ΩΣ ΚΟΙΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ, ο κορωνοϊός αντιμετωπίζεται ως μια μέτρια και χλιαρή απειλή μάλλον που δεν είναι αρκετή για να μας κάνει να αφήσουμε κατά μέρος τα διχαστικά αφηγήματα και τις επιπόλαιες εξισώσεις. Η καταδικαστική απόφαση για την Χ.Α. φάνηκε να λειτουργεί ενωτικά και παρηγορητικά – σαν λυτρωτικό βάλσαμο που το είχαμε τόση ανάγκη – για μερικές ώρες μόλις. Αμέσως σχεδόν ξέσπασε κύμα αντιπαραθέσεων με θέμα ποιος πολιτικός φορέας είχε τα περισσότερα νταραβέρια με την επίσημα χαρακτηρισμένη πλέον εγκληματική οργάνωση, με πρωτεργάτες αυτής της αναμόχλευσης πρόσφατων παθών και αμαρτιών όχι την γνωστή προβοκατορία των στρατευμένων τρολ, αλλά τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του πολιτικού συστήματος και τα φιλικά τους μέσα.


Αποκορύφωμα αυτής της αντιπαράθεσης που έφερε ξανά στην επικαιρότητα τρομακτικά σκηνικά που θα θέλουμε να ξεχάσουμε ίσως, τα πρωτοσέλιδα της Αυγής και του Πρώτου Θέματος το σαββατοκύριακο που μας πέρασε. Το πρώτο εμφάνιζε τον νυν πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη και τον πρώην πρωθυπουργό (και επίσης πρώην μακεδονομάχο αλλά και «μνημονιάχο») Α.Σαμαρά υπό τη σκιά του σλόγκαν «Δεν είναι αθώοι», μία εβδομάδα μάλιστα μετά από τη συμμετοχή τους στο αντιφασιστικό πάνθεον του επίσης αμφιλεγόμενου (υπό διαφορετικό πρίσμα) εξωφύλλου της Εφημερίδας των Συντακτών.


Αν ο στόχος του πρωτοσέλιδου της «Αυγής» ήταν η δωρεάν διαφήμιση της εφημερίδας μέσω οργισμένων κοινοποιήσεων (που ήταν μάλλον περισσότερες από τα δυο χιλιάδες φύλλα περίπου που εμφανίζεται να πουλάει το κομματικό έντυπο κάθε Κυριακή), τότε αυτός επετεύχθη ίσως, μέσω αρνητικής δημοσιότητας έστω, καθιστώντας παράλληλα το εμβληματικό αντιφασιστικό σύνθημα των ημερών, εργαλειακό πασπαρτού πάσης χρήσεως και εφαρμογής – όπως είχε φτάσει να γίνει και το «Σιγά μη φοβηθώ».

 

Δεν ήταν αποκλειστικό τσιφλίκι κανενός πολιτικού φορέα όμως η πάνω (ή και η κάτω) πλατεία. Προφανώς κάποιοι από τους παρευρισκόμενους στήριξαν πανηγυρικά την Χ.Α., όπως κάποιοι άλλοι έδωσαν ώθηση στο κύμα διαμαρτυρίας που καβάλησε πρόθυμα ο ΣΥΡΙΖΑ για να καταλήξει να κυβερνά με την πολύτιμη συνδρομή αυθεντικών εθνίκαρων και ακροδεξιών.


Το πρωτοσέλιδο του «Θέματος» από την άλλη, απεικονίζει επίτιμα μέλη της συμμορίας της Χρυσής Αυγής στα βουλευτικά έδρανα με τον ύπουλο τίτλο «Στην φυλακή η πάνω πλατεία», φέρνοντας μνήμες από την εποχή των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα και το εκρηκτικό και χαοτικό κλίμα που επικρατούσε τότε σε καθημερινή βάση στο κέντρο της πόλης.

 

Εξ αφορμής αυτής της απόπειρας να ποινικοποιηθεί συνολικά το πολύβουο και πολυφωνικό (και κακόφωνο συχνά) πλήθος διαμαρτυρίας που είχε συσταθεί τότε, θυμήθηκα διάφορες σκόρπιες εικόνες ως περαστικός τότε από την πλατεία δυσάρεστες και δυσοίωνες οι περισσότερες. (από ένα σημείο και μετά, δεν άντεχα να περνάω από μέσα, έκανα τον κύκλο για να πάω από την έξοδο του μετρό στους δρόμους κάτω από την πλατεία).

 

Υπήρξε σίγουρα στην πλατεία – όπως και στην πολιτική ζωή – ένα κακό κι ανόσιο συναπάντημα εκπροσώπων ή οπαδών των λεγόμενων «άκρων» του πολιτικού φάσματος, το βλέπαμε – τώρα πόσο το δικαιολογεί κανείς ως αποτέλεσμα των ακραίων συνθηκών ή ως αποτέλεσμα πολιτικού καιροσκοπισμού, είναι άλλη ιστορία. Υπήρχαν ανάμεσα στον κόσμο εκείνη την εποχή που το βαρύτατο πλήγμα από την κρίση ήταν ακόμα νωπό και δεν είχε προλάβει να κρυώσει, διάφορες αγριωπές, περιθωριακές (και όχι με την ελκυστική έννοια), αντικοινωνικές φυσιογνωμίες. Υπήρχαν εθνίκια, υπήρχαν ψεκασμένοι και ξεπεσμένοι. Υπήρξαν φορές (και εξακολουθούν να υπάρχουν) που ήταν αδύνατον να προσδιορίσεις την ιδεολογική αφετηρία του ατόμου που ξέρναγε δίπλα σου μια ισοπεδωτική ρητορική μίσους. Υπήρχε τέλος, κάτι βαθιά αντιδημοκρατικό στον τρόπο με τον οποίον εκφραζόταν μια συγκεκριμένη «αμεσοδημοκρατική» αντίληψη.


Δεν ήταν αποκλειστικό τσιφλίκι κανενός πολιτικού φορέα όμως η πάνω (ή και η κάτω) πλατεία. Προφανώς κάποιοι από τους παρευρισκόμενους στήριξαν πανηγυρικά την Χ.Α., όπως κάποιοι άλλοι έδωσαν ώθηση στο κύμα διαμαρτυρίας που καβάλησε πρόθυμα ο ΣΥΡΙΖΑ για να καταλήξει να κυβερνά με την πολύτιμη συνδρομή αυθεντικών εθνίκαρων και ακροδεξιών. Η επίσημη Χρυσή Αυγή άλλωστε παραήταν απασχολημένη με το άγριο κυνήγι μεταναστών σε διάφορα σημεία της πόλης για να κάτσει σε ένα μέρος.


Με κουράζει πραγματικά να σφυρίζω κάθε τόσο τον μονότονο σκοπό του «ισαποστάκια» (τι ηλίθιος και προσβλητικός όρος για ανθρώπους που απλά δεν επιθυμούν να συμμετέχουν στο διχαστικό κόλπο), πιο πολύ όμως με κουράζει και με εξοργίζει ο αποπροσανατολισμός που επιχειρείται προκειμένου να ξεχαστεί πόσο απίστευτα χυδαίος και ντροπιαστικός υπήρξε ο τρόπος με τον οποίον επιφανείς εκπρόσωποι του πολιτικού συστήματος και ακόμα περισσότερο τα media και ειδικά τα τηλεοπτικά, κανονικοποίησαν και κανάκεψαν την Χρυσή Αυγή. Και τώρα μας αντιμετωπίζουν σα να έχουμε πάθει αμνησία, σα να μην ήμασταν εκεί.