Οι πρώτες του εμφανίσεις πρόδιδαν ένα προκλητικό, σεξουαλικά φορτισμένο πλάσμα, που δεν νοιαζόταν για την ορθότητα, όπως δεν έδινε δεκάρα για την μουσική του ταξινόμηση...
Οι πρώτες του εμφανίσεις πρόδιδαν ένα προκλητικό, σεξουαλικά φορτισμένο πλάσμα, που δεν νοιαζόταν για την ορθότητα, όπως δεν έδινε δεκάρα για την μουσική του ταξινόμηση...


Όπως πολλοί φιλόδοξοι, πολυπράγμονες μουσικοί, που πέρα από την δεξιοτεχνία τους, διέθεταν το χάρισμα της performance, έτσι κι ο Prince πέρασε νωρίς μπροστά στην κάμερα- από συγκυρία ή ματαιόδοξη πρόθεση. Δεν συνέβη το ίδιο με όλους τους flamboyant καλλιτέχνες: ο Έλτον Τζον για παράδειγμα, είχε συναίσθηση και στόχο και εξάντλησε την τρέλα του σε μαμούθ ζωντανές μεταμφιέσεις του στα '70ς. Οι δε Beatles απλώς περιδιάβαιναν μπροστά στο φακό στις φρενήρεις ταινίες τους, σα να εκτελούσαν εντολές στα διαλείμματα των ηχογραφήσεων και των τουρνέ τους, χωρίς ωστόσο τη βαρεμάρα που στοίχειωνε τα μαλθακά κινηματογραφικά οχήματα (αποκλειστικά για πλουτισμό) του Elvis Presley.


Το κοινό γνώρισμα των περισσότερων από αυτούς ήταν η έμφαση που έδιναν στις ζωντανές εμφανίσεις τους. Τα φαβορί, ο Μπόουι και ο Πρινς, συμπτωματικά οι μεγαλύτερες απώλειες μέσα στους πρώτους μήνες της χρονιάς που διανύουμε, είχαν ήδη δημιουργήσει εμφατικές σκηνικές περσόνες που προκαλούσαν και προσκαλούσαν την μετάβαση στο σινεμά. Οι πορείες τους ήταν εντελώς διαφορετικές. Ο Μπόουι ιστορικά έδειξε οτι ενδιαφερόταν για μια παράλληλη καριέρα, μάλλον ήθελε να τον πάρουν στα σοβαρά ως ηθοποιό, ακόμη κι αν οι επιλογές του έκλειναν προς ένα καλλιτεχνικότερο, ή απλώς εκκεντρικό είδος σινεμά. Όπως και ο Μικ Τζάγκερ, έβγαζε μια ψυχρότητα στον φακό, μια απουσία έκφρασης που δεν γινόταν αντιληπτή στους "ρόλους" που έπλαθε στα live,όταν η μουσική του συμπλήρωνε το όραμα του και συμβάδιζε απόλυτα με τις επιδιώξεις του concept που έλεγχε. Ο Πρινς, από την άλλη, δεν μπορεί να καυχηθεί για μια μεστή, ή έστω υπολογίσιμη εργογραφία στον κινηματογράφο. Σα να επιθυμούσε πολλά περισσότερα, αλλά να τα παράτησε γιατί δεν είχε τις κατάλληλες ευκαιρίες από ένα σημείο κι έπειτα, ή ίσως επειδή οι μουσικές του ανησυχίες τον απορρόφησαν τελεσίδικα.

 

Όποτε αποχωριζόταν την κιθάρα, φαινόταν αμήχανος, έβαζε τα χέρια στην τσέπη ή έπαιζε με τα γυαλιά του, όταν δεν στηριζόταν στο τελευταίο του αξεσουάρ, ένα γουστόζικο μπαστούνι, άλλοτε για να ξεκουράζει τους γοφούς του από τα αιώνια ψηλοτάκουνα που του έδιναν ύψος ακόμη και στις ακροβατικές του φιγούρες, κι άλλοτε για να έχει κάτι να ασχολείται.


Οι πρώτες του εμφανίσεις πρόδιδαν ένα προκλητικό, σεξουαλικά φορτισμένο πλάσμα, που δεν νοιαζόταν για την ορθότητα, όπως δεν έδινε δεκάρα για την μουσική του ταξινόμηση. Από το I wanna be your lover, την πρώτη του επιτυχία, μέχρι το Lovesexy, είχε μεταμορφωθεί από έξαλλο ανδρόγυνο σε εξαϋλωμένο παιδί των λουλουδιών, περνώντας αστραπιαία από κάθε απίθανη και άσχετη φάση (πειρατής, δανδής, μυστικιστής, ρόκερ, μια ιδέα από Michael Jackson) μέχρι να καταλήξει στην πρόσφατη εικόνα του, ενός σεβάσμιου, σοβαρού κυρίου, ισχνού και μπαστουνοφόρου, αναλλοίωτου από τον χρόνο που θύμιζε τον παλιό Prince, τον Jimi Hendrix και τον Lenny Kravitz,που τον μιμήθηκε απερίστροφα στο στιλ. Η καυτή του δεκαετία, μέχρι τα τέλη των '80ς, συνοδεύτηκε από λυσσαλέα παραγωγικότητα, που παρέπεμπε στην ορμή και την crossover δημιουργικότητα του μουσικού που τον επηρέασε τα μάλα, του Sylvester Stewart των Sly and the Family Stone, χωρίς ωστόσο να καεί γρήγορα σαν τον θεμελιωτή του ανοίγματος της μαύρης μουσικής σε ελεύθερους, και πιο ροκ μουσικούς ορίζοντες.

 

Ο Prince έγινε διάσημος και εξαιρετικά αγαπητός με ένα απλό στη δομή του, κλασσικό σχεδόν, ροκ μιούζικαλ, το οποίο έφερε απόλυτα στα μέτρα του, και κατάφερε να μετριάσει την επιθετική του εικόνα. Ως Kid στην ταινία Purple Rain, ανυπομονούσε να  ανέβει στη σκηνή και να τραγουδήσει για να αποδείξει πως είναι σπουδαίος, και παρά τις πολύχρωμες αμφιέσεις (ή και χάρη σε αυτές, είμαστε στα παραδαλά 80ς, μην το ξεχνάμε) δεν περνούσε απαρατήρητος. Εκεί πιστοποίησε τη διπλή του ιδιότητα: στις περισσότερες εμφανίσεις του, και σίγουρα στις πιο επιτυχημένες, είναι εξίσου τραγουδιστής και κιθαρίστας, και μάλιστα δεινός, όπως είδαμε και στο πυρετώδες σόλο του στο While My Guitar Gently Weeps, όπου οι καταξιωμένοι συνάδελφοι του, από τον Τομ Πέτυ και τον Τζεφ Λυν μέχρι τον γιό του Τζορτζ Χάρισον, μέριασαν για να του επιτρέψουν να δώσει τα ρέστα του, πετώντας την κιθάρα στον αέρα, στο φινάλε. Όποτε αποχωριζόταν την κιθάρα, φαινόταν αμήχανος, έβαζε τα χέρια στην τσέπη ή έπαιζε με τα γυαλιά του, όταν δεν στηριζόταν στο τελευταίο του αξεσουάρ, ένα γουστόζικο μπαστούνι, άλλοτε για να ξεκουράζει τους γοφούς του από τα αιώνια ψηλοτάκουνα που του έδιναν ύψος ακόμη και  στις ακροβατικές του φιγούρες, κι άλλοτε για να έχει κάτι να ασχολείται. Η ντροπαλοσύνη του συνόρευε με μια παράξενη για την εμπιστοσύνη που είχε στον εαυτό του, ταπεινότητα. Ποτέ δεν άφηνε το χειροκρότημα που το κοινό επιφύλασσε σε έναν ζωντανό θρύλο να παραταθεί, διακόπτοντας τον θαυμασμό με ένα παιδικό χαμόγελο, για να συνεχίσει με το λόγο που καλείτο να εκφωνήσει, σε υψηλού προφίλ εκδηλώσεις, όπως στα Όσκαρ, τις Χρυσές Σφαίρες ή σε μουσικά βραβεία.

 

Η αίσθηση της μουσικής που ανέδιδε ήταν μοναδική, κάθε του τραγούδι είχε φρεσκάδα και δύναμη, και ο ήχος του ήταν κανονικά αυτό που διαφήμιζε, ένα funk and roll ρευστό και ακομπλεξάριστο.
Η αίσθηση της μουσικής που ανέδιδε ήταν μοναδική, κάθε του τραγούδι είχε φρεσκάδα και δύναμη, και ο ήχος του ήταν κανονικά αυτό που διαφήμιζε, ένα funk and roll ρευστό και ακομπλεξάριστο.


