Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
Ένας Έλληνας που λιποτάκτησε από τη Λεγεώνα των Ξένων και κατέληξε στους Βιέτ μινχ αφηγείται την ιστορία του στο LIFO.gr
Συνεντεύξεις

Ένας Έλληνας που λιποτάκτησε από τη Λεγεώνα των Ξένων και κατέληξε στους Βιέτ μινχ αφηγείται την ιστορία του στο LIFO.gr

O Kώστας Σαραντίδης διηγείται στον Μ. Ηulot μια ζωή μυθιστορηματική, που περνάει από σημαντικές στιγμές της παγκόσμιας πολιτικής ιστορίας.

Πετρούπολη, σε μια περιοχή που όλες οι οδοί έχουν ονόματα κυκλαδίτικων νησιών, λίγο πριν τους πρόποδες του βουνού. Το ραντεβού ήταν νωρίς το πρωί, λίγες ώρες πριν την πτήση του Προέδρου της Δημοκρατίας στο Βιετνάμ και ο φιλικός κύριος που μας υποδέχεται -και μοιάζει πολύ νεότερος από την ηλικία του- είναι ένας από τους ανθρώπους που θα τον συνόδευαν στο ταξίδι. Ο κύριος Κώστας Σαραντίδης που σήμερα είναι 92 χρονών έχει ζήσει μια ζωή περιπετειώδη, γεμάτη ιστορίες και περιστατικά που ακούγονται απίθανα, σαν μυθιστόρημα. Η αφορμή για να τον συναντήσουμε ήταν ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα, στο οποίο περιγράφει τις περιπέτειές του στη Λεγεώνα των Ξένων και αργότερα στους Βιέτ μινχ, ένας φόρος τιμής στο λαό που «τον δέχτηκε σαν δικό του άνθρωπο, χαμογελαστό, ειλικρινή, ευγενικό, που δεν ξεχνάει ποτέ το καλό που του έκανες». Ούτε κι ο κύριος Κώστας ξεχνάει. Θυμάται με μια εξαιρετική διαύγεια τα πάντα για τη ζωή του από τότε που ήταν πιτσιρικάς στη Θεσσαλονίκη, μας διηγείται με λεπτομέρειες συναρπαστικά γεγονότα, ιστορίες για πόλεμο και για κακουχίες - «ο γιος του πρόσφυγα από την έξοδο της Μικράς Ασίας που έφυγε έφηβος στη Γερμανία για καλύτερη τύχη και κατέληξε στο Βιετνάμ».

 

Ένας Έλληνας στους Βιέτ μινχ

Ο πατέρας μου ήρθε με τον αδελφό του το '23 στην έξοδο της Μικράς Ασίας, γνώρισε τη μάνα μου -κόρη ενός στρατηλάτη στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, του Βασίλη Ηλιόπουλου- κι έφτιαξαν οικογένεια» μας λέει. «Η ζωή δύσκολη, πρόσφυγες πότε εδώ πότε εκεί. Κάποια στιγμή το κράτος αξιώθηκε και έφτιαξε κάτι ξύλινα παραπήγματα, τις παράγκες πίσω από την εκκλησία του Αγίου Θεράποντος στην Κάτω Τούμπα κι αποκτήσαμε βάση. Επτά παιδιά και δύο γονείς, εννιά ψυχές σε ένα μικρό δωμάτιο. Ούτε φως, ούτε νερό, ούτε τουαλέτα, τίποτα. Πήγαινα στο 21ο δημοτικό σχολείο μπροστά στην εκκλησία. Μέχρι την Τετάρτη. Στην Πέμπτη αποσύρθηκα. Κατόπιν ήρθε ο πόλεμος, κατοχή. Το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να αγωνίζεσαι για ένα κομμάτι ψωμί.

 

Ο πατέρας μου ήταν πολύ αυστηρός. Μορφωμένος μεν, αλλά δεν είχε τον τρόπο να μεταβιβάσει τη μόρφωση στα παιδιά του. Και οι επτά μας μείναμε τούβλα. Εκείνη την εποχή δούλευε στην Αλατίνη, μηχανικός εφαρμοστής, τα λεφτά όμως δεν μας έφταναν κι έκανε και δεύτερη δουλειά για να μας θρέψει. Κάποια στιγμή κουρασμένος έγειρε και κοιμήθηκε πάνω στα μηχανήματα, κάποιος τον είδε να κοιμάται στη βάρδια, τον κάρφωσε και τον έδιωξαν απ' τη δουλειά. Έμεινε άνεργος, τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο δύσκολα κι έτσι εγώ, σαν μεγαλύτερος, έπρεπε να δουλέψω.

 

Πήγα σε κάποιον εργολάβο που μας υποσχέθηκε δουλειά, αυτός όμως μας εκμεταλλεύτηκε και μας έστειλε στη Γερμανία. Ήταν μια αξέχαστη 22α Σεπτέμβρη του 1943 όταν περάσαμε τα σύνορα. Πεζοπορώντας. Από το Σεπτέμβρη μέχρι τα Χριστούγεννα περπατάγαμε μέσα στα χιόνια. Φτάσαμε μέχρι την Αυστρία, στο Ζάγκρεμπ. Ταλαιπωρημένοι, χωρίς αίσθηση του χρόνου. Θυμάμαι ήμουν στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας και φτυάριζα κάρβουνο για κάποιον Γερμανό που τροφοδοτούσε τα καλοριφέρ. Ξαφνικά ακούστηκαν κανονιοβολισμοί και ρώτησα τι συμβαίνει. Ήταν Χριστούγεννα! Η περιπέτεια από τότε δεν τέλειωσε ποτέ.

 

 

 

Οι προσδοκίες μας είχαν διαλυθεί. Πιστεύαμε ότι θα δούμε κάτι, αλλά δεν είδαμε τίποτα. Ούτε γυναίκες, ούτε τον Ταρζάν που περιμέναμε να βρούμε στη ζούγκλα, μόνο άτομα στην ηλικία μας που υπόφεραν. Μετά το '45 η Λεγεώνα των Ξένων έγινε η Λεγεώνα των Γερμανών. Όλοι οι αιχμάλωτοι απ' τις φυλακές που άδειασαν ήρθαν στη Λεγεώνα. Το 90%. Τους μοίραζαν τσίχλες και τσιγάρα και τους υπόσχονταν σωτηρία. Απελπισμένοι άνθρωποι που έβλεπαν τη Λεγεώνα καλύτερη απ' το κελί της φυλακής.

 

Έφτασα μέχρι τη Βιέννη, δεν πήγαμε ποτέ στη Γερμανία λόγω του πολέμου. Ήμασταν καμιά εκατοστή Έλληνες, ξυπόλυτοι, με τα πόδια. Ο Τίτο είχε καταστρέψει γέφυρες και δρόμους και στη διαδρομή υποφέραμε πάρα πολύ. Το τέλος του πολέμου με βρήκε σε μια πόλη της Αυστρίας, Λακ λεγόταν, κι από 'κει περάσαμε το τούνελ για τη βόρεια Ιταλία. Ήμουν 16 χρονών. Καταλήξαμε στη Ρώμη, στο Σινετσιτά. Εκεί αντάμωσα κάποιους άλλους Έλληνες και πήγαμε στην ελληνική πρεσβεία να ζητήσουμε να μας επαναπατρίσουν. Ο πρέσβης μας έδωσε μια μικρή βοήθεια, ένα μηδαμινό ποσό σε τσεκ -τρεις χιλιάδες λιρέτες που μπορούσες ν' αγοράσεις μια χτένα- αλλά σκεπτόμουν ότι θα ζητούσαν τα λεφτά πίσω από την οικογένειά μας στην Ελλάδα και το έσκισα! Την περίπτωση επιστροφής στην πατρίδα μας την απέκλεισαν γιατί γινόταν πόλεμος. Δεν είχα ακούσει για τον εμφύλιο και ξαφνιάστηκα. Μας είχε για καιρό στην αναμονή, μήπως βρεθεί τρόπος να γυρίσουμε. Περιμέναμε και περιμέναμε...

 

Στο μεταξύ στη Σινετσιτά είχαν βγει κάποιοι επιτήδειοι που έψαχναν άντρες. Ακούστηκε ότι έπαιρναν έναν ορισμένο αριθμό για να πάνε στη Λεγεώνα των Ξένων -στην Αμερική, στην Αμερικάνικη Λεγεώνα. Τότε γνώρισα έναν Έλληνα που ήταν στη Γαλλική Λεγεώνα -τον Στέφανο Γκανά- και μας παρότρυνε να πάμε μαζί του. Ήμασταν 3-4 Έλληνες, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Διέξοδος δεν υπήρχε, αποφασίσαμε να πάμε στη γαλλική πρεσβεία να ρωτήσουμε. Σε πέντε λεπτά μας είχαν τακτοποιήσει. Δήλωνες ό,τι θέλεις, οποιοδήποτε όνομα, οποιαδήποτε ηλικία, οποιαδήποτε εθνικότητα -εκτός από τη γαλλική, απαγορευόταν- υπόγραφες τα χαρτιά και σάλπαρες αμέσως. Μας πήγαν στη Νάπολη κι από 'κει στο βαπόρι για Αλγερία.

