— Πώς να βοηθήσω το παιδί μου να διαχειριστεί τα έντονα συναισθήματα;

Μικροί και μεγάλοι νιώθουμε καλύτερα όταν τα διαφορετικά μέρη του εγκεφάλου μας, τα υπεύθυνα για τη λογική σκέψη αλλά και για τα συναισθήματα, συνεργάζονται αρμονικά. Το πρόβλημα με τα πολύ έντονα συναισθήματα, όπως ο φόβος ή ο θυμός, είναι ότι χάνεται αυτή η αρμονική συνεργασία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πρόσβαση στη λογική σκέψη. Έτσι, υπάρχουν στιγμές που τα παιδιά «κατακλύζονται» από τα συναισθήματά τους, χωρίς να μπορούν να τα ελέγξουν.

 

Ο ρόλος μας ως ενηλίκων σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά να λειτουργήσουν και πάλι τόσο με τη λογική όσο και με το συναίσθημά τους. Αρχικά, τα βοηθάμε να ηρεμήσουν, ώστε να αποκτήσουν ξανά πρόσβαση στο μέρος του εγκεφάλου όπου γίνεται η λογική επεξεργασία. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται να νιώσουν ότι τα νιώθουμε. Εδώ παίζει σημαντικό ρόλο η γλώσσα του σώματος, οι εκφράσεις του προσώπου μας και ο ήρεμος τόνος φωνής.

 

Εξηγούμε στο παιδί ότι όλα τα συναισθήματα είναι φυσιολογικά και αποδεκτά, έτσι και ο θυμός, όμως δεν ισχύει το ίδιο για όλες τις συμπεριφορές. Διερευνούμε τι είναι αυτό που νιώθει πραγματικά και στη συνέχεια βρίσκουμε από κοινού πιο λειτουργικούς τρόπους.

 

Σε δεύτερη φάση, τα βοηθάμε να εκφράσουν αυτό που νιώθουν και να βρουν τρόπους να το αντιμετωπίσουν. Έτσι, αποκτούν ξανά τον έλεγχο των συναισθημάτων τους, με αποτέλεσμα αυτά να παύουν σταδιακά να είναι τόσο έντονα ή απειλητικά.

 

Αυτό γίνεται άλλοτε πιο άμεσα, μέσα από τη συζήτηση, και άλλοτε πιο έμμεσα, μέσα από το παιχνίδι, τη ζωγραφική, τα βιβλία και τις ιστορίες. Αν, για παράδειγμα, βλέπουμε το παιδί να είναι φοβισμένο, μπορούμε να του ζητήσουμε να ζωγραφίσει αυτό που φοβάται ή να διαβάσουμε μαζί μια σχετική ιστορία, συζητώντας πώς νιώθουν οι ήρωες, ενώ στη συνέχεια το βοηθάμε να σκεφτεί τρόπους αντιμετώπισης. Κάθε παιδί, ωστόσο, έχει τη «δική του γλώσσα» και είναι σημαντικό να βρούμε με ποιον τρόπο εκφράζεται καλύτερα.

 

— Πώς να διαχειριστώ ένα ξέσπασμα θυμού;

Ο θυμός είναι ένα «αντιδραστικό συναίσθημα» που συχνά έρχεται να «συγκαλύψει» άλλα συναισθήματα. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις τα παιδιά εκφράζουν θυμό, ενώ στην πραγματικότητα νιώθουν μπερδεμένα, απογοητευμένα, φοβισμένα, αγχωμένα ή πληγωμένα. Για να το καταλάβουμε καλύτερα αυτό, ας φανταστούμε ένα παγόβουνο. Το κομμάτι του παγόβουνου που είναι ορατό αντιστοιχεί στο ξέσπασμα θυμού που βλέπουμε, ενώ από κάτω, στο μη ορατό μέρος, βρίσκονται συνήθως άλλα, πιο ευάλωτα συναισθήματα που χρειάζονται διερεύνηση. Αναζητάμε, λοιπόν, τα αίτια πίσω από τη συμπεριφορά. Χρειάζεται να δούμε αυτές τις εκρήξεις ως ευκαιρίες για μάθηση και σύνδεση με τα παιδιά.