Είχα την τύχη να τον δω live το 1988 στο Bercy στο Παρίσι, στην εκρηκτική Lovesexy περιοδεία του. Ήταν ωρολογιακός, ακάματος, ανεξάντλητος, ένα θηρίο πάνω στη σκηνή, έχοντας ροντάρει μοτίβα και κινήσεις, παίζοντας ασταμάτητα με τον κόσμο και την Sheila E. την περκασιονίστα εγγονή του θρυλικού Εσκοβέντο, ώσπου την έριξε σε ένα τεράστιο κρεβάτι και εξαφανίστηκαν ερωτοτροπώντας τρόπον τινά, σε μια καταπακτή, μετά από ένα μακρόσυρτο, ζωώδους ενέργειας τζαμάρισμα κρουστών και κιθάρας. Η αίσθηση της μουσικής που ανέδιδε ήταν μοναδική, κάθε του τραγούδι είχε φρεσκάδα και δύναμη, και ο ήχος του ήταν κανονικά αυτό που διαφήμιζε, ένα funk and roll ρευστό και ακομπλεξάριστο. Η εμφάνιση του συνδύαζε την φροντισμένη θεατρικότητα με μια παλιομοδίτικη "τα δίνω όλα" κατάδυση στην ιστορία της ροκ, που φανέρωνε τη γνώση και τη σπουδή του στους προπάτορες, λευκούς και μαύρους. Μόλις δύο χρόνια νωρίτερα, η απόπειρα του να εξαργυρώσει την δημοτικότητα και την συγκεντρωτικότητα του στο σινεμά του είχε γυρίσει μπούμερανγκ, Το Under the Cherry Moon που σκηνοθέτησε ο ίδιος, παίζοντας το ρόλο του μορφονιού ζιγκολό στη Νότια Γαλλία δίκαια συγκαταλέγεται στα χειρότερα όλων των εποχών, μια ασπρόμαυρη νοσταλγία φουλ στην αφέλεια και την πόζα, ύψιστο μνημείο ναρκισσισμού, ταφόπλακα για οποιονδήποτε, ακόμη και για τον Prince στο απόγειο της μουσικής δημιουργικότητας του, και παρά το ακαταμάχητο Kiss που ακουγόταν στο soundtrack. Στην ταινία δεν είχε καν την εξυπνάδα να τραγουδήσει, στη μοναδική ευκαιρία του να ξυπνήσει από την ωραιοπάθεια με την οποία αυτολουζόταν στις αλά Ροδόλφος Βαλεντίνο ματιές του. Κι άλλοι καλλιτέχνες τη γλύτωσαν παρά την ερμηνευτική τους ανεπάρκεια, με μεγαλύτερο παράδειγμα την Γουίτνι Χιούστον, που στον Σωματοφύλακα κανείς δεν πρόσεξε πόσο ξύλινη ήταν πέρα από τις σκηνές όπου τραγουδούσε. Στον Prince δόθηκε άλλη μια χάρη, με το sequel του Purple Rain, το Graffiti Bridge, το 1990, αλλά το αποτέλεσμα ήταν χλιαρό από όλες τις απόψεις και η μαγεία της μενεξεδένιας βροχή είχε χαθεί, από τη στιγμή που απουσίαζε ένα κομμάτι εξίσου δυνατό με το ομώνυμο πρωτότυπο.


Το ρεζίλεμα του Under the Cherry Moon παραγράφηκε, ξεχάστηκε σχετικά ανώδυνα, και ο Prince δεν είχε πει την τελευταία του κουβέντα. Από ότι θυμάμαι, είχε προσπαθήσει σκληρά να παίξει στον Batman του Τιμ Μπέρτον διαφημίζοντας την αγάπη του στο project και τους χαρακτήρες, αλλά κανείς δεν πείστηκε πως ο Prince μπορούσε να κρατήσει έναν ρόλο απαιτητικότερο από τη συγκεκριμένη τεχνική που απαιτεί ένα videoclip. Κι όμως, από το μηχανικό και άψυχο soundtrack που τελικά συνέθεσε και παρέδωσε (νούμερο ένα στους καταλόγους επιτυχιών, χωρίς διάρκεια και σημασία στο έργο του μέσα στο χρόνο), βγήκε μια από τις οργανικότερες στιγμές της ταινίας, όταν ο Joker μπουκάρει μεγαλοπρεπώς στη δεξίωση, μαζί με τους μπράβους, ψεκάζει τους κυριλέ καλεσμένους και σπιλώνει τα έργα τέχνης σαν καθυστερημένος ιερόσυλος, ακολουθώντας τον μεταδοτικό ρυθμό του Partyman του Prince. Αντικειμενικά, ή αν θέλετε ουσιαστικά, αυτή είναι η καλύτερη του Prince στο σινεμά, γιατί δεν μπέρδεψε την ακατάλληλη για μυθοπλασία συμπεριφορά του μπροστά στο φακό, με την έννοια της σκηνής που περιέγραψε και χορογράφησε μόνο με τη μουσική του, βοηθώντας τον άσχετο από χορό Νίκολσον να δείξει την απρόβλεπτη πλευρά του, σαν intro για τον παιχνιδιάρη, μισάνθρωπο εγκληματία που θα ακολουθούσε. Και τελικά, σε πείσμα των εντυπωσιακών, φαινομενικά αλλοπρόσαλλων, αλλά πάντα μελετημένων look που λάνσαρε ο Prince στην 35χρονη καριέρα του, αυτό που μένει είναι η μουσική του, ένα ασύγκριτο μείγμα ειδών, από έναν καλλιτέχνη ατρόμητο και περιπετειώδη, μια προσωπικότητα που αξίζει να χαρακτηριστεί ιδιοφυής, ένα απόμακρο ποπ είδωλο που δεν ευτέλισε τα στάνταρ του με ποπ ευκολίες, έναν ανεξάντλητο performer με την ερωτοχτυπημένη καρδιά ενός soulman και τη φλόγα του ροκ κιθαρίστα.