 

Έτσι βρέθηκα στη Λεγεώνα των Ξένων. Αλγερία, Αύγουστος 1945. Άρχισαν αμέσως τα γυμνάσια. Και τα καψόνια. Ήταν άλλο πράγμα τα καψόνια, η βαρβαρότητα. Μας είχαν τρελάνει. Αυτά ήταν το χειρότερο. Υποτίθεται ότι προσπαθούσαν να μας σκληραγωγήσουν, να μας κάνουν πειθαρχικούς αλλά γινόταν το αντίθετο. Δημιουργούσαν ένα μίσος μέσα μας εναντίον όλων των άλλων, ακόμα και των συναδέλφων. Είχαμε αγανακτήσει. Πορείες μέσα στη νύχτα βουτηγμένοι στην άμμο μέχρι τα γόνατα, σκοποβολή. Μας μάθαιναν να σκοτώνουμε. Όταν τιμωρούσαν ένα λεγεωνάριο, τιμωρούσαν όλη τη διμοιρία. Το πιο συχνό μαρτύριο ήταν τα τρία σφυρίγματα: Πέστε κάτω, συρθείτε σαν το φίδι κι επάνω. Όλη νύχτα ακουγόταν η σφυρίχτρα και εμείς με πλήρη εξάρτυση να δεινοπαθούμε, μέχρι να βγάλουν οι αξιωματικοί το άχτι τους. Το άλλο ήταν η «αγγαρεία στα άστρα». Απάνθρωπα πράγματα. Σου έδιναν ένα τσουβάλι, σε έβαζαν να σταθείς με τα πόδια ενωμένα και να πιάσεις με το ένα χέρι αστέρια! Σου έλεγαν «σιγά-σιγά να μη σπάσεις τα αυγά»! Το χειρότερο δεν ήταν ότι πιανόταν το χέρι σου και δεν μπορούσες κουνηθείς, αλλά η αγωνία μήπως σε ρωτήσουν τι έγινε και δεν ήξερες τι να απαντήσεις. Αν έλεγες γέμισε, έπρεπε δείξεις τι έχεις, γιατί αλλιώς σε πλάκωναν στο ξύλο. Αν έλεγες δεν έχεις τίποτα σε πλάκωναν, επειδή είχες το σακί άδειο.

 

Ανόι, 1956 Με τη δεύτερη σύζυγό του Κιουμ.
Ανόι, 1956 Με τη δεύτερη σύζυγό του Κιουμ.

 

Στο μεταξύ, τα περισσότερα γυμνάσια ήταν άχρηστα όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, γιατί η έρημος της Αλγερίας και το έδαφος της Αφρικής δεν είχαν καμία σχέση με τη ζούγκλα της Ινδοκίνας. Μας είχαν υποσχεθεί ότι στη Λεγεώνα η ζωή είναι χαρισάμενη, με ποτό, γυναίκες, λεφτά. Στην πραγματικότητα όμως τίποτα απ' όλα αυτά δεν ίσχυε. Όταν φτάσαμε απελπιστήκαμε. Ο μισθός που μας έδιναν δεν ήταν μισθός μισθοφόρου. Καμία σχέση. Πληρώνονταν καλά μόνο όσοι ανήκαν στις μυστικές υπηρεσίες και έκαναν σαμποτάζ. Της CIA κυρίως. Εμείς παίρναμε πενταροδεκάρες. Συχνά δεν μας τον έδιναν και καθόλου ως τιμωρία για κάποιο παράπτωμα. Στο πρώτο «πειθαρχικό» μας έκοβαν το φαγητό και αν η τιμωρία ήταν πάνω από 3-4 μέρες μας έκοβαν και το μισθό. Ένα κουμπί χάναμε και μας χρέωναν 10 φορές παραπάνω. Ήταν σκέτη εκμετάλλευση. Για τους περισσότερους όμως ήταν ένα καταφύγιο. Υπήρχαν άνθρωποι που είχαν προβλήματα στον τόπο τους ή ήταν σεσημασμένοι, άνθρωποι με ποινικά και πολιτικά αδικήματα, πολλοί Ρώσοι που δεν μπορούσαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους επειδή συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Αυτό το εκμεταλλεύονταν οι Γάλλοι και σε καιρό ειρήνης. Τους έβαζαν να σκάβουν και να κάνουν έργα και στον πόλεμο τους μεταχειρίζονταν για τα κανόνια.