 

Όλο και περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι οι τιμωρίες δεν είναι αποτελεσματικές και ότι το πολυτιμότερο «εργαλείο πειθαρχίας» που έχουν στα χέρια τους οι γονείς είναι το χτίσιμο μιας καλής σχέσης με τα παιδιά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χάνονται τα όρια. Σε αυτή την περίπτωση φροντίζουμε πρώτα να ηρεμήσουμε και να συνδεθούμε με τα παιδιά και σε δεύτερο χρόνο προχωράμε στη συζήτηση - επίλυση του προβλήματος.

 

Εξηγούμε στο παιδί ότι όλα τα συναισθήματα είναι φυσιολογικά και αποδεκτά, έτσι και ο θυμός, όμως δεν ισχύει το ίδιο για όλες τις συμπεριφορές. Διερευνούμε τι είναι αυτό που νιώθει πραγματικά και στη συνέχεια βρίσκουμε από κοινού πιο λειτουργικούς τρόπους. Μπορούμε, για παράδειγμα, να το ρωτήσουμε «αν είχε λόγια αυτή η κλοτσιά-μπουνιά-κλάμα, τι θα έλεγε», του μαθαίνουμε τις βαθιές ανάσες ή άλλες τεχνικές χαλάρωσης, διαβάζουμε σχετικά παραμύθια, φτιάχνουμε μαζί το «κουτί της ηρεμίας» όπου μπορεί να έχει διάφορα αγαπημένα αντικείμενα που το ηρεμούν όταν νιώθει έτσι κ.ά.

 

Υπάρχει, ωστόσο, και ένα άλλο είδος ξεσπασμάτων που χρειάζεται να έχουμε υπόψη. Αυτά είναι τα ξεσπάσματα κατά τα οποία τα παιδιά δοκιμάζουν τα όρια των ενηλίκων. Για παράδειγμα, όταν λέμε σε ένα παιδί ότι δεν μπορούμε να του πάρουμε δεύτερο παιχνίδι και αρχίζει να ξεσπάει. Η διαφορά εδώ είναι ότι το παιδί μπορεί να σταματήσει το ξέσπασμα θυμού αν θέλει, έχει τον έλεγχο και μπορεί να κάνει βλεμματική επαφή. Αντιθέτως, στις περιπτώσεις που περιγράψαμε παραπάνω, το παιδί έχει χάσει πραγματικά τον έλεγχο και χρειάζεται τη βοήθειά μας. Όταν καταλάβουμε ότι πρόκειται για κάτι τέτοιο, εξηγούμε ήρεμα ότι καταλαβαίνουμε τι κάνει και φροντίζουμε να μείνουμε σταθεροί στο «όχι» που έχουμε πει. Λέμε, για παράδειγμα, «ξέρω ότι έχεις θυμώσει, αλλά δεν θα καταφέρεις με το κλάμα σου να πάρουμε και δεύτερο παιχνίδι».

 

— Πώς να βοηθήσω το παιδί μου να διαχειριστεί μια τραυματική εμπειρία-ανάμνηση;

Όπως το σωματικό τραύμα προκαλείται όταν κάποια πίεση ξεπεράσει τα όρια αντοχής του σώματός μας, έτσι και σε συναισθηματικό επίπεδο «τραυματική» είναι μια εμπειρία όταν το άτομο βιώσει υπερβολικά μεγάλο στρες. Όταν ο οργανισμός νιώσει «απειλή», ενεργοποιούνται οι άμυνές μας για να προστατευτούμε από τα έντονα συναισθήματα, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται ο συντονισμός μεταξύ των γνωστικών και των συναισθηματικών λειτουργιών του εγκεφάλου μας. Έτσι, όταν τα παιδιά βιώσουν ένα τόσο στρεσογόνο γεγονός και δεν τα βοηθήσουμε να επεξεργαστούν τα συναισθήματα αυτά κατάλληλα, τότε υπάρχει περίπτωση αυτά να παραμείνουν «ανεπίλυτα», αποτελώντας σημαντική πηγή στρες και φόβου.

