ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ισότιμος ο λόγος ενός τυχάρπαστου δημαγωγού με αυτόν ενός επιφανούς και καλλιεργημένου αριστοκράτη, στη δημόσια συζήτηση; Σύμφωνα με τις αρχές της κλασικής αθηναϊκής δημοκρατίας, αυτό θα έπρεπε να ισχύει. Κάθε Αθηναίος πολίτης απολάμβανε ίσα δικαιώματα ελευθερίας του λόγου για κάθε ζήτημα που απασχολούσε την δημόσια συνέλευση. Οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν αυτή την ελεύθερη έκφραση της προσωπικής γνώμης με θάρρος και ειλικρίνεια, «παρρησία» (από τη σύνθεση των λέξεων πᾶς και ῥῆσις). Οι θιασώτες της δημοκρατίας ήλπιζαν ότι η συνάθροιση απόψεων από πολλά διαφορετικά άτομα, θα οδηγούσε κάθε φορά στην σωστή απόφαση. Η ιστορία της παρρησίας όμως δείχνει ότι το αρχικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό.

 

Μετά την ήττα της Αθήνας από την Σπάρτη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431-404 π.Χ.), η αρχή της παρρησίας τέθηκε υπό έντονη αμφισβήτηση. Πολλοί Αθηναίοι χρέωσαν την ήττα στην Εκκλησία του Δήμου που, υπό την καθοδήγηση «φαύλων δημαγωγών», πήρε τις λάθος αποφάσεις. Ο Πλάτων εμφανιζόταν αντίθετος προς την δημοκρατική τάξη της εποχής του, εν μέρει εξαιτίας της «υπερβολικής» ελευθερίας του λόγου, σε αντιδιαστολή με τον Δημοσθένη, ο οποίος θεωρούσε την παρρησία ως ύψιστο χάρισμα.

  

Ο Δημοσθένης και ο Πλάτων μοιράζονταν την πεποίθηση ότι δεν αρκεί απλώς να λες οτιδήποτε αλλά αυτό που λες πρέπει να φανερώνει και κάποια προσωπική και διανοητική αυθεντία.

 

Παρά τις διαφορετικές τους αντιλήψεις σχετικά με τα προτερήματα της δημοκρατίας, ο Δημοσθένης και ο Πλάτων μοιράζονταν την πεποίθηση ότι δεν αρκεί απλώς να λες οτιδήποτε αλλά αυτό που λες πρέπει να φανερώνει και κάποια προσωπική και διανοητική αυθεντία. Μετά τον Μέγα Αλέξανδρο μια σειρά από μοναρχικά κράτη αναδύθηκαν στην περιοχή της Μεσογείου, θέτοντας στο περιθώριο τις αρχές της δημοκρατίας και μαζί μ΄ αυτές την παρρησία, η οποία μεταλλάχτηκε σε αρετή της ελίτ, και ειδικά των φιλοσόφων, οι οποίοι θεωρητικά κατείχαν και την διανοητική ικανότητα και την προσωπική αυθεντία. Το πεδίο έκφρασης όμως είχε μετατεθεί από τη δημόσια συνέλευση στις προσωπικές σχέσεις και επαφές. Έτσι, η ειλικρίνεια λειτουργούσε πλέον ως μια διαπροσωπική αρετή.

 

Τόσο οι Επικούρειοι Φιλόσοφοι όσο και ο Πλούταρχος, παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους, επέμεναν ότι η παρρησία αποτελεί ύψιστο καθήκον μεταξύ φίλων. Δεν όφειλε κανείς μόνο να επικρίνει με θάρρος και ειλικρίνεια τα ηθικά σφάλματα των φίλων του, αλλά να δέχεται και ο ίδιος την ειλικρινή κριτική τους χωρίς θυμό ή εκδικητικότητα. Ο Πλούταρχος όμως ήταν περισσότερο διαλλακτικός. Ενώ οι Επικούρειοι – όπως και οι Κυνικοί αργότερα με ακόμα πιο αδιάλλακτο τρόπο – θεωρούσαν ότι οφείλει κάποιος να αποδέχεται ακόμα και την πιο στυγνή κριτική εάν αυτή έμοιαζε εύλογη, ο Πλούταρχος πίστευε ότι η κριτική θα έπρεπε να γίνεται με διακριτικό τρόπο και στον σωστό χρόνο. Σε κάθε περίπτωση, οι «παρρησιασταί» (parrhesiastaí) θα έπρεπε να είναι προετοιμασμένοι να χάσουν τους φίλους τους...