 

Οι προσδοκίες μας είχαν διαλυθεί. Πιστεύαμε ότι θα δούμε κάτι, αλλά δεν είδαμε τίποτα. Ούτε γυναίκες, ούτε τον Ταρζάν που περιμέναμε να βρούμε στη ζούγκλα, μόνο άτομα στην ηλικία μας που υπόφεραν. Μετά το '45 η Λεγεώνα των Ξένων έγινε η Λεγεώνα των Γερμανών. Όλοι οι αιχμάλωτοι απ' τις φυλακές που άδειασαν ήρθαν στη Λεγεώνα. Το 90%. Τους μοίραζαν τσίχλες και τσιγάρα και τους υπόσχονταν σωτηρία. Απελπισμένοι άνθρωποι που έβλεπαν τη Λεγεώνα καλύτερη απ' το κελί της φυλακής. Και δεν ήξεραν λέξη γαλλικά. Βγαίνει κάποιος και λέει μια φορά «στοιχηθείτε δεξιά», άκουσαν οι γερμανοί «αλινιμά», νόμισαν ότι έλεγε «αλιμά» και βγήκαν όλοι στην άκρη... Επειδή ήμουν απ' τους λίγους που ήξερα κάποια γερμανικά και γαλλικά με χρησιμοποιούσαν για διερμηνέα.

 

Λιποτάκτης

Από τη Λεγεώνα λιποτάκτησα στις 4 Ιουνίου 1946. Στη Σαϊγκόν πήγαμε στις 4 Ιανουαρίου. Φεύγοντας από την Αλγερία, μας έλεγαν ότι ο σκοπός μας ήταν να αφοπλίσουμε τους Γιαπωνέζους. Φυσικά, λίγοι το πίστευαν, αλλά ήμασταν και μικρά παιδιά, δεν ξέραμε. Δεν είχαν καταφέρει οι Αμερικάνοι να τους αφοπλίσουν, θα τα κατάφερνε ο γαλλικός στρατός; Καταλάβαμε ότι άλλος ήταν ο σκοπός. Μας είχαν προειδοποιήσει να μη μιλάμε γαλλικά, να περνάμε απαρατήρητοι, αλλά ο κόσμος το 'χε τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι ότι ήμασταν «Γάλλοι». Την πρώτη νύχτα που φτάσαμε στην Σαϊγκόν κάναμε την παρέλαση και το βράδυ πήγαμε να κοιμηθούμε σε ένα στρατόπεδο 15 χιλιόμετρα έξω από την πόλη. Ο στρατώνας ήταν ινδικός και μόλις μας είδαν μας έδιωξαν. Δεν ήμασταν σύμμαχοι, ήμασταν πρώην κατακτητές. Πήγαμε σε ένα ίδρυμα με καλόγριες και ορφανά, αλλά κι αυτές φοβήθηκαν τα αντίποινα και μας έδιωξαν. Μείναμε τελικά σε κάτι ερειπωμένα σπίτια γύρω απ' την πόλη. Την πρώτη νύχτα δεχτήκαμε επίθεση. Με δυο νεκρούς. Ξαφνικά άρχισα να αναρωτιέμαι τι δουλειά έχω εδώ, θυμήθηκα ότι στην πατρίδα μου οι Γερμανοί κι οι Ιταλοί ήταν εχθροί και μαζί με άλλους τρεις Έλληνες αποφασίσαμε να λιποταχτήσουμε. Οι δύο δεν πρόλαβαν, τραυματίστηκαν και τους έστειλαν στη Γαλλία. Οι υπόλοιποι δύο απελευθερώσαμε ένα στέλεχος της Αντίστασης και φύγαμε για το βουνό.

 