 

Χρειάζεται, λοιπόν, να βοηθήσουμε τα παιδιά να ανακαλέσουν και να αφηγηθούν ξανά ολοκληρωμένα την τραυματική εμπειρία. Η αφήγηση λειτουργεί ως μια «γέφυρα» μεταξύ λογικής και συναισθήματος, με αποτέλεσμα τα συναισθήματα αυτά να σταματούν να επηρεάζουν σε ασυνείδητο επίπεδο. Η διαδικασία αυτή, ωστόσο, απαιτεί λεπτούς χειρισμούς και σεβασμό στον ρυθμό που κάθε παιδί μπορεί να επεξεργαστεί τα γεγονότα. Αν, για παράδειγμα, παρατηρήσουμε ότι το παιδί μας αρχίζει να εκδηλώνει μια φοβία για τα αμάξια και ξέρουμε ότι πριν από κάποιο διάστημα συνέβη ένα τροχαίο ατύχημα, του εξηγούμε πως αυτό το γεγονός μπορεί να συνδέεται με τον φόβο του. Στη συνέχεια, καθοδηγούμε σταδιακά το παιδί να θυμηθεί και να περιγράψει το συμβάν, βοηθώντας το να εκφράσει τα συναισθήματα που βίωσε. Τέλος, συζητάμε μαζί τι μπορούμε να κάνουμε για την ασφάλεια και την προστασία του σε τέτοιες περιπτώσεις.

 

— Πώς μπορώ να μιλήσω για την απώλεια και τον θάνατο;

Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η γενικότερη κουλτούρα καλλιεργεί έναν μηχανισμό «άρνησης» του θανάτου με μια ολόκληρη βιομηχανία να υπηρετεί την επιθυμία να δείχνουμε όσο το δυνατόν πιο νέοι. Αυτό δημιουργεί μια ψευδαίσθηση αιωνιότητας που κάθε άλλο παρά βοηθητική είναι όσον αφορά τη διαχείριση εμπειριών κατά τις οποίες βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον θάνατο και την απώλεια, καθώς δεν είμαστε καθόλου «προετοιμασμένοι» ψυχικά γι' αυτές.

 

Ιδανικά, καλό είναι να προετοιμάσουμε το παιδί για τον θάνατο με αφορμή κάποια πιο μακρινή απώλεια ή κάποια ταινία, κάτι που να μην το «αγγίζει» άμεσα. Κάνουμε μια ανοιχτή κουβέντα για τον θάνατο, εξηγώντας ότι είναι και αυτό αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Υπάρχουν πολλά παιδικά βιβλία που εξηγούν κατάλληλα το συγκεκριμένο θέμα, οπότε μπορείτε να τα διαβάσετε μαζί και μετά να τα συζητήσετε.

 

Σε περίπτωση απώλειας πολύ κοντινού προσώπου, βεβαιωθείτε πρώτα ότι έχετε διαχειριστεί σε έναν βαθμό τα δικά σας έντονα συναισθήματα. Είναι φυσιολογικό να δει ένα παιδί τους γονείς του στενοχωρημένους, αλλά μπορεί να είναι πολύ τρομακτικό να τους δει να «διαλύονται». Δεν σπεύδουμε να ανακουφίσουμε κατευθείαν το παιδί, αντιθέτως δίνουμε χώρο να εκφραστούν τα έντονα συναισθήματα. Εξηγούμε ότι είναι φυσιολογικό να νιώθουμε στενοχώρια όταν χάνουμε κάποιον που αγαπούσαμε πολύ.

 

Είναι σημαντικό να αντέξουμε τα συναισθήματα του παιδιού, για να μπορέσει να τα αντέξει και το ίδιο. Στη συνέχεια προτείνουμε τρόπους διαχείρισης αυτών των συναισθημάτων. Μπορούμε, για παράδειγμα, να ζητήσουμε από το παιδί να γράψει ένα γράμμα ή να κάνει μια ζωγραφιά προς το πρόσωπο που πέθανε, σκεφτόμαστε ιδέες για το τι μπορεί να κάνει όταν του λείπει, για παράδειγμα να βλέπει φωτογραφίες, να κλείνει τα μάτια και να σκέφτεται το αγαπημένο πρόσωπο κ.ά.

 

Τέλος, φροντίζουμε να ξαναφτιάξουμε την κλονισμένη αίσθηση ασφάλειας, διαβεβαιώνοντάς το ότι είμαστε εμείς κοντά του, ότι θα φροντίζουμε τον εαυτό μας και εκείνο όσο καλύτερα γίνεται, ώστε να απαλύνουμε άλλες ανησυχίες που συχνά προκύπτουν.

 

Η εφηβεία είναι μια μεταβατική φάση, με ραγδαίες αλλαγές σε όλα τα επίπεδα και πολύ έντονα συναισθήματα. Το άτομο δεν είναι πια παιδί αλλά ούτε και ενήλικας και αυτή η «ενδιάμεση θέση» δεν θα μπορούσε να μη συνοδεύεται από κάποια συναισθηματική αποσταθεροποίηση.
Η εφηβεία είναι μια μεταβατική φάση, με ραγδαίες αλλαγές σε όλα τα επίπεδα και πολύ έντονα συναισθήματα. Το άτομο δεν είναι πια παιδί αλλά ούτε και ενήλικας και αυτή η «ενδιάμεση θέση» δεν θα μπορούσε να μη συνοδεύεται από κάποια συναισθηματική αποσταθεροποίηση.

 

— Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να του εξηγήσω ένα περιστατικό σαν του Ζακ Κωστόπουλου;

Είναι δύσκολο να εξηγήσουμε στα παιδιά ένα τόσο στενόχωρο και βίαιο περιστατικό, που αφήνει πολλά ερωτηματικά ακόμα και σ' εμάς τους ίδιους. Όπως προαναφέραμε, όμως, χρειάζεται να φέρνουμε τα παιδιά σε επαφή και με τις πιο σκληρές πλευρές της πραγματικότητας, προσέχοντας πάντα αυτό να γίνεται με τον κατάλληλο τρόπο. Εξάλλου, είναι πολύ πιθανό να έχουν εκτεθεί ήδη στις σκληρές εικόνες και να χρειάζονται εξηγήσεις.


Αρχικά, τα ρωτάμε τι γνωρίζουν σχετικά με το βίαιο συμβάν. Έπειτα, ανάλογα με την ηλικία προσαρμόζουμε την απάντησή μας. Στα πιο μικρά παιδιά είναι σημαντικό οι απαντήσεις να είναι σύντομες και απλές και να μην τα βαραίνουμε με περιττές λεπτομέρειες. Εξηγούμε με απλά λόγια ότι κάποιες φορές συμβαίνουν πολύ δυσάρεστα περιστατικά στη ζωή, όταν οι άνθρωποι κυριεύονται από τόσο έντονα και ανεξέλεγκτα συναισθήματα και καταφεύγουν σε βίαιους τρόπους χωρίς να σκέφτονται ότι μπορεί να βλάψουν τους άλλους ανθρώπους. Σε πιο μεγάλα παιδιά μπορούμε να κάνουμε μια πιο ανοιχτή συζήτηση, καθώς συχνά έχουν περισσότερες ερωτήσεις.


Αξιοποιούμε, λοιπόν, τέτοια περιστατικά για την ