Η ενοχή των θυμάτων αποτελεί το ηθικό έρεισμα της τρομοκρατίας στη χώρα μας. Οι τρομοκράτες εμφανίζονται ως τιμωροί, «εκτελεστές», άρα τα θύματά τους πρέπει να είναι ένοχα. Στον δικό τους στρεβλό κόσμο η ευθύνη του εγκλήματος ανήκει στο θύμα κι όχι στον θύτη.

 

Κι όσο κανείς επιδιώκει να δείξει ότι το θύμα είναι αθώο του εγκλήματος τόσο χώνεται βαθύτερα στη λογική παγίδα που στήνουν οι τρομοκράτες. Για αυτό και από το 2001 που εκφράζομαι δημόσια για την τρομοκρατία, αρνούμαι αυτήν τη λογική και δεν επιχειρώ καν την υπεράσπιση των θυμάτων.

 

Η δικαιοσύνη στη δική μας συντεταγμένη πολιτεία (όπως θέλουμε να είναι) δεν αποδίδεται από τους πολίτες, με δική τους πρωτοβουλία, αλλά από τα θεσμικά όργανα της δικαιοσύνης. Η αυτοδικία, ανεξαρτήτως των κινήτρων που επικαλούνται οι θύτες, είναι έγκλημα. Κάθε μία από τις δολοφονίες των τρομοκρατών είναι εγκληματική, ανεξαρτήτως της προσωπικής ιστορίας του κάθε θύματος.

 

Με πληγώνει που η 17Ν όχι μόνο δολοφόνησε τον πατέρα μου αλλά, με τη στρεβλή λογική της αντιστροφής της ευθύνης για το έγκλημά της τον σημάδεψε στο συλλογικό υποσυνείδητο της Ελληνικής κοινωνίας ως κάποιον «κακό», «ένοχο», κάποιον που «κάτι θα έκανε...».

 

Η αφορμή να μιλήσω για τη δολοφονία από τη 17Ν του πατέρα μου, Νίκου Μομφερράτου, μου δίνεται σήμερα από το τελευταίο δημιούργημα του φίλου Απόστολου Δοξιάδη. Ο «Ερασιτέχνης Επαναστάτης» είναι ένα απολαυστικό, σφιχτοδεμένο, ενδιαφέρον και με ιστορική αξία αφήγημα της πολιτικής ιστορίας του τόπου μας στα '60s και στα '70s ενώ δίνει και ένα στίγμα της κουλτούρας της αστικής τάξης στην ίδια περίοδο.

 

Όλα αυτά από τη ματιά ενός ιδιαίτερα ευφυούς νέου που με τα χρόνια έχει εμπλουτίσει με περισσότερο χιούμορ, ρομαντισμό αλλά και κυνισμό τις αναμνήσεις του, τις οποίες μας προσφέρει απλόχερα, χωρίς κομπασμούς και με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

 

Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης και ο Νίκος Μομφερράτος ήταν συνδεδεμένοι με στενή φιλία, και έτσι ο Απόστολος ανακαλεί τον πατέρα μου στην αφήγησή του, με αφορμή διάφορα περιστατικά, μεταξύ αυτών και ένα που αφορά στη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Μαρκεζίνη και το παρασκήνιό της.

 

Εν συντομία, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Απόστολου, ο Νίκος δέχθηκε να συμμετάσχει μόνο κατόπιν προτροπής του Κων. Καραμανλή, του οποίου ήταν στενός συνεργάτης και φίλος. Αυτά είναι γνωστά στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, αλλά μάλλον όχι ευρύτερα.

 

 


 

Διαβάστε τις σχετικές σελίδες του βιβλίου:

Είχα αφήσει για τελευταία στην κουβέντα την πιο στενόχωρη πτυχή του θέματος της κυβέρνησης Μαρκεζίνη, στενόχωρη για μένα αλλά και για τον πατέρα: τη συμμετοχή σε αυτήν του Νίκου Μομφεράτου. Ο πατέρας είχε μεγάλη εκτίμηση στο μυαλό του και συχνά απευθυνόταν σε αυτόν όταν ήθελε γνώμη για ένα θέμα της οικονομίας. Και επιπλέον, όπως ανέφερα νωρίτερα, παροτι ο Νίκος ήταν δέκα χρόνια νεότερος του, είχαν συνδεθεί οι δυο τους με στενή φιλία. Τον γνώριζα και εγώ καλά, καθώς ερχόταν συχνά στο σπίτι μας με την πρώτη γυναίκα του, την Εσμέ, και είχαμε κάνει όλοι μαζί οικογενειακές διακοπές.