Τη δεύτερη μέρα, μόλις ανταμωθήκαμε με το αντάρτικο των Βιέτ μινχ, σήμανε συναγερμός. Μας πήρε ένας στρατιώτης και μας πήγε στη ζούγκλα. Στο δρόμο κάποια στιγμή μας λέει «ησυχία, νομίζω ότι περνάνε Γάλλοι στρατιώτες». Εμείς ήμασταν άοπλοι και φοβηθήκαμε. Του κάνω με νόημα ότι αν είναι Γάλλοι, σκότωσέ μας και φύγε. Αυτός απόρησε. Όταν έληξε ο συναγερμός, μας πήγε και μας έκλεισε σε μια καλύβα μέσα στη ζούγκλα. Σε μια ώρα ήρθε ο κομισάριος και μας ζήτησε συγγνώμη για την ταλαιπωρία. Είχαμε περάσει τη δοκιμασία. Μου έδωσαν το όνομα Nguyen Van Lap (Nguyen είναι το όνομα της ομώνυμης δυναστείας που σημαίνει αγνός, γνήσιος, Van είναι τα γράμματα και Lap o δημιουργός). Έτσι πήγα με τους αντάρτες. Τότε λεγόταν εθνικός στρατός, δεν είχε γίνει ακόμα λαϊκός, πολεμούσαν μόνο με σπάθες και παλιά τουφέκια, χωρίς οπλισμό, γυμνοί, μόνο με τα ρούχα που είχε ο καθένας. Εκείνη την περίοδο ο πόλεμος ήταν μόνο στο νότιο Βιετνάμ.

 

Από το '52 μέχρι το '54 ήμουν υπεύθυνος σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων. Οι περισσότεροι ήταν Γάλλοι λεγεωνάριοι. Σε τακτά διαστήματα αφήναμε κάποιους και εγώ είχα την ευθύνη να διακρίνω ποιοι θα ελευθερωθούν. Η δουλειά μου ήταν να τους εξηγώ ότι δεν υπήρχε έχθρα με το γαλλικό λαό, αλλά είχαν υποσχεθεί ότι άπαξ κι ελευθερωθεί η Γαλλία θα έδιναν ανεξαρτησία στο Βιετνάμ. Πράγμα που το αθέτησαν. Οι Βιέτ μινχ δεν ζητούσαν μετάνοιες, απλά να κατανοήσουν ότι η Γαλλία είχε άδικο. Σε έναν από αυτούς που αφήσαμε ελεύθερο έδωσα ένα γράμμα να στείλει στους δικούς μου και όντως το έστειλε. Τελευταία φορά είχα επικοινωνήσει μαζί τους το 1946. Λίγους μήνες αργότερα με έστειλαν στο βόρειο Βιετνάμ. Μόλις έφτασα με καλεί ο στρατηγός και μου δίνει ένα κομμάτι χαρτί, χωρίς φάκελο, το είχε κρατήσει για να μη χαθεί. Ήταν γράμμα απ' την Ελλάδα. Τα μάτια μου βούρκωσαν και δεν μπορούσα να δω λέξη. Είχα να μιλήσω και να διαβάσω ελληνικά απ' το '43, ήμουν και με γνώσεις δημοτικού. Μετά από μισή ώρα με είδε που αδυνατούσα να το διαβάσω και μου έδωσε 5 μέρες άδεια. Πήγα στο Χανόι, βρήκα ένα φίλο μου Γάλλο και με πήγε για φαγητό. Έπρεπε να μεθύσω για να καταφέρω να το διαβάσω.

 

20 χρόνια στο Βιετνάμ

Στο Βιετνάμ έμεινα είκοσι χρόνια. Δέκα χρόνια έμεινα στο στρατό. Είχα αποκτήσει κι ένα βαθμό, υπολοχαγός. Μπήκα στο τομάρι τους - λιποτάκτησαν εκατοντάδες Ευρωπαίοι στο Βιετνάμ, αλλά δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν. Όπου πήγαινα ως Έλληνας με αγκάλιαζαν. Άνοιγαν τα χέρια τους. Ίσως επειδή δεν ήμασταν ποτέ κατακτητές. Με τους Γερμανούς και τους Γάλλους είχαν απωθημένα. Θυμάμαι, μια φορά στη ζούγκλα μια γριούλα ήθελε να με κεράσει τσάι. Όταν πλησίασα και είδε ότι είμαι λευκός ξαφνιάστηκε, με αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει από ευγνωμοσύνη που πολεμούσα μαζί τους.

 

Όταν αποστρατεύτηκα πήγα σε ένα τάγμα που λεγόταν Τάγμα Διερχομένων κι υπηρέτησα για ένα χρονικό διάστημα στην αγροτική μεταρρύθμιση. Οι Γάλλοι εκείνη την περίοδο είχαν καταστρέψει ένα φράγμα και είχε πέσει λιμός στην περιοχή. Κάθε ένας απ' το τάγμα μου είχε υποχρέωση να μοιράζεται το ρύζι που μας έδιναν με μια οικογένεια που πεινούσε. Έμεινα καναδυό μήνες εκεί κι εξαντλήθηκα τελείως. Μετά με έστειλαν στην Κίνα, δούλεψα στην αεροπορία και το '56 αποσύρθηκα από το στρατό. Πήγα να δουλέψω ως διερμηνέας με τους Γερμανούς της ανατολικής Γερμανίας που έφτιαχναν ένα μεγάλο τυπογραφείο -τον λεγόμενο «Πύργο». Δεν ήξερα τεχνικούς όρους, αλλά κατόρθωσα να κάνω το διερμηνέα. Ταυτόχρονα έκανα και τον ηθοποιό. Γύρισα 3 ταινίες όπου έπαιζα 4-5 ρόλους! Μετά το τυπογραφείο δούλεψα ως οδηγός στα ορυχεία κοντά στα σύνορα της Κίνας. Τότε παντρεύτηκα την κυρά μου. Τη γνώρισα στο Χανόι, ήταν ορφανή -ο πατέρας της πέθανε από έλκος στομάχου επειδή αρνήθηκε την εγχείρηση- και η μητέρα της πέθανε λίγο καιρό μετά απ' τον καημό της. Κάναμε τρία παιδιά πριν αποφασίσω να επιστρέψω στην Ελλάδα. Ήταν 1965 όταν ήρθαμε. Εδώ γεννήθηκε η μικρή μου κόρη.

 

Λίγους μήνες αργότερα με έστειλαν στο βόρειο Βιετνάμ. Μόλις έφτασα με καλεί ο στρατηγός και μου δίνει ένα κομμάτι χαρτί, χωρίς φάκελο, το είχε κρατήσει για να μη χαθεί. Ήταν γράμμα απ' την Ελλάδα. Τα μάτια μου βούρκωσαν και δεν μπορούσα να δω λέξη. Είχα να μιλήσω και να διαβάσω ελληνικά απ' το '43, ήμουν και με γνώσεις δημοτικού. Μετά από μισή ώρα με είδε που αδυνατούσα να το διαβάσω και μου έδωσε 5 μέρες άδεια. Πήγα στο Χανόι, βρήκα ένα φίλο μου Γάλλο και με πήγε για φαγητό. Έπρεπε να μεθύσω για να καταφέρω να το διαβάσω.

 

Την πρώτη μου γυναίκα την παντρεύτηκα στο νότιο Βιετνάμ, ήταν κι αυτή μαχόμενη. Υπηρετούσαμε κι οι δύο στο στρατό, σε διαφορετική μονάδα. Όταν έγινε ο διαχωρισμός και πήγα βόρεια ήρθε μαζί μου. Είχε αρχίσει η στρατιωτική μεταρρύθμιση. Εγώ ήμουν στη μονάδα διερχομένων -έπρεπε να φυλάω ένα τμήμα για να μη γίνουν δολιοφθορές- κι αυτή νοσοκόμα σε μια φυτεία καφέ. Στο νοσοκομείο που δούλευε πέθανε ένας ασθενής και όλη η βάρδια πλήρωσε το ζήλο της ομάδας που πήγαινε να κάνει την αναδιάρθρωση στο διοικητικό σύστημα. Κατηγόρησαν τους γιατρούς και τη νοσοκόμα για αμέλεια και τους καταδίκασαν σε φυλάκιση. Έρχεται στο αεροδρόμιο που δούλευα η Κόβαν, κάνει συνέλευση και μου ανακοινώνουν την απόφαση. Ευτυχώς είχα ακούσει κι άλλες παρόμοιες ιστορίες και ήξερα πώς να αντιδράσω. Αν διαμαρτυρόμουν θα ήταν εις βάρος μου και εις βάρος της πρώην γυναίκας μου. Η καρδιά μου πόναγε, αλλά έπρεπε να πω ότι «αν νομίζετε ότι είναι αντιδραστική, εγώ σταματάω επαφή». Χειροκρότησαν, θεώρησαν το πνεύμα μου υψηλό και τέλειωσε εκεί. Μου είπαν μάλιστα ότι ο γάμος μου είχε λήξει και ήμουν ελεύθερος να κάνω νέα σχέση επίσημα. Μετά από καιρό ξαναέφτιαξα τη ζωή μου.

