Μπαίνω στο γραφείο του Νίκου Μοδιώτη, πάνω απ' το Λούκυ Λουκ, και το μάτι μου κολλάει στην αφίσα για το περίφημο Rock Τριήμερο στο Θέατρο Δάσους. Εκείνος μιλάει στο τηλέφωνο, οπότε προλαβαίνω να χαζέψω –και να χωνέψω– το line-up που τόσα χρόνια το ακούω σε διάφορες παραλλαγές από παλιούς μουσικούς της Θεσσαλονίκης. Ημέρα Πρώτη: Λευκή Συμφωνία, Yoghurt, Yell-O-Yell, Villa 21, Fear Condition, Stained Veil. Ημέρα Δεύτερη: Dark Bay, The Mushrooms, The Anti Troppau Council, Τρύπες, The Last Drive, Noise Promotion Company. Ημέρα Τρίτη: Γενιά του Χάους, Αδιέξοδο, Γκούλαγκ, Γκρόβερ, Εκτός Ελέγχου, New Rose. «Και ποιοι δεν ήταν βασικά», θα σχολιάσει ο Νίκος όταν κλείσει το τηλέφωνο, «όλα τα νέα –και τα καλύτερα– γκρουπ των 80s εμφανίστηκαν σ' αυτό το φεστιβάλ. Καλοκαίρι του '86, τον Ιούνιο. Εμείς είχαμε γράψει τον δίσκο πριν από μερικούς μήνες και ήμασταν φουλ προβαρισμένοι, παίξαμε με τέρμα γκάζια. Υπάρχει κι ένα βιντεάκι στο YouTube όπου διασκευάζουμε το "Loose" από Stooges».


Παρόλο που ήμουν θαμώνας του Λούκυ Λουκ αρκετά χρόνια, δεν είχε τύχει να γνωρίσω τον Νίκο Μοδιώτη προσωπικά. Μου φαινόταν κάπως απόμακρος για να 'μαι ειλικρινής, ίσως και λίγο σνομπ, εντύπωση που δεν επαληθεύεται τώρα που μιλάμε. Σίγουρα, πάντως, υπάρχει στο στυλ του κάτι αγέρωχο – χρησιμοποιώ τη λέξη με πλήρη επίγνωση ότι κινδυνεύουμε αμφότεροι να γελοιοποιηθούμε, αλλά, χωρίς πλάκα, μοιάζει άνθρωπος με στιβαρή θέληση. Αποφασιστικός, ρε παιδί μου, των έργων, όχι των λόγων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν σκάει ούτε ένα χαμόγελο. Ίσα-ίσα, η κουβέντα μας εξελίσσεται σε ατμόσφαιρα που δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτηρίσω «εγκάρδια». Επικρατεί άλλωστε μια ακαταστασία στον χώρο που με κάνει να νιώθω άνετα. Σαν να βρίσκεται σε φάση μετακόμισης: υπάρχουν διάφορα κάδρα ακουμπισμένα στους τοίχους, ένας μεγάλος καθρέφτης, μια τζαμόπορτα(;). Οk, είναι πολύ πρόσφατο το κλείσιμο του Λούκυ Λουκ, μα υποπτεύομαι πως κάπως έτσι είναι το γραφείο του σε μόνιμη βάση.

 

Εντάξει, το μαγαζί έκανε τον κύκλο του, είχε έρθει η ώρα να κλείσει. Και το έχω ξαναπεί, το έκανα μότο, ότι "Το Λούκυ έφυγε ψηλά με ήτα, όχι στα ψιλά με γιώτα".


«Γεννήθηκα στο Ντάντενογκ της Αυστραλίας το 1960 και εννιά χρονών ήρθα στη Θεσσαλονίκη» θυμάται ο Νίκος όταν του ζητώ να πιάσει το νήμα απ' την αρχή. «Γιατί ήταν εγκατεστημένοι εδώ ο παππούς κι η γιαγιά μου από παλιά, πριν απ' τον πόλεμο. Μέναμε στα όρια της Τούμπας με Χαριλάου, σχολείο πήγαινα στο 9ο, έξω στον Φοίνικα, μετά στα ΚΑΤΕΕ – τώρα αυτά εσένα σου ακούγονται κινέζικα, ε; Στο γυμνάσιο, γύρω στα δεκατέσσερα, άρχισα ν' ανακαλύπτω τη μουσική. Το πρώτο μου βινύλιο ήταν Ντέμης Ρούσσος. Μου 'χε αρέσει η φωνή του, ποιος ξέρει, κάπως έκατσε η φάση και το πήρα. Αλλά η πρώτη μου επαφή με τη μουσική ήταν ένα καλοκαίρι στο χωριό της μητέρας μου, που άκουσα Beatles στο ραδιόφωνο. Μ' ένα φορητό κασετόφωνο Philips, κίτρινο, έτσι, πολύ προχώ για την εποχή, που είχανε φέρει στην ξαδέρφη μου από τη Γερμανία. Ένα βράδυ, λοιπόν, άκουσα μια εκπομπή αφιερωμένη στους Beatles. Μ' εκείνα τα παράσιτα στα μεσαία, ξέρεις, να βουίζει όλο το πράμα, ωραία φάση. Και κόλλησα με τους Beatles, δηλαδή έπαθα σοκ. Την είχα γράψει την εκπομπή και την άκουγα συνέχεια. Μ' έναν φίλο παιδικό είπαμε δήθεν να κάνουμε και μια μπάντα και πήραμε κάτι κιθάρες –εγώ είχα μια Kumika ταυράκι– και γρατζουνούσαμε. Γύρω στο '78 έσκασε εδώ σ' εμάς και το "Never mind the bollocks". Ε, αυτό ήταν, μετά μόνο πανκ. Pistols, Clash, Jam, τα βρετανικά κυρίως. Κι εκείνη τη χρονιά γνώρισα τον Χρήστο Καϊσούδη, τον μετέπειτα συνέταιρό μου στο Λούκυ, με τον οποίο γίναμε κολλητοί».

 

H πρώτη μου επαφή με τη μουσική ήταν ένα καλοκαίρι στο χωριό της μητέρας μου, που άκουσα Beatles στο ραδιόφωνο. Μ' ένα φορητό κασετόφωνο Philips, κίτρινο, έτσι, πολύ προχώ για την εποχή, που είχανε φέρει στην ξαδέρφη μου από τη Γερμανία. Και κόλλησα με τους Beatles, δηλαδή έπαθα σοκ. Την είχα γράψει την εκπομπή και την άκουγα συνέχεια. Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/SOOC/LIFO
H πρώτη μου επαφή με τη μουσική ήταν ένα καλοκαίρι στο χωριό της μητέρας μου, που άκουσα Beatles στο ραδιόφωνο. Μ' ένα φορητό κασετόφωνο Philips, κίτρινο, έτσι, πολύ προχώ για την εποχή, που είχανε φέρει στην ξαδέρφη μου από τη Γερμανία. Και κόλλησα με τους Beatles, δηλαδή έπαθα σοκ. Την είχα γράψει την εκπομπή και την άκουγα συνέχεια. Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/SOOC/LIFO

 