Ο Νίκος ήταν άνθρωπος κάπως συνεσταλμένος στους τρόπους, με αποτέλεσμα να μην μπορεί εύκολα να δεθεί με ένα παιδί, ακόμα και με έναν έφηβο. Παρ' όλα αυτά τον συμπαθούσα, αν μη τι άλλο για το ωραίο, γλυκό χαμόγελο του. Και βέβαια ήξερα την εκτίμηση αλλά και την αγάπη του πατέρα γι' αυτόν. Το γεγονός, λοιπόν, ότι είδα το όνομά του ως υπουργού Βιομηχανίας στη νέα κυβέρνηση με είχε προβληματίσει αλλά και με είχε εκνευρίσει – έστω κι αν ήξερα την πιθανή αιτιολογία, το μοναδικό κουσούρι του Νίκου, κατά τον πατέρα: ότι ήταν πάντα οπαδός του Μαρκεζίνη. Αντίστοιχα, πίστευα ότι θα είχε προβληματιστεί, και πιθανώς θα είχε εκνευριστεί, και ο πατέρας.
«Μα ο Νίκος, πατέρα, να μπει σε χουντική κυβέρνηση; Πώς είναι δυνατόν; Από πού κι ως πού; Θυμάμαι τόσες φορές στο σπίτι να κατηγορεί τη Χούντα. Αυτός άλλωστε ήταν αριστερός παλιά, δεν ήταν;»
Ο πατέρας κούνησε το κεφάλι και έγραψε:
Μακρόνησος.
«Εντάξει, αριστερός πια δεν είναι», είπα. «Τόσοι και τόσοι άλλαξαν. Αλλά και στο άλλο άκρο; Το θυμάμαι ότι διαφωνούσατε προδικτατορικά για τον Μαρκεζίνη, ενώ ο Νίκος επαινούσε τις ιδέες του για τα οικονομικά. Άλλο όμως τα οικονομικά και άλλο η πολιτική, δεν το καταλαβαίνει αυτό; Στενοχωρήθηκα πολύ, σας το λέω. Κεραμίδα μού ήρθε, για την ακρίβεια, όταν είδα το όνομά του».
Ο πατέρας έφερε τα χέρια του σε μικρή απόσταση από το πρόσωπό του, έτσι ώστε να συγκλίνουν στο ίδιο σημείο, και κούνησε τα δάχτυλα και των δύο, στριφογυρίζοντας ταυτόχρονα λίγο τις παλάμες γύρω από τον ίδιο νοερό άξονα: η παντομίμα του έδειχνε μπλέξιμο, μαλλιά-κουβάρια ας πούμε. Τη χρησιμοποιούσε για να δείξει ότι κάτι ήταν μπλεγμένο, σύνθετο. Μετά έγραψε:
Καραμανλής!
Ήξερα καλά, από χρόνια, ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όχι μόνο εμπιστευόταν απόλυτα αλλά και εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Νίκο –αυτή η κατηγορία περιλάμβανε ελάχιστους ανθρώπους–, καθώς και ότι εκείνος, από τα τέλη του 1963 και μετά, πήγαινε ενίοτε στο Παρίσι και ενημέρωνε τον Καραμανλή για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα. Αυτό γινόταν συστηματικά από το πραξικόπημα και μετά, όταν οι πληροφορίες έγιναν είδος περιορισμένης κυκλοφορίας. Προφανώς σε «αυτό ο Καραμανλής συμφωνούσε με τον πατέρα: έβλεπαν στον Νίκο έναν άνθρωπο πανέξυπνο, με νηφάλια σκέψη και μεγάλη αναλυτική ικανότητα.

Θυμόμουν μάλιστα καλά ότι τα πρώτα χρόνια της Χούντας, πριν αρρωστήσει, ο πατέρας έδινε συχνά στον Νίκο πληροφορίες που μάθαινε για τα εσωτερικά του καθεστώτος, ειδικά για να τις μεταφέρει στον Καραμανλή. Αντίστοιχα, ο Νίκος τού έλεγε κάποια πράγματα που μάθαινε από εκείνον στις επισκέψεις στο Παρίσι, ώστε ο πατέρας να τα μεταφέρει στον Κλέιμπορν Πελ και σε άλλους πολιτικούς του αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος που εναντιώνονταν στη Χούντα. Δεν κατάλαβα όμως διόλου γιατί είχε γράψει ο πατέρας το όνομα του Καραμανλή στην κάρτα μιλώντας για την υπουργοποίηση του Νίκου από τη Χούντα.
«Τι σχέση έχει ο Καραμανλής με αυτό;» ρώτησα.
Ο πατέρας μού απάντησε σε συνέχειες, γεμίζοντας με κόπο μια σειρά από κάρτες ή κάνοντας παντομίμες. Έβγαινε η εξής ιστορία: λίγο πριν έρθουν οι γονείς στο Παρίσι, ο Νίκος είχε πάει μια μέρα στο σπίτι μας στην Αθήνα και είπε στον πατέρα γελώντας «Ντίνο μου, παραλίγο να με δεις υπουργό!». Έπειτα του αφηγήθηκε τη συνάντησή του με τον Μαρκεζίνη, ο οποίος ήδη συζητούσε με τον Παπαδόπουλο την πιθανότητα να αναλάβει τον σχηματισμό κυβέρνησης. Σύμφωνα με όσα είχε πει ο Μαρκεζίνης στον Νίκο για να τον πείσει να συμμετάσχει κι αυτός, η κυβέρνησή του θα είχε μεγάλα περιθώρια κινήσεων και κατά συνέπεια θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο στην πορεία προς τη δημοκρατία. Θα αποκαθιστούσε πολλούς από τους θεσμούς που είχε διαλύσει η Χούντα και, πιο σημαντικό, θα οργάνωνε σύντομα τις πρώτες ελεύθερες εκλογές – σχετικά ελεύθερες δηλαδή, κάτι πολύ καλύτερο από το καθόλου εκλογές. Ο Νίκος πάντως κατέληξε λέγοντας στον πατέρα ότι, καθώς δεν εμπιστευόταν τις υποσχέσεις τou Παπαδόπουλου, είχε απαντήσει αρνητικά στον Μαρκεζίνη, Ο πατέρας τού σημείωσε τότε μόνο ένα όνομα, το ίδιο που είχε γράψει και σ' εμένα πριν από λίγο, όμως με ερωτηματικό: Καραμανλής; Ο Νίκος κατάλαβε το νόημα και απάντησε στον πατέρα ότι δεν τον είχε ενημερώσει επειδή δεν εμπιστευόταν τα τηλέφωνα και ότι θα έφευγε το άλλο πρωί για το Παρίσι για να του αναφέρει όσα είχε μάθει από τον Μαρκεζίνη ως ειδήσεις. Όσο για την άρνησή του να συμμετάσχει στην κυβέρνηση, ήταν σίγουρος άτι ο Καραμανλής θα την επικροτούσε. Όμως, λίγες μέρες μετά, όταν γύρισε από το ταξίδι του, ο Νίκος πήγε πάλι να δει τον πατέρα. Ήταν πολύ σκεφτικός. Ο Καραμανλής τού είχε ζητήσει να αποδεχτεί τη θέση στην κυβέρνηση Μαρκεζίνη.

Του είπε πως θέλει άνθρωπο δικό του μέσα, έγραψε στην επόμενη κάρτα ο πατέρας. Για να ξέρει τι γίνεται, άνοιξε τα χέρια με τις παλάμες προς τα πάνω, σαν να έλεγε «προφανές δεν είναι;». Από τη σκοπιά του, έχει λογική, συμπλήρωσε.
«Καλά, και ο Νίκος το δέχτηκε;» ρώτησα.
Με βαριά καρδιά, έγραψε ο πατέρας. Αλλά έπρεπε. Αφού του το ζήτησε Καραμανλής. Δεν θα του έλεγε όχι.
Η διάθεση του Νίκου Μομφεράτου να σεβαστεί την επιθυμία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, για το καλό, κόστισε σε αυτό το θαυμάσιο άνθρωπο, δεκατρία χρόνια αργότερα τη ζωή του. Οι στυγνοί δολοφόνοι του δεν νοιάστηκαν, βέβαια, να μάθουν την αλήθεια πριν τον σκοτώσουν. Αυτοί στο νου τους είχαν μόνο τις σφαίρες.