 

Την εποχή που η δεύτερη γυναίκα μου ήταν έγκυος στο πρώτο μας παιδί έπαψε η περίοδος της αγροτικής μεταρρύθμισης και ήρθε η περίοδος της αναδιάρθρωσης των λαθών. Βγαίνει η πρώην μου από τη φυλακή και, αφού αθωώθηκε, λέει στο κόμμα θέλω πίσω τον άντρα μου! Άλλοι ζητούσαν περιουσίες, η δικιά μου ήθελε τον άντρα της! Μια μέρα με καλούν στο υπουργείο και μου λένε θέλουμε να μας βοηθήσεις να διορθώσουμε τα λάθη μας. «Ευχαριστώ πολύ» τους είπα, «αλλά δεν μου ζητήσατε ποτέ τη γνώμη μου για τα λάθη σας». Βλέποντας την αντίδρασή μου, μού δίνουν άδεια απ' την οργάνωση να παντρευτώ δύο γυναίκες! Σηκώθηκα κι έφυγα. Η πρώην μου ήρθε σ' επαφή με την οργάνωση και με διέγραψαν απ' το κόμμα. Ό,τι οικονομίες είχα της τις έδωσα για αποζημίωση κι έκανε πίσω...

 

Στην Ελλάδα έγινα οδηγός. Είχα χάσει την ελληνική ιθαγένεια επειδή δεν είχα πάει φαντάρος και ένα χρόνο έμεινα ως αλλοδαπός. Στο δικαστήριο έδειξα το χαρτί απ' τη Λεγεώνα των ξένων κι αθωώθηκα. Σήμερα έχω 4 παιδιά σπουδαγμένα και τακτοποιημένα και 8 εγγόνια. Έχουν κυκλοφορήσει δύο βιβλία μου στα βιετναμέζικα και δύο στα ελληνικά. Το τελευταίο το κυκλοφόρησα για να βοηθήσω τα παιδιά-θύματα της διοξίνης...

O M.Hulot είναι διευθυντής της έντυπης LIFO και δουλεύει σε αυτήν από το πρώτο φύλλο της

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το κορίτσι της ναπάλμ βραβεύθηκε για τον αγώνα του κατά του πολέμου
Η Kim Phuc, γνωστή ως το «κορίτσι της ναπάλμ» από την εμβληματική φωτογραφία του πολέμου του Βιετνάμ, τιμήθηκε στη Γερμανία
Το άγνωστο Βιετνάμ μέσα από τον φακό δύο Ελλήνων φωτογράφων
Το μεγάλο ταξίδι του Κοσμά Κουμιανού και του Κώστα Ποταμίτη στη νοτιοανατολική Ασία ολοκληρώνεται με ευτράπελα στην πιο ξεχωριστή της χώρα

