Μπλε καθαρός ουρανός χωρίς τα χνουδωτά σύννεφα και πάνω του διακρίνεται ένας Μικρός Πρίγκιπας. Αυτός που έζησε για να χωρέσει σε λέξεις τη μοναξιά και να περιγράψει με πλήρη ακρίβεια πώς φαίνεται από εκεί ψηλά το γένος των ανθρώπων. Σάμπως ο συγγραφέας του ομώνυμου παραμυθιού να μην έζησε στιγμή στη Γη, φτιαγμένος για να διασχίζει τους αιθέρες.

 

Η μοναδική στιγμή που κάτι απτό παρέσυρε το χέρι του ήταν η πένα, για να μπορέσει να μετατρέψει σε λόγια όλα αυτά τα ένδοξα αισθήματα που ένιωσε από εκεί ψηλά. Μόνο αυτή τον έτρεφε κάθε φορά που επέστρεφε στη χθόνια χώρα: η λέξη που έλαμπε σαν διαμάντι στο φως, η σημαία των ανορθόδοξων ανθρώπων που ανέμιζε για να φανεί μέχρι το φεγγάρι.

 

Ήταν όλος μια διάφανη ψυχή, ένα γυάλινο, εσωτερικό τοπίο, χωρίς μικρόνοιες και δίχως στεγανά, όπου μπορείς να διαβάσεις την ιστορία των αιθέρων και των ανθρώπων.

 

Σχεδόν σε όλα τα βιβλία του –ιδιαζόντως αυτοβιογραφικά και γραμμένα με μια έντονη εξομολογητική χροιά– επέστρεφε στον πυρήνα της ουσίας που ήταν η αδιαπραγμάτευτη ανθρώπινη συνθήκη.

 

Αυτός ήταν εν ολίγοις ο Αντουάν-Ζαν-Μπατίστ-Μαρί-Ροζέ ντε Σεντ-Εξιπερί: ένας γόνος αριστοκρατικής καταγωγής που μεγάλωσε με παραμύθια και δεν το έβαλε κάτω –για την ακρίβεια δεν προσγειώθηκε ποτέ στη Γη– μέχρι που οι ουρανοί και η θάλασσα της Μεσογείου τον κατάπιαν για πάντα, κάπου εκεί στα 45 του χρόνια.

 

 

Έζησε για να πετάει και όποτε δεν το έκανε, σταματούσε να ζει. Σάμπως να μην προσγειώθηκε ποτέ από κει ψηλά, αφού πιλοτάριζε διαρκώς και αδιαλείπτως, ακόμη και όταν σοβαρά ατυχήματα τον κράτησαν καθηλωμένο, ακόμη και όταν αναγκάστηκε να ζήσει χωρίς νερό και φαγητό στην έρημο Σαχάρα.

 

Δεν συμβιβάστηκε με κανένα καθεστώς και καμία εντολή, παρότι είχε διατελέσει πολεμικός πιλότος, κάτι που πλήρωσε ακριβά στη ζωή του. Στα κατάστιχά της όμως δεν υπήρχε η λέξη ανικανότητα αλλά πάθος, δύναμη και ορμή.

 

Σεβάστηκε μόνο τους ανθρώπους με ψυχή και δεν προσαρμόστηκε με τους «χαρτογιακάδες», όπως τους αποκαλούσε, που μετρούσαν τη ζωή με το κουταλάκι του καφέ και υποτάσσονταν σε κάθε προφάνεια. Ένας διαφορετικός αέρας φυσούσε στα γραπτά του και η γλώσσα του ήταν μεστή και αποκαλυψιακή. Όπως και στο παραμύθι που τον έκανε διάσημο, τον Μικρό Πρίγκιπα, το μόνο που είχε σημασία ήταν ο άνθρωπος, η αλήθεια του και η ψυχή του.