Ας είναι μια παρηγοριά στους δικούς και ένα μικρό λουλούδι στη μνήμη του η γνώση ότι το αίμα του χύθηκε επειδή έβαλε πάνω από το δικό του θέλημα τον τόπο του και την υπόθεση της δημοκρατίας.


 

Η συμμετοχή αυτή, με την δεδομένη τροπή που πήρε η κυβέρνηση Μαρκεζίνη, τον σημάδεψε αφού του στέρησε τόσο τις πολιτικές του φιλοδοξίες όσο και τη ζωή του. Την τάχα χουντική ιδιότητα του Νίκου Μομφερράτου επικαλέστηκε η 17Ν για να δικαιολογήσει τη δολοφονία του.

 

Πρέπει να πω ότι, σε ένα γενικότερο πλαίσιο σύγκρισης, δεν μου αρέσει που βρίσκεται ο πατέρας μου στην ίδια παρέα με, π.χ., τον Μάλλιο. Βέβαια, η μόνη σύνδεσή τους είναι ότι είναι θύματα μιας τρομοκρατικής οργάνωσης. Και στο σημείο αυτό θεωρώ ότι ταυτίζονται απόλυτα.

 

Η δολοφονία του Μάλλιου δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο ειδεχθής από τη δολοφονία του πατέρα μου – κανένας από τους δύο δεν έχει ευθύνη, πόσο μάλλον ενοχή για τη δολοφονία του. Τελεία και παύλα.

 

Ο Νίκος Μομφερράτος με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή
Ο Νίκος Μομφερράτος με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή

 

Μόνο όταν γίνει κτήμα της κοινωνίας μας ότι είναι εκτός θέματος η ενοχή/αθωότητα των θυμάτων τρομοκρατίας θα μπορούμε να αποκτήσουμε διαύγεια και για την τρομοκρατία και για τους θύτες και για τα θύματα.

 

Γιατί με πληγώνει που η 17Ν όχι μόνο δολοφόνησε τον πατέρα μου αλλά, με τη στρεβλή λογική της αντιστροφής της ευθύνης για το έγκλημά της τον σημάδεψε στο συλλογικό υποσυνείδητο της Ελληνικής κοινωνίας ως κάποιον «κακό», «ένοχο», κάποιον που «κάτι θα έκανε...».

 

Γι' αυτό, παραβιάζοντας το δικό μου κανόνα, με αφορμή το κείμενο του Απόστολου θέλω να επαινέσω τον πατέρα μου και να δείξω πόσο άστοχος είναι γι' αυτόν ο χαρακτηρισμός «χουντικός».

 

Στην εφηβεία του οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και βασανίστηκε από τους Γερμανούς στη Μέρλιν, εξορίστηκε στη θητεία του στη Μακρόνησο ως αριστερός, υπήρξε γραμματέας της νεολαίας του ΣΚ-ΕΛΔ (των Η. Τσιριμώκου και Α. Σβώλου), συνεργάτης του Γ. Καρτάλη στο υπ. Συντονισμού, και στη συνέχεια γοητεύτηκε από την επίθεση φιλίας του Κ. Καραμανλή, του οποίου έγινε από τους στενότερους συνεργάτες και έμπιστους φίλους, αφού ήταν και βασικός σύνδεσμος του Καραμανλή με τον πολιτικό κόσμο στην Ελλάδα σε όλη την διάρκεια της Δικτατορίας.

 

Πίστεψε, με την ενθάρρυνση του Κ. Καραμανλή, ότι η συμμετοχή του στο εγχείρημα του Μαρκεζίνη θα είχε αξία για τη χώρα και θα μπορούσε να συμβάλει στην αποκατάσταση της δημοκρατικής τάξης (και βεβαίως την ίδια άποψη είχαν και πολλοί άλλοι, από όλο το πολιτικό φάσμα της εποχής εκείνης). Μόνο «χουντικός» δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ο Νίκος Μομφερράτος.

 

Κλείνοντας να πω ότι ο πατέρας μου, σήμερα 28/2/2019, θα έκλεινε ενδεχομένως τα 95 του χρόνια, αν δεν τον είχαν δολοφονήσει οι τρομοκράτες της 17Ν.