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Οι ποιητές δεν σκοτώνουν, να το ξέρετε»: Η συναρπαστική ζωή του Ροβήρου Μανθούλη μέσα από μια παθιασμένη συνέντευξη
Μια εξομολογητική συνάντηση με τον διαυγή, σπινθηροβόλο, παρά τα 90 του χρόνια, βραβευμένο βετεράνο του σινεμά Ροβήρο Μανθούλη.
Τζον Γουότερς: Ένα «αμετανόητο φρικιό» μιλά στη LiFO για όσα τον έκαναν τόσο λατρεμένα απαράδεκτο
Η «Αυτού Ρυπαρότητα», ο ισοπεδωτικός συγγραφέας, καλλιτέχνης και πρωτοπόρος του ανεξάρτητου σινεμά που ο Ουίλιαμ Μπάροουζ χαρακτήρισε «ποντίφικα του trash» είναι φέτος το τιμώμενο πρόσωπο του 60ού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου παρουσιάζει και τη stand up comedy «This filthy world».
Η Ελευθερία Αρβανιτάκη τραγουδά για νέα «μεγάλα ταξίδια» και μιλά για όσα την απασχολούν καθημερινά
Με αφορμή τη δισκογραφική της επιστροφή, η Ελευθερία Αρβανιτάκη εξηγεί γιατί εμπιστεύεται νέους ανθρώπους, σχολιάζει το τοπίο της ελληνικής δισκογραφίας και μιλά για τον φασισμό, την κλιματική αλλαγή και τους προσωπικούς της φόβους.
Σπεράντζα Βρανά: «Ευτύχησα να πηδηχτώ καλά όταν έπρεπε!..»
Υπήρξε Σταρ. Θεογκόμενα. Αθυρόστομη. Αδελφομάνα. Έζησε ζωή έντονη και πλούσια. Αυτή είναι η μία από τις καλύτερες συνεντεύξεις που έδωσε ποτέ.
Φατίχ Μεχμέτ Ματσόγλου: ο πρώτος κομμουνιστής δήμαρχος της Τουρκίας
«Πατάμε στην πραγματικότητα» δηλώνει ο νέος κομμουνιστής δήμαρχος του Ντερσίμ, έχοντας κρεμάσει πορτρέτα του Καρλ Μαρξ και του Τσε Γκεβάρα, αντί του Κεμάλ, στους τοίχους των κτιρίων του δήμου
Χρήστος Χρήστου: Ο νέος διεθνής πρόεδρος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα αντιμέτωπος με τις προκλήσεις της εποχής μας
Λίγο πριν από τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την ίδρυση της οργάνωσης, ο νεοεκλεγείς πρόεδρός της μιλά στη LiFO για την καταστροφική διαχείριση του προσφυγικού, τον εθελοντισμό και τις αποστολές στις οποίες έχει συμμετάσχει.
«Dream Workers»: η ομάδα που σύστησε στην Ελλάδα τα θεματικά πάρκα
Μία κουβέντα με την τριάδα που δημιούργησε την «Ονειρούπολη», τον «Μύλο των Ξωτικών», το «Εργοστάσιο Σοκολάτας» και πολλά άλλα θεματικά πάρκα που πέρασαν τα σύνορα
Μια νύχτα στην Αθήνα με τον Τάκη Σπυριδάκη
Φιδές και ακινησία.Ένα βράδυ στους Θεσσαλούς.
Εντουάρ Λουί: Ο νεαρός συγγραφέας που έγινε η πιο μαχητική φωνή υπέρ της εργατικής τάξης στη Γαλλία
Ένας από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της νέας γενιάς, ο 26χρονος Εντουάρ Λουί, σε μία συνέντευξη για τη σημασία του να είσαι διαφορετικός και να μεγαλώνεις σε ένα περιβάλλον απόλυτης φτώχειας και απομόνωσης
Δ. Χριστόπουλος: «Αν με το "Έλληνας γεννιέσαι" εννοούμε κάτι περί ελληνικού αίματος, είμαστε ή μπούφοι ή φασίστες»
Λίγο πριν από τη λήξη της θητείας του ως προέδρου της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο μιλά στη LiFO για το θέμα του προσφυγικού και σχολιάζει αν υπάρχει σήμερα εθνική ιδέα
Μανώλης Σαρρής: Ο νικητής του Master Chef που ξεκίνησε από τη Le Monde για να κατακτήσει τον κόσμο
Ο ταλαντούχος chef μιλά για τις σπουδές του, την εμπειρία που του χάρισε η παραμονή του στην Ολλανδία και τη σωστή διαχείριση της φήμης
Ο Μάριος Ψαραδέλλης θα αγωνιστεί για καλύτερες συνθήκες μετακίνησης των ΑμεΑ στην πόλη
Ο 24χρονος που εξελέγη δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αμαρουσίου μιλά στη LiFO για τη ζωή του και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ΑμεΑ συμπολίτες μας σε μια πόλη που επιλέγει να τους αγνοεί.
Claude Lévi-Strauss : η συνέντευξη της ζωής του
Ολόκληρη η σπάνια συνέντευξη του μεγάλου εθνολόγου στο Magazine Littéraire, και η μοναδική στην οποία δέχτηκε να μιλήσει λεπτομερώς για τη ζωή και το έργο του.
Μάργκαρετ Κένα: Η Αυστραλή ανθρωπολόγος που έκανε την Ανάφη δεύτερη πατρίδα
Έφτασε πριν 50 χρόνια για την ανάγκη μιας διατριβής και ερωτεύτηκε τη φύση, τους ανθρώπους της και την ιδιαίτερη ιστορία της ως τόπος εξορίστων. Μια συνομιλία μαζί της και 18 ανέκδοτες φωτογραφίες.
Στέφανος Ροζάνης: «Ζήστε! Αυτό είναι επαναστατικό»
Μια συζήτηση με τον συγγραφέα και καθηγητή φιλοσοφίας, γνωστό με το προσωνύμιο «αναρχικός φιλόσοφος», για την οικονομική κρίση, την παιδεία, τα social media, τον αναρχισμό, τα Εξάρχεια, τη ζωή, τον έρωτα και την αγάπη
2 σχόλια
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
avatar Leontios 15.2.2017 | 09:58
... και σήμερα άλλοι πέφτουν σε κατάθλιψη γιατί δεν μπορούν να... αγοράσουν πια το νέο αϊφόουν....
avatar
Ανώνυμος/η 16.2.2017 | 11:04
Τρομακτικό πάντος να σου ανακοινώνουν ότι πλέον η από επιλογή σου συντροφός σου δεν είναι πλέον συντροφός σου και να μην μπορεις να πείς όχι...ο ολοκληρωτισμος σε όλο του το μεγαλειο.
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή