Ο παππούς του, 95 χρονών, είναι μόνος σε καραντίνα και μέρος μακρινό. Η γιαγιά, πιο κει, απομονωμένη. Ο πατέρας του πήγε βόλτα με τα εγγόνια του σε πολυσύχναστο μαγαζί παιχνιδιών και η μητέρα του ξέφυγε και βρέθηκε στην εκκλησία – άναψε ένα κερί. Κάθε σπίτι έχει τα δράματά του αυτή την εποχή και η τάση μας είναι να εστιάζουμε σε αυτούς που σπάνε τις οδηγίες, και να τους κράζουμε. Μας μένει λίγη ενέργεια να σκεφτούμε τους άλλους, που δεν έχουν δύναμη, δεν έχουν φωνή, που θεωρητικά έχουν μεικρότερη πιθανότητα να το ξεπεράσουν.

 

«Αυτές τις μέρες στην Ιταλία πεθαίνεις στη σιωπή και σε θάβουν στη σιωπή» έγραψε μια Ιταλίδα δημοσιογράφος. «Και η σιωπή είναι παντού. Επειδή αυτός είναι ένας βουβός πόλεμος: χωρίς βόμβες, χωρίς πυροβολισμούς, χωρίς κραυγές. Χωρίς αυτοκίνητα, χωρίς μηχανάκια, χωρίς παιδιά να παίζουν στους δρόμους».


Ζούμε ιστορικές στιγμές, αλλά ας αφήσουμε κατά μέρος την Ιστορία, γιατί έχουμε πιο επείγουσες καταστάσεις, αυτούς που θα στερηθούν βασικά αγαθά που η κοινωνία μας θεωρούσε σίγουρα και εξασφαλισμένα τα τελευταία 70 χρόνια. Αν υπάρχει μία μόνο διαθέσιμη κλίνη εντατικής θεραπείας και έχουν νοσήσει ένας νεότερος και ένας ηλικιωμένος (άνω των 72), τότε αυτή θα δοθεί στον νεότερο. Ήταν μία από τις ειδήσεις που μας ήλθαν από την Ιταλία.

 

Αυτά που ζούμε δεν μοιάζουν σε τίποτα με εκείνα που έζησε η ελληνική (και η παγκόσμια) κοινωνία μετά το 1950. Ούτε οι Δίδυμοι Πύργοι της Νέας Υόρκης, ούτε η κατάρρευση των τραπεζών (Lehman Brothers), ούτε τα ελληνικά μνημόνια δεν είχαν θέσει ένα τόσο βαθύ υπαρξιακό ζήτημα στην κοινωνία μας.


Στα μέτρα έκτακτης ανάγκης και στις αναγκαστικές κινήσεις, το πρώτο μήνυμα είναι «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» (ενώ στη Μ. Βρετανία η κυβέρνησή τους διάλεξε το πιο κυνικό «όποιος πεθάνει, πέθανε», μέχρι να πανικοβληθεί και να κάνει μεταβολή). Παροτρύνονται να κοιτάξουν το τομάρι τους ακόμα κι εκείνοι που δεν ήταν ποτέ μόνο για την πάρτη τους.


Στις μέρες που ζούμε χάνουμε τους δημόσιους χώρους, τις ευκαιρίες συνάθροισης, τα πάρτι και τις οικογενειακές γιορτές. Μα κερδίζουμε χρόνο στο σπίτι, που δεν ξέρουμε τι να τον κάνουμε. Αν δεν θέλουμε να τον προσφέρουμε όλον στο Νέτφλιξ και σε κάθε λογής τηλεοπτικό ή σοσιαλ-μιντιακό κανάλι, έχουμε δίπλα μας κάποιες ακόμα επιλογές.

 

Το τηλέφωνο έχει και μικρόφωνο και βιντεοκλήση

Για πάμε ξανά... Χρόνο θα έχουμε οι πιο πολλοί... (λιγότεροι θα παλεύουν σκληρά να σώσουν θέσεις εργασίας ή να προσφέρουν μέσα από τη δουλειά τους σε όσους έχουν ανάγκη. Ήταν τέτοια η ανάγκη να στηριχτεί το «Μένουμε σπίτι», που ξεχάσαμε να πούμε μια καλή κουβέντα γι' αυτούς στους οποίους έλαχε ο κλήρος να εξασφαλίζουν ό,τι χρειάζονται εκείνοι που κλείνονται στο κονάκι τους...).

 

Όσοι έχουμε χρόνο, μπορούμε να θυμηθούμε ξανά ότι τα τηλέφωνά μας δεν είναι μόνο για να κάνουμε like ή για να στέλνουμε γραπτά μηνύματα ή να βγάζουμε φωτό. Συνεχίζουν να είναι δίαυλοι επικοινωνίας με αγαπημένα πρόσωπα. Ο ήχος της φωνής, το μέταλλό της, οι παύσεις της, το στιγμιαίο χαμόγελο, ακόμα και αν είναι αμήχανο, μπορεί να μεταφέρει τα ανθρώπινα συναισθήματα καλύτερα απ' ό,τι το πιο ζεστό κείμενο.

 
Το τηλέφωνό μας έχει και κάμερα και αρκετές εφαρμογές –δωρεάν οι περισσότερες–, όπου μπορούμε να μιλήσουμε βλέποντας με βιντεοκλήση αγαπημένα πρόσωπα που είναι σε απομόνωση. Έναν φίλο με τον οποίον είχαμε καιρό να μιλήσουμε, έναν πρώην συνεργάτη με τον οποίο έχουμε κάτι να πούμε. Μπορούμε με αυτόν τον τρόπο να τον κοιτάξουμε στα μάτια, ακόμα και ν' αφήσουμε για λίγο τη σιωπή να γεμίσει την οθόνη.

 

Μια φορά σε ολόκληρη ζωή

Αυτά που ζούμε δεν μοιάζουν σε τίποτα με εκείνα που έζησε η ελληνική (και η παγκόσμια) κοινωνία μετά το 1950. Ούτε οι Δίδυμοι Πύργοι της Νέας Υόρκης, ούτε η κατάρρευση των τραπεζών (Lehman Brothers), ούτε τα ελληνικά μνημόνια δεν είχαν θέσει ένα τόσο βαθύ υπαρξιακό ζήτημα στην κοινωνία μας. Πάνω απ' όλα απειλείται η ζωή αρκετών συνανθρώπων γύρω μας. «Κάποιους θα τους σκοτώσει ο κορωνοϊός, αλλά ακόμα πιο πολλούς θα τους ισοπεδώσει οικονομικά» έγραψε ο «Independent».

 

Ας κάνουμε προβλέψεις για το τι θα αλλάξει ριζικά αυτή η δοκιμασία του ιού, αλλά ας μην παραμελήσουμε το σήμερα. Να το πάμε μέρα μέρα. Ο καθένας μας έχει στον περίγυρό του ηλικιωμένους ή ασθενείς που μπορεί να είναι μακριά και μόνοι τους. Συγγενείς που είναι σε ξένους τόπους και τώρα είναι απομονωμένοι σε μέρη με αφιλόξενα συστήματα υγείας και πολιτικές που μπλέκουν την πρόνοια με τον στοιχηματισμό. Φίλους και γνωστούς που έκαναν μια κίνηση επαγγελματική και τώρα βρίσκονται στον αέρα. Ξεκίνησαν ένα εστιατόριο, όνειρο ζωής, ή μια πανσιόν, αλλά τώρα έρχονται όλα τούμπα.


Για όλους αυτούς που αγωνιούν πότε θα βρεθεί το εμβόλιο του κορωνοϊού ή που προσδοκούν τη βοήθεια από ένα αδύναμο κράτος, το οποίο το επόμενο διάστημα δεν θα ξέρει ποιον να πρωτοσυνδράμει, ο καλός μας ο λόγος, η απρόσμενη και ζεστή επικοινωνία, μπορεί να είναι βάλσαμο. Ένα (νοερό) χτύπημα στην πλάτη, μια σπίθα για να συνεχίσουν στον δρόμο που για όλους μας είναι άγνωστος.

 

Για την ώρα προς το χειρότερο, πριν πάνε καλύτερα

Ο ρεαλισμός λέει ότι ο κορωνοϊός θα σαρώσει αρκετές από τις βεβαιότητές μας. Θα θέσει έντονα ερωτηματικά σε αρκετά από τα δεδομένα της άνετης ζωής μας: από το πώς φροντίζουμε την υγεία μας μέχρι το πώς έχουν διαμορφωθεί η αγορά και η παγκοσμιοποίηση. Θα χάσουμε μια γενναία δόση από τη βολή μας.


Για την ώρα, το πιο σίγουρο είναι ότι αυτός ο πόλεμος έχει ήδη θύματα. Δεν μπορούμε να κάνουμε πάρα πολλά για να αποτρέψουμε αυτήν τη φυσική, δαρβινική πορεία. Έρχεται Πάσχα και τότε (ή λίγο πριν) προβλέπεται η κορύφωση των κρουσμάτων και θυμάτων στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Φέτος δεν θα πάμε στην εκκλησία, δεν θα πλησιάσουμε στην Ανάσταση, μπορεί να μην ταξιδέψουμε καν ως το χωριό. Ας κάνουμε εκείνη τη λίστα με τα πρόσωπα της ζωής μας που θα 'ναι μόνα και μοναχικά, να τους κάνουμε ένα και δύο τηλεφωνήματα. Μπορεί να είναι και ώρα, αν γίνεται, κάποιος να τους εγκαταστήσει Skype για να τους κοιτάξουμε στα μάτια και να δούμε το χρώμα της αγωνίας τους και το μέταλλο του φόβου τους.