 

Στην Ελληνιστική περίοδο, οι Εβραίοι εμπλούτισαν τον ορισμό της παρρησίας με ένα νέο στοιχείο: την εμπιστοσύνη στον Θεό. Ο αληθινός πιστός διέθετε την ικανότητα να δρα με παρρησία ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Αυτή η αντίληψη υιοθετήθηκε ακολούθως από τον Χριστιανισμό με ακραίο υπόδειγμα παρρησίας τους οσιομάρτυρες που δεν δίσταζαν να διακηρύξουν την πίστη τους παρότι γνώριζαν ότι αυτό θα τους κόστιζε την ίδια τους την ζωή. Μια άλλη σημαντική διαφορά με την αντίληψη του όρου στον κλασικό κόσμο (όπου οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα στην παρρησία ή στην ελευθερία του λόγου εν γένει) ήταν ότι τόσο στον Ιουδαϊσμό όσο και στον Χριστιανισμό, επιτρεπόταν και στις γυναίκες να εκφραστούν με παρρησία, διακηρύσσοντας την εμπιστοσύνη τους στον Θεό.

 

Σήμερα, μία από τις δημοφιλείς φορείς της ιδέας της παρρησίας με την κλασική έννοια, είναι η Γκρέτα Τούνμπεργκ, ένα κορίτσι που όχι μόνο δεν χαμογελά κατά την έκφραση του λόγου της αλλά μοιάζει συχνά να υποφέρει.
Σήμερα, μία από τις δημοφιλείς φορείς της ιδέας της παρρησίας με την κλασική έννοια, είναι η Γκρέτα Τούνμπεργκ, ένα κορίτσι που όχι μόνο δεν χαμογελά κατά την έκφραση του λόγου της αλλά μοιάζει συχνά να υποφέρει.
 

 

ΚΑΤΑ ΤΟΝ 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο Χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, η παρρησία έγινε προνόμιο και εργαλείο των ασκητών. Οι Χριστιανοί της ύστερης αρχαιότητας θεωρούσαν ότι οι πρεσβευτές του αληθινού λόγου δεν προέρχονταν από τις ανώτερες, καλλιεργημένες τάξεις, αλλά από τα πιο ταπεινά κοινωνικά στρώματα, που συχνά δεν γνώριζαν ούτε καν την γλώσσα της Καινής Διαθήκης, τα ελληνικά... Η ιδέα της ενάρετης ειλικρίνειας υπήρξε τόσο διαδεδομένη στον χριστιανικό κόσμο ώστε η λέξη παρρησία μεταφέρθηκε ως γλωσσικό δάνειο στα Αραμαϊκά (Συριακά), στα Κοπτικά και στα Αραβικά.

 

Ένας από τους σύγχρονους φιλόσοφους που σαγηνεύτηκε από εκείνη την ιδέα περί αληθούς λόγου και από την απόφαση του «παρρησιαστή» να αγνοεί το προσωπικό συμφέρον και να υπερνικά κάθε φόβο προκειμένου να πει την αλήθεια, ήταν ο Μισέλ Φουκώ. Το 1983 μάλιστα επινόησε τον δικό του όρο γι' αυτήν την στάση: "véridiction" (η έκφραση της αλήθειας)...

 

Η ιστορία της παρρησίας, και κατ΄ επέκταση της ειλικρίνειας, με την κλασική της έννοια, αποκαλύπτει ένα δίλημμα που έχει να κάνει με τον ρόλο του δημόσιου λόγου. Η ελευθερία του λόγου αποτελεί βασικό πολιτικό δικαίωμα, το οποίο συχνά όμως πέφτει θύμα κακομεταχείρισης. Για να λειτουργήσει το παιχνίδι της παρρησίας απαιτείται γνώση και υπευθυνότητα. Σήμερα, μία από τις δημοφιλείς φορείς της ιδέας της παρρησίας με την κλασική έννοια, είναι η Γκρέτα Τούνμπεργκ, ένα κορίτσι που όχι μόνο δεν χαμογελά κατά την έκφραση του λόγου της αλλά μοιάζει συχνά να υποφέρει. Η δύναμη όμως αυτού του ρόλου που εκείνη έχει τώρα επενδυθεί, στις διάφορες ιστορικές εκδοχές του, αποτελεί σίγουρα μία από τις αιτίες για τον δραματικό αντίκτυπο του λόγου της...

 

Από το άρθρο του Hartmut Leppinis (καθηγητή αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Goethe της Φρανκφούρτης) με τίτλο "As the Ancient Greeks knew, frankness is an essential virtue" που δημοσιεύτηκε στο Psyche.