 

«Τι του χρειάζονταν αυτά τα χρήματα... Αυτός ένιωθε, όπως νιώθεις μια άγρια πείνα, την ανάγκη να 'ναι άνθρωπος ανάμεσα στους ανθρώπους, δεμένος με τους ανθρώπους». Σχεδόν σε όλα τα βιβλία του –ιδιαζόντως αυτοβιογραφικά και γραμμένα με μια έντονη εξομολογητική χροιά– επέστρεφε στον πυρήνα της ουσίας που ήταν η αδιαπραγμάτευτη ανθρώπινη συνθήκη.

 

Και στα τέσσερα μικρά περιούσια διαμάντια του, που κυκλοφόρησαν πριν λίγα χρόνια από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε ακριβείς μεταφράσεις (Γη των Ανθρώπων, Πολεμικός Πιλότος, Νυχτερινή Πτήση και Ο Μικρός Πρίγκιπας), τον ενδιέφερε να δει πώς είναι «το βάρος των ανθρωπίνων σχέσεων που σου κόβει το βήμα, αυτά τα δάκρυα, αυτοί οι αποχαιρετισμοί, αυτές οι μομφές, αυτές οι χαρές – όλα όσα κάθε άνθρωπος θωπεύει ή απωθεί κάθε φορά που κάνει μια χειρονομία, αυτοί οι χίλιοι δυο δεσμοί που τον δένουν με τους άλλους και του δίνουν κάποιο βάρος».


Όλα αυτά αναπολούσε, τα ένιωθε καλύτερα από κει ψηλά. Ίσως να ήξερε ότι αυτό ήταν το πεπρωμένο του, αφού γεννήθηκε σχεδόν τις μέρες που οι αδελφοί Ράιτ πραγματοποιούσαν την πρώτη τους πτήση στους ουρανούς, αρχές του περασμένου αιώνα.

 

Ορφανός από πολύ νωρίς από πατέρα, έβρισκε πάντα καταφύγιο αγναντεύοντας τον ουρανό, εκεί όπου βρισκόταν ο χαμένος του πρόγονος και όπου πάντα ήθελε να φτάσει. Το όνειρο και το παραμύθι δεν ήταν γι' αυτόν ποτέ διαφορετικά από την πραγματικότητα – τίποτα δεν μπορούσε να δημιουργήσει την ίδια σπίθα πάθους με τη στιγμή που χανόταν ανάμεσα στα σύννεφα και δεξιωνόταν το φως. Δεν ήταν, άλλωστε, ούτε πέντε χρονών όταν πρωτοκόλλησε φτερά από χαρτόνι που είχε φτιάξει ο ίδιος στο ποδήλατό του και προσπάθησε να το κάνει να πετάξει.

 

Τα κατάφερε λίγο αργότερα, σε ηλικία μόλις 12 ετών, όταν είδε μια μικρή ομάδα μηχανικών να συναρμολογούν ένα αεροπλάνο λίγα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του.

 

Τον φώναξαν και τον πήραν μαζί στην πτήση τους και από τότε τίποτα δεν μπορούσε να του δώσει μεγαλύτερη χαρά: έκανε τα πάντα για να γίνει πιλότος, παρά τη βούληση της μητέρας του να καταταγεί στο Ναυτικό, όπου πήγαιναν οι γόνοι των αριστοκρατικών οικογενειών.

 

Τελικά, πήρε το πτυχίο του πιλότου, αλλά ένα σοβαρό ατύχημα, που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή και του προκάλεσε σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, τον κράτησε για τα καλά στη Γη.

 

Ο τότε πεθερός του –είχε παντρευτεί πολύ μικρός μια κοπέλα που γνώριζε από τα εφηβικά του χρόνια– τον ανάγκασε να γίνει υπάλληλος, αλλά εκείνος δεν μπορούσε να μην επιστρέψει στα αεροπλάνα.

 

Ο γάμος του διαλύθηκε, βούτηξε στην κατάθλιψη, αλλά κάποια στιγμή αποφάσισε να επιστρέψει στη φυσιολογική του ανοδική πορεία: τα αεροπλάνα τον περίμεναν για μια σειρά από πτήσεις, τις οποίες πραγματοποιούσε μεταφέροντας πολύτιμη αλληλογραφία. Παράλληλα, έγραφε σαν τρελός, αφού αυτή ήταν η μόνη παρηγοριά όσο καιρό κρατούσε αναγκαστικά τα πόδια του στη Γη. Ήξερε πως οι πιλότοι είναι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι του κόσμου, όσο κι αν υποφέρουν.


«Πρέπει να τους σπρώχνεις, σκεφτόταν, προς μια έντονη ζωή που συνεπάγεται βάσανα και χαρές, μα που μόνο αυτή μετράει» γράφει με απόλυτη ειλικρίνεια τότε στη Νυχτερινή Πτήση για τη ζωή των πιλότων. Είναι το βιβλίο που θα του προσφέρει δόξα και χρήματα, αφού θα μεταφερθεί με επιτυχία στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστή τον Κλαρκ Γκέιμπλ.

 

Τη δεκαετία του '30 ο συγγραφέας και πιλότος Σεντ-Εξιπερί, ευτυχής κι ερωτευμένος, αποφασίζει να ξαναπαντρευτεί, αλλά ένα ακόμη σοβαρό ατύχημα απειλεί να του κοστίσει τη ζωή, καθώς δοκιμάζει ένα από τα πρώτα αεροπλάνα της Air France (της οποίας θεωρείται και ιδρυτικό μέλος).

 

Δεν πτοείται – για μια ακόμη φορά μαζεύει τα κομμάτια του και συνεχίζει. Αποφασίζει, μάλιστα, να επενδύσει όλες του τις οικονομίες στην αγορά ενός αεροπλάνου, με το οποίο επιχειρεί, και στην πρώτη κιόλας προσπάθεια τσακίζεται από την αμμοθύελλα στη Λιβυκή Έρημο.

 

Περιφέρεται για μέρες χωρίς φαγητό και νερό και αυτή του την εμπειρία την περιγράφει με τρόπο γλαφυρό στη Γη των Ανθρώπων: «Η έρημος είναι λεία σαν μάρμαρο. Δεν κάνει καθόλου σκιά την ημέρα και τη νύχτα σε παραδίνει γυμνό στον αέρα. Ούτ' ένα δέντρο, ούτ' ένας φράχτης, ούτε μια πέτρα που θα με προφύλασσαν. Ο άνεμος μου επιτίθεται σαν ιππικό σε ακάλυπτο πεδίο. Γυρίζω γύρω-γύρω για να τον αποφύγω. Πλαγιάζω και ξανασηκώνομαι. Πλαγιασμένος ή όρθιος, είμ' εκτεθειμένος σ' αυτό το παγερό μαστίγωμα. Δεν μπορώ να τρέξω, δεν έχω δυνάμεις πια, δεν μπορώ να ξεφύγω απ' τους δολοφόνους και πέφτω στα γόνατα, με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια μου κάτω απ' την άμμο!».

 

Τελικά, σώζεται από μια ομάδα Βεδουίνων, αλλά από τότε η ζωή του θα έχει μόνο δυσάρεστες εκπλήξεις. Το ατύχημα στη Γουατεμάλα που ακολουθεί μοιάζει σχεδόν μοιραίο και ο Σεντ-Εξιπερί νοσηλεύεται για καιρό στο Νοσοκομείο της Νέας Υόρκης, αρχίζοντας πλέον να αποχαιρετά τις αεροπορικές περιπέτειες. Η γραφή, η μόνη του παρηγοριά, τον βοηθάει να βάλει σε λέξεις τη μοναξιά που νιώθει όταν η πραγματικότητα του δείχνει απειλητικά τα δόντια: η γυναίκα του τον εγκαταλείπει και ο πόλεμος που ξεσπά τον γεμίζει απογοήτευση.

 

Τότε είναι που γράφει τον Μικρό Πρίγκιπα, αυτή την ελεγεία στη μοναξιά και στη χαμένη τιμή των ανθρώπων: «Οι άνθρωποι; Υπάρχουν, νομίζω, έξι-εφτά. Τους είδα πριν από κάμποσα χρόνια. Μα, δεν ξέρεις ποτέ πού να τους βρεις. Τους παρασέρνει ο άνεμος. Δεν έχουν ρίζες, κι αυτό τους δυσκολεύει πολύ».

 

Ο συγγραφέας του, αυτός ο «πρίγκιπας των αιθέρων», δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την απανθρωποποίηση που προξενεί ο πόλεμος, με την κυβέρνηση του Βισί που παραδόθηκε και συνεργάστηκε με τους ναζί. Φεύγει από τη Γαλλία για την Ισπανία, όπου δουλεύει ως πολεμικός ανταποκριτής.

 

Η κριτική του στους πατριώτες του είναι δριμεία: «Η Γαλλία που καταρρέει δεν είναι πια παρά ένας κατακλυσμός κομματιών από τα οποία κανένα δεν δείχνει ένα πρόσωπο: ούτε αυτή η αποστολή, ούτε αυτό το καμιόνι, ούτε αυτός ο δρόμος, ούτε αυτή η λίγδα στις λαβές του γκαζιού. Βέβαια, μια καταστροφή είναι θλιβερό θέαμα. Οι μικροί, οι ταπεινοί άνθρωποι αποδεικνύονται ταπεινοί. Οι κλέφτες αποδεικνύονται κλέφτες. Οι ένοπλες δυνάμεις, αποκαρδιωμένες και κατάκοπες, αποσυντίθενται κατά τρόπο παράλογο. Η ήττα χτυπάει το καθετί, όπως η πανούκλα χτυπάει τους βουβώνες. Αν όμως ένα καμιόνι κάνει λιώμα αυτήν που αγαπάτε, θα πάτε να επικρίνετε την ασχήμια της;».

 

Στο ρητορικό ερώτημα απαντά παίρνοντας ενεργά μέρος στον πόλεμο κατά των ναζί παρά το προχωρημένο της ηλικίας του κι επιστρέφοντας στο παλιό του σμήνος 2/33. Σε μία από αυτές τις πτήσεις όμως χάνεται οριστικά, με τους φίλους του να εικάζουν ότι πρόκειται για αυτοκτονία και έναν Γερμανό πιλότο, πολλά χρόνια αργότερα, να παραδέχεται ότι μάλλον εκείνος ήταν που έριξε τον «μικρό πρίγκιπα των αιθέρων» στο χείλος της αβύσσου.

 

«Επειδή ο μικρός πρίγκιπας αποκοιμήθηκε, τον πήρα στην αγκαλιά μου και συνέχισα τον δρόμο μου. Είχα συγκινηθεί. Μου φαινόταν μάλιστα πως δεν υπήρχε τίποτε πιο εύθραυστο πάνω στη Γη. Κοίταζα, στο φως του φεγγαριού, αυτό το χλομό μέτωπο, αυτά τα κλειστά μάτια, αυτά τα μαλλιά που τρεμόπαιζαν στο αεράκι, κι έλεγα: "Αυτά που βλέπω εδώ δεν είναι παρά μια φλούδα. Το πιο σπουδαίο δεν φαίνεται..."» γράφει σχεδόν προφητικά ο Σεντ-Εξιπερί στον Μικρό Πρίγκιπα.

 

Κι όμως, το σπουδαίο φαινόταν σε κάθε λέξη που κληροδότησε στις επόμενες γενιές ο επίμονος πιλότος, αυτό το μικρό παιδί που δεν επέστρεψε ποτέ στη Γη, παρά μόνο για να αφήσει την πνευματική παρακαταθήκη που θρέφει ακόμη όλες τις ηλικίες, σε όλα τα πλάτη της Γης, και όλα τα χρόνια. Λίγα βιβλία αγαπήθηκαν τόσο πολύ όσο το διαμαντένιο παραμύθι που άφησε πριν φύγει για κάποιον γαλαξία που φέρει το όνομά του –κι όμως υπάρχουν ήδη δύο!– ο Σεντ-Εξιπερί και πούλησε όσο κανένα άλλο, εκτός από εκείνο του ίδιου του Θεού, τη Βίβλο.