Θυμάται, άραγε, λεπτομέρειες από αυτήν τη γνωριμία; «Α, έχει φάση η γνωριμία», απαντάει ο Νίκος γελώντας. «Είχε έρθει τότε στο χωριό της μητέρας μου ένας ξάδερφός μου από την Αυστραλία, ο Τζόνι. Είχα να τον δω κοντά δέκα χρόνια και είχε εξελιχθεί σε μεγάλη μούρη. Τσοπεράς, ροκ εν ρολ, ντραγκς, τον έστειλαν στην Ελλάδα μπας και ξεκολλήσει. Είχαμε ακούσει, λοιπόν, ότι ψάχνανε χέρια στη ΣΕΚΟΒΕ, που έφτιαχνε ντομάτα κονσέρβα, στα Γιαννιτσά. Του λέω του Τζόνι: "Πάμε να δουλέψουμε;". "Μέσα" μου λέει. Ωραία φάση, εγώ ψοφούσα για εμπειρίες ‒ έχω κάνει δουλειές ό,τι να 'ναι. Πάμε, λοιπόν, στη ΣΕΚΟΒΕ, βλέπουν τον Τζόνι, μαλλιά, σκουλαρίκια ‒το '78 τώρα‒, φρικιό τελείως, λένε: "Τι ήρθε αυτός, για δουλειά; Τι μας τον φέρατε αυτόν εδώ πέρα;"! Τέλος πάντων, τους πείθω εγώ, "είναι πολύ καλός" κ.λπ. Άντε να ξεκινήσουμε δουλειά, φυσικά πού να δουλέψει ο Τζόνυ... Είχα τον νου μου όλη την ώρα να τον μαζεύω. Εκεί, τέλος πάντων, γνωρίζω τον Χρήστο. Μας είδε έτσι, παράξενες φιγούρες, ψήθηκε. Γιατί αυτός είχε ήδη μια μπάντα στα Γιαννιτσά, τους DNA, και ψαχνόταν με τη μουσική. Σου λέει: "Όπα, εδώ είμαστε, αυτοί δικοί μας είναι". Κι έτσι γνωριστήκαμε. Κολλητή παρέα κάναμε όταν ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει. Δεν είχε περάσει στο πανεπιστήμιο βέβαια –ούτε κι εγώ– και πήγαμε σε μια ιδιωτική σχολή, την ICBS που τότε ξεκινούσε. Πανάκριβη σχολή, έπρεπε να δουλεύουμε για να τη βγάλουμε. Κι έτσι, από τη μια δουλειά στην άλλη, κατέληξα στο Λούκυ».


«Τον Δημήτρη Στεφανίδη που το είχε ανοίξει το '78 τον γνώριζα γιατί καταγόταν από το χωριό της μητέρας μου. Μου πρότεινε να δουλέψω εδώ σερβιτόρος. Πράγματι, πηγαίνω, και μετά από λίγο φέρνω και τον Καϊσούδη. Όλα αυτά το '80. Δουλεύουμε έτσι κάποιον καιρό, μεσολαβεί ο στρατός, και γύρω στο '84 ο Στεφανίδης μάς προτείνει να πάρουμε το μαγαζί. Και τότε αλλάζουν όλα. Γιατί μέχρι τότε ο Δημήτρης είχε ένα κασετόφωνο κι έπαιζε μπλουζ και ρέγγε. "Το βλέπεις εκείνο το κασετόφωνο;" λέει, δείχνοντάς μου ένα deck κάτω από μια πολυθρόνα. Ήταν πιο χαλαρό το μαγαζί, το είχε φτιάξει σαν σαλούν, με κάτι βαρέλια, κάτι ρόδες από κάρα. Εντάξει, δεν τον ενδιέφερε να πιάσει το πνεύμα της εποχής, άντε να έπαιζε κάνα Police, καμιά ροκιά λίγο πιο δυνατή. Έτσι κι αλλιώς, είχε ένα μαγαζί στη Σάμο, είχε κι άλλες επιχειρήσεις, και το Λούκυ δεν τον απασχολούσε τόσο. Εμείς, λοιπόν, βάλαμε πικάπ. Και λίγο μετά, εκτός από τα κλασικά '80s, Clash, Stranglers, Cure, αρχίσαμε να παίζουμε αυστραλέζικα. Radio Birdman, Saints, New Christs, Sunnyboys ‒ μας άρεσε πολύ αυτός ο ήχος και επηρεάσαμε και τον κόσμο σιγά-σιγά. Γιατί όταν ακούει ο άλλος συγκεκριμένα γκρουπ σ' ένα μαγαζί, ε, κάποια στιγμή θα ρωτήσει τι είναι αυτό. Δεν είχαμε και πολλά βινύλια στην αρχή, μη νομίζεις, οπότε τα ακούγαμε φουλ, για να μην παίζουμε συνέχεια τα ίδια κομμάτια. Αλλά έτσι μαθαίναμε και μουσική, απ' έξω τα 'χαμε μάθει».


«Να κάνεις ντιτζεϊλίκια με βινύλια ήταν άλλη φάση. Έπρεπε να βρεις την αρχή, να βρεις πώς θα το κολλήσεις το κομμάτι για να μην τελειώσει κι έχει ξαφνικά κενό, ξέρεις, "ντα-νταν και χριτς χριτς χριτς"» λέει, διαγράφοντας μικρούς κύκλους με τον δείχτη. «Μπορεί να είχες έτοιμη την αλλαγή και να περίμενες πότε θα ξεκινήσει το κομμάτι, αλλά όταν το μαγαζί ήταν φίσκα στον κόσμο, τα πέντε δευτερόλεπτα είναι σαν πέντε λεπτά. Και να είσαι σε φάση "Άντε, γαμώ τον μπελά μου", να δίνεις και καμιά στο πικάπ, να πάει στο επόμενο αυλάκι. Αργότερα δούλευα πιο πολύ στο μπαρ, αλλά κρατούσα μια μέρα και ως DJ, καμιά Δευτέρα, καμιά Τετάρτη, ανάλογα. Κι έπαιζα mixed grill, διάφορα στυλ. Υπήρχε ελευθερία σ' αυτό το θέμα. Και στους άλλους DJs που έπαιζαν εδώ ποτέ δεν είπα "παίξε έτσι, παίξε αλλιώς", όχι. Ίσα-ίσα, μου άρεσε όταν ερχόταν κάποιος με την άποψή του. Τα 90s και τα 00s καλούσαμε μουσικούς για DJ set: είχαμε φέρει τον Aziz από τους Stone Roses, τον Clint Boon από τους Inspiral Carpets, τους Shed Seven. Καλά, φέραμε και τον Andy Rourke και τον Mike Joyce, τον μπασίστα και τον ντράμερ των Smiths, κι είχε πολλή φάση εκείνη η βραδιά, πολύ γέλιο. Ήρθαν όλοι οι παλιοί, ξέρεις, οι άρρωστοι με τους Smiths. Φαντάσου να τους έχουν τώρα πίσω απ' την μπάρα, εδώ το ποτό, εκεί οι Smiths ας πούμε... Κλάματα, μιλάμε ό,τι να 'ναι, να κάνουν σαν χαζοί».

 

Mε το "Livin on Leavin" δεν μείναμε πολύ ευχαριστημένοι. Δεν αποτυπώθηκε, δεν βγήκε το γκάζι που είχαμε στα live. Γιατί οι Stained Veil ήταν γκαζάτη μπάντα, ακόμα και στην αρχή, που παίζαμε πιο νταρκ. Αργότερα παίξαμε σε αυστραλέζικο στυλ, πιο γκαράζ. Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/SOOC/LIFO
Mε το "Livin on Leavin" δεν μείναμε πολύ ευχαριστημένοι. Δεν αποτυπώθηκε, δεν βγήκε το γκάζι που είχαμε στα live. Γιατί οι Stained Veil ήταν γκαζάτη μπάντα, ακόμα και στην αρχή, που παίζαμε πιο νταρκ. Αργότερα παίξαμε σε αυστραλέζικο στυλ, πιο γκαράζ. Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/SOOC/LIFO


Του ζητώ να πατήσει στοπ και να γυρίσει πίσω στο ξεκίνημα των Stained Veil. «Μέσω του Χρήστου γνώρισα τον Σωτήρη Ζήση των Blues Wire κι εκεί, γύρω στο '85, φτιάξαμε τους Stained Veil. Είχα κάνει φωνητικά πιο πριν στους DNA κι έτσι με πρότεινε ο Χρήστος για τραγουδιστή. Πρόβες κάναμε σ' ένα κτίριο πίσω από τον Κατερινιώτη, σ' ένα στενό που έχει κάτι μαγαζιά με μπαχαρικά κ.λπ. Και στο πλυσταριό, στο σπίτι του Σωτήρη. Εκεί ηχογραφήσαμε το "Endless Hours", το demο για τον δεύτερο δίσκο, σε τετρακάναλο. Το οποίο, μ' αυτήν τη μορφή, χωρίς να το ξαναγράψουμε, κυκλοφόρησε το 2012 από τη Smash Records. Μ' αυτό το τετρακάναλο δουλεύαμε και τα τραγούδια. Ο Σωτήρης έφερνε ριφ και στίχους, τζαμάραμε οι δυο μας και τα γράφαμε σε κασέτες. Γράφαμε, σβήναμε, γράφαμε με τις ώρες. Στην αρχή με τους DNA είχαμε κάτι μηχανήματα άσ' τα να πάνε, έναν ενισχυτή Dubl-ex, όπου βάζαμε και την κιθάρα και το μπάσο, κάτι τύμπανα κασόνια. Αλλά με τους Stained Veil πήραμε καλό εξοπλισμό. Το τετρακάναλο ας πούμε, ένα Tascam, που ήταν πολύ σούπερ ντούπερ για την εποχή. Τον δίσκο "Livin on Leavin" τον γράψαμε στον Πεντζίκη, στο σπίτι του, σε μια μονοκατοικία, το Magnanimous δεν το είχε κάνει ακόμα. Είχε βάλει την κονσόλα στην κουζίνα, καθένας έπαιζε σε διαφορετικό δωμάτιο. Κι εγώ τραγουδούσα σ' ένα δωματιάκι έξω απ' το σπίτι, παλιά τουαλέτα ήταν, κάτι τέτοιο» λέει γελώντας. «Μόνος μου, στο σκοτάδι, μ' ένα μπουκάλι μπέρμπον και τον Σωτήρη απέναντι να μου λέει "δώσ' τα!". Σε μιάμιση ώρα έβγαλα ολόκληρο τον δίσκο».


«Mε το "Livin on Leavin" δεν μείναμε πολύ ευχαριστημένοι. Δεν αποτυπώθηκε, δεν βγήκε το γκάζι που είχαμε στα live. Γιατί οι Stained Veil ήταν γκαζάτη μπάντα, ακόμα και στην αρχή, που παίζαμε πιο νταρκ. Αργότερα παίξαμε σε αυστραλέζικο στυλ, πιο γκαράζ. Αυτός είναι και ο ήχος του "Endless Hours", που η μπάντα έχει κατασταλάξει. Αλλά και στην αρχή παίζαμε διασκευές Stooges, Wipers, Dream Syndicate, άσχετα... δηλαδή όχι άσχετα, αλλά άλλη φάση, "βαράτε κομμάτια". Γι' αυτό έπαθαν πλάκα και στην Αθήνα, όταν παίξαμε στο Mad, στο Rodeo. Και δεν ήξεραν πού να μας κατατάξουν. Γιατί τα new wave γκρουπ τα αθηναϊκά ήταν κάπως υποτονικά, ακολουθούσαν το new wave κατά γράμμα. Εμείς ήμασταν φουλ γκάζι, πύραυλος μιλάμε. Εντάξει, γκαζάτες μπάντες ήταν και οι Villa και οι Last Drive. Αλλά αυτοί παίζανε γκαράζ, εμείς ήμασταν μια μείξη κάπως περίεργη, είχαμε στοιχεία από διάφορα είδη. Από τη μια ήταν ο Γιώργος (Πάττας), που άκουγε πιο πολύ new wave –έπαιζε και στους Fear Condition– και από την άλλη ο Σωτήρης, που γούσταρε γκαράζ και νέο-ψυχεδέλεια. Ήμασταν ανοιχτόμυαλοι ως μπάντα, αυτό θεωρώ ότι ήταν καλό ‒ αυτό είναι η μουσική στο κάτω-κάτω. Κι είχαμε πάρει καλές κριτικές γενικά, κυρίως στην Αθήνα. Ο Νίκος Κοντογούρης και ο Χρήστος Δασκαλόπουλος, που ήταν τότε στο "Ποπ & Ροκ" και στον "Ήχο", μας είχαν στηρίξει πολύ».

 

Όταν έπαιξαν τα Ξύλινα Σπαθιά support στους Rolling Stones στο Ολυμπιακό Στάδιο το '98 έρχεται ένας από τους μάνατζερ των Stones και μου λέει: "Μπράβο guys, ωραίο gig". "Ευχαριστώ", του απαντάω και μου κάνει: "Όχι για το πώς παίξανε τα παιδιά, όχι. Που δεν φάγανε μπουκάλια. Γιατί σε όλη την περιοδεία ξέρεις τι μπουκάλι τρώει το support;". Και μου ανέφερε κάτι Chili Peppers, κάτι Αγκιλέρες.


Έξω απ' τα προβάδικα, στην πόλη, τι γινόταν; «Στη Θεσσαλονίκη, τη δεκαετία του '80, επιβίωναν ακόμα οι παλιοροκάδες, τα φρικιά ας πούμε από τα 70s, και οι μεταλάδες. Η καινούρια φάση ήταν τα ροκαμπίλια, οι νιουγουεβάδες, οι πάνκηδες. Κάθε φυλή είχε τους χώρους της. Οι ροκαμπιλάδες αράζανε στην Ωραία, οι νιουγουεβάδες στο Σνούπυ, οι πάνκηδες στα Ντόνατς, εδώ πιο δίπλα απ' το Λούκυ. Και απέναντι απ' το Berlin. Μέσα δεν έμπαιναν ή, άμα έμπαιναν, ήταν για να κάνουν καμιά φασαρία. Καλά, φασαρίες γίνονταν και στον δρόμο συνέχεια. Φαντάσου την Κορομηλά με αυτοκίνητα παρκαρισμένα και στις δύο πλευρές και κόσμο παντού. Και έπρεπε απ' αυτό το στενό να περάσουν όλοι, και οι πεζοί και τ' αυτοκίνητα. Ε, γινόταν της μουρλής, παρεξηγήσεις, ξύλο, να πηδάνε πάνω στα καπό, να φωνάζουν, να κυνηγιούνται, τσίρκο, γάμησέ τα! Στα μέσα των '80s η γειτονιά ήταν γεμάτη μαγαζιά. Υπήρχε το Paramount εκεί όπου είναι Το νερό που καίει, το Studio 51 εδώ απέναντι που έγινε Factory κ.λπ., το Charlie πιο κάτω, τσιναροκατάσταση».

 

«Κάτσε, μισό λεπτό», τον διακόπτω, «αυτό ήταν λίγο κινέζικο. Τσιναροκατάσταση... δηλαδή;». «Τσινάρια ρε, δήθεν κυριλέ, σαν τους σημερινούς κλαρινογαμπρούς ας πούμε. Ήταν και οι ντισκοτέκ –το Regine, η Figaro–, ήταν το Up Tempo που έκανε live, το Dancing Way που ήταν μέταλ κλαμπ με ντισκoμπάλα και γινόταν μέσα σακατιλίκι, χαμός! Αρχές '90 το μεγάλο μπούγιο σταματάει. Η Κορομηλά συνεχίζει να είναι πιάτσα αλλά δεν έχει κόσμο έξω στον δρόμο».

 

Να κάνεις ντιτζεϊλίκια με βινύλια ήταν άλλη φάση. Έπρεπε να βρεις την αρχή, να βρεις πώς θα το κολλήσεις το κομμάτι για να μην τελειώσει κι έχει ξαφνικά κενό, ξέρεις, "ντα-νταν και χριτς χριτς χριτς"... Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/SOOC/LIFO
Να κάνεις ντιτζεϊλίκια με βινύλια ήταν άλλη φάση. Έπρεπε να βρεις την αρχή, να βρεις πώς θα το κολλήσεις το κομμάτι για να μην τελειώσει κι έχει ξαφνικά κενό, ξέρεις, "ντα-νταν και χριτς χριτς χριτς"... Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/SOOC/LIFO


Στο μεταξύ, η Shakehand Productions πώς προκύπτει; «Το '88 τελειώνει η φάση με τους Stained Veil και αρχίζω ν' ασχολούμαι με τη διοργάνωση συναυλιών. Στην αρχή συνεργαζόμουν με τον Θόδωρο Θεοχάρη που είχε τη Smash. Φέραμε Wipers, Gun Club, Fuzztones, Christian Death. Όλα αυτά στον Ελλήσποντο, στην Αγγελάκη. Το '91 έφερα στο Ιβανώφειο τους EMF και ήταν η τελευταία ξένη μπάντα που ανέλαβα. Βγήκε μια φήμη ότι είχε βόμβα στο Ιβανώφειο ‒ μετά βγήκε και είδηση στα κανάλια. Πήγε η αστυνομία την προηγούμενη μέρα του live, κόσκινο το κάνανε, αλλά πού να έρθει ο άλλος, όταν έχει ακούσει κάτι τέτοιο. Είχε οχτακόσια άτομα, έπαθα μεγάλο τράκο. Και τότε αποφάσισα ν' ασχοληθώ μόνο με ελληνικά γκρουπ κι έκανα τη Shakehand Productions. Το '94 ανέλαβα τα Ξύλινα Σπαθιά, λίγο πριν κυκλοφορήσει το "Πέρα απ' τις πόλεις της ασφάλτου", και συνεχίσαμε μέχρι το 2003 που διαλύθηκαν. Και μετά με τον Παύλο Παυλίδη σόλο για κάποιο διάστημα. Τον Παύλο τον γνώρισα στο Λούκυ όταν ακόμα έπαιζε στα Μωρά στη Φωτιά. Ερχόταν συχνά και πιο μετά, προτού συνεργαστούμε. Έχει γράψει τραγούδια στο Λούκυ... καθόταν κι έγραφε, έτσι, μες στο μυαλό του. Ερχόταν και μου έλεγε στίχους, ιδέες, απορώ πού τα θυμόταν μετά. Έσκαγε κόσμος απ' όλα τα γκρουπ της πόλης στο μαγαζί: Τρύπες, Mushrooms, Εκτός Ελέγχου, Γκούλαγκ. Και ξένα συγκροτήματα έχουν περάσει από δω, φυσικά, Wipers, Gun Club, Cramps, New Christs, Green on Red, Naked Pray, Nomads, Dubrovniks».


«Έχει θετικά και αρνητικά αυτή η δουλειά, η διοργάνωση συναυλιών, πρέπει να έχεις υπομονή, γερά νεύρα. Αν κάτι πάει στραβά, φταίει πάντα ο διοργανωτής, ποτέ ο καλλιτέχνης. Σχέσεις, φιλίες, μπορεί να χαλάσουν για κάτι τελείως χαζό, μια διαφωνία της στιγμής. Ύστερα, εγώ είμαι τριάντα χρόνια στον χώρο, τα νέα γκρουπ, τα νέα παιδιά έχουν άλλη σκέψη, άλλες συμπεριφορές, πρέπει διαρκώς να προσαρμόζομαι. Εντάξει, προσπαθώ να φρεσκάρομαι, κάνω αναβαθμίσεις, φορμάτ» λέει γελώντας. «Τα θετικά, από την άλλη, είναι στιγμές. Με τα Σπαθιά, ας πούμε, έχουμε ζήσει φοβερές στιγμές. Να κατεβαίνουμε να παίξουμε στην Αθήνα, στο Ρόδον, τέσσερα live sold-out, χαμός! Ή, όταν παίξαμε support στους Rolling Stones στο Ολυμπιακό Στάδιο το '98. Ήταν πολύ συγκινητικό να βλέπεις να παίζουν σε 80.000 κόσμο, φοβερή εμπειρία. Και θυμάμαι, έρχεται μετά ένας από τους μάνατζερ των Stones και μου λέει: "Μπράβο guys, ωραίο gig". "Ευχαριστώ" του απαντάω και μου κάνει: "Όχι για το πώς παίξανε τα παιδιά, όχι. Που δεν φάγανε μπουκάλια. Γιατί σε όλη την περιοδεία ξέρεις τι μπουκάλι τρώει το support;". Και μου ανέφερε κάτι Chili Peppers, κάτι Αγκιλέρες. Είχανε συνεργείο ειδικά γι' αυτήν τη δουλειά, με τα φτυάρια τα βγάζαν τα μπουκάλια» λέει, ενώ έχουμε ξεκαρδιστεί στα γέλια.


Αλλά σοβαρεύουμε. Τον ρωτάω πότε άφησε το Λούκυ Λουκ. Και πώς το αποφάσισε μετά από τόσα χρόνια. «Το '14 έκανα τη μεταβίβαση στον Μαρίνο Μεταξιώτη. Δεν έβγαινε με τίποτα, δεν είχε κίνηση, αλλά το βασικό πρόβλημα ήταν τα έξοδα ‒ είχε πάρα πολλά έξοδα. Το κράτησα κι έναν χρόνο μόνος μου, χωρίς τον Χρήστο, αλλά τελικά δεν γινόταν. Εντάξει, με τη Βαλαωρίτου κ.λπ. αναγκαστικά είχαμε γίνει κι αφτεράδικο. Ε, δεν μπορείς τώρα, στην ηλικία που είμαι εγώ, να ξενυχτάς κάθε μέρα μέχρι τις 7-8 το πρωί. Αν είναι ν' αρχίσω να δουλεύω μετά τις πέντε, ν' ανοίξω κάνα μπουγατσατζίδικο καλύτερα. Στενοχωρέθηκα, εντάξει, τριάντα χρόνια είναι αυτά. Αλλά ένιωσα κι ανακούφιση, για να πω την αλήθεια. Πιο πολύ με πείραξε πριν από δύο βδομάδες, όταν είδα στο Documentonews την ανάρτηση: "Τέλος εποχής για το Λούκυ Λουκ". Το 'ξερα ότι θα κλείσει. Αλλά όταν το είδα γραμμένο με πείραξε».


Και η μέρα –ή, μάλλον, η νύχτα– του κλεισίματος πώς ήταν; «Εντάξει, το μαγαζί έκανε τον κύκλο του, είχε έρθει η ώρα να κλείσει. Και το έχω ξαναπεί, το έκανα μότο, ότι "Το Λούκυ έφυγε ψηλά με ήτα, όχι στα ψιλά με γιώτα". Έκλεισε με δυνατό πάρτι, όπως του άρμοζε, το event διαφημίστηκε πάρα πολύ, τα μέσα το αγκαλιάσανε». Ναι, μα το κλείσιμο πώς ήταν; επιμένω. «Ε, το πάρτι ήταν συγκινητικό, να σκέφτεσαι ότι εδώ πέρασες μια ζωή και δεν θα ξανάρθεις. Αλλά ζωντάνεψε κι η γειτονιά εκείνο το βράδυ –που πλέον δεν περνάει ούτε γάτα από δω πέρα–, ο δρόμος είχε κλείσει απ' τον κόσμο. Θυμήθηκα τα παλιά χρόνια, το τζέρτζελο που είχε τότε η Κορομηλά, τον χαμό που γινόταν εδώ απέξω. Γάμησέ τα, ήταν πολύ δυνατή βραδιά, 11:30 το πρωί έφυγα!»

 

Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/SOOC/LIFO
Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/SOOC/LIFO