερνετ και ο Τραμπ διέλυσαν τις υποκουλτούρες κι έσπειραν σεξισμό και υποκρισία στα media
Η Thalia Mavros, η Ελληνίδα πρώην creative director του αμερικανικού «Vice» και νυν ιδρύτρια του «The Front», μιας πολιτιστικής πλατφόρμας που τρέχουν αποκλειστικά γυναίκες, ξεσκεπάζει την παγκόσμια μιντιακή υποκρισία, σε μια χειμαρρώδη συζήτηση.
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή