Με μοναδική εξαίρεση το αισχρό δημοψήφισμα του 2015, όπου έριξα υβριστικό άκυρο, πάντα ψήφιζα κάτι ‒ συνήθως «μικρό», «προοδευτικό» και συχνά εντελώς ατυχές, εκ των υστέρων. Πάει πλέον κι αυτό το κοινοβουλευτικό ένστικτο, και ευτυχώς δηλαδή, διότι οι ψευδαισθήσεις είναι πιο επιζήμιες από το να κλείνεις τα μάτια και να ρίχνεις την ψήφο σε κάτι σχετικά και αόριστα «οικείο» μόνο και μόνο για να επιτελέσεις το (θλιβερό) δημοκρατικό καθήκον που σου αναλογεί κάθε τετραετία περίπου.


Λυπάμαι, αλλά ειλικρινά δεν μπορώ να επιλέξω ούτε καν κάτι το «μη χείρον», τραβηγμένο από τα μαλλιά έστω και με πλήρη συνείδηση του ρίσκου παταγώδους απογοήτευσης, διότι απλώς δεν μπορώ να το δω (το μη χείρον, εννοώ, εκ των δύο που συνιστούν το δίλημμα της Κυριακής).


ΚΙΝ.ΑΛ. ίσως; με ρωτάς. Παρακαλώ, ας κρατήσουμε ένα επίπεδο σοβαρότητας και αυτοσεβασμού μέσα σε όλη αυτή την αβάσταχτη ματαιότητα που μας κατακλύζει.


Ενδεχομένως, μετά τους Κουβέληδες και τα Ποτάμια να αποτελούσε το σχήμα του ανανήψαντα Βαρουφάκη μια κάποια λύση (απελπισίας), αν ίσως κατέβαινε για πρώτη φορά ως ουρανοκατέβατος εκπρόσωπος της «διαρροής εγκεφάλων» του εξωτερικού και αν δεν είχαμε φρίξει ήδη με την πολιτεία και την αλήστου μνήμης εν γένει συμπεριφορά του την προηγούμενη φορά που ανέλαβε να μας σώσει.

 

Ναι μεν η ψήφος δεν συνιστά απαραίτητα ιδεολογική ταυτότητα, αλλά το βάρος της απόφασης πρέπει να είσαι και λίγο αναίσθητος για να μην το κουβαλάς μετά.

Έχω βρεθεί στο πολιτικό σημείο τήξης. Σε λίγο θα είμαι αλοιφή, χυλός, νερό για πότισμα που γίνεται λάσπη που την πατάνε «νοικοκυραίοι», «λαμόγια», «μπάχαλα», «εθνίκια», «άπλυτοι» και millennial τεχνοκράτες και επιτήδειοι πάσης κομματικής απόχρωσης.


Λένε ξανά κάποιοι (καρεκλοκένταυροι της αιώνιας Μεταπολίτευσης κυρίως), εν όψει και των εκλογών της Κυριακής, ότι με τέτοιες νοοτροπίες «οδηγούμεθα προς τον μηδενισμόν».


Μακάρι να το μηδενίζαμε το κοντέρ και να ξαναπιάναμε από την αρχή, αλλά αυτό το πλοίο σάλπαρε προ πολλού.


Ναι μεν η ψήφος δεν συνιστά απαραίτητα ιδεολογική ταυτότητα, αλλά το βάρος της απόφασης πρέπει να είσαι και λίγο αναίσθητος για να μην το κουβαλάς μετά.

 

Ούτε και πιστεύω ότι η μειωμένη συμμετοχή στις κάλπες σε σχέση με τα ολοκληρωτικά ποσοστά μέχρι και τα τέλη του περασμένου αιώνα αποτελεί φαινόμενο απάθειας ή ακόμα και ροπής προς φασίζουσες τελικές λύσεις. Αντιθέτως, μάλλον υγιείς μου φαίνονται αυτοί οι δείκτες και σίγουρα αντίστοιχοι κατά μέσο όρο με την υπόλοιπη Ευρώπη – «πολιτισμένη» και μη.


Ο ψηφοφόρος που δεν έχει να περιμένει τίποτα (προσωπικά ή συλλογικά) από το αποτέλεσμα, ούτε λιγότερο πατριώτης είναι, ούτε χαβαλές, ούτε τελεί υπό πολιτική παραίτηση. Σε παράλυση βρίσκεται, διότι πλέον τα έχει δοκιμάσει κυριολεκτικά όλα.


Δεν τον ψήφισα ποτέ, αλλά δεδομένων των συνθηκών έμοιαζε νομοτελειακή η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ. Άντε, λέγαμε, να βγούνε κι αυτοί να τελειώνουμε και με την εμφυλιοπολεμική τους μίρλα.


Κούνια που μας κούναγε. Τα διχαστικά ένστικτα αναζωπυρώθηκαν και τώρα πήρε νέο θάρρος και η νέα/παλιά δεξιά και κάνει το ίδιο. Θα κλάψουν μανούλες.


Και δεν θα μάθουμε ποτέ ποιος έφταιγε για το χρέος, το χάλι και την εξαθλίωση στην οποία έχουμε βρεθεί εδώ και τόσα χρόνια πλέον.

 

Τι παραδοσιακό καθεστώς που επιστρέφει (σοφότερο, θα ήλπιζε κάποιος, αν η ελπίδα ως έννοια δεν είχε καταντήσει ανέκδοτο); Η «Ευρώπη»; Η «μετά τον φόνο» διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ; Ή, τελικά, μόνο ο Κωστάκης ο Καραμανλής; (Βούδας ή Δαίμων; Αποφασίστε ρε παιδιά).


Όσο για τη λογική «ας ψηφίσουμε, έστω, κάποια άξια πρόσωπα, ασχέτως κόμματος», άντε βρες τα, ο καθένας στον εκλογικό του «τομέα». Όπως έλεγε κι ο Σαββόπουλος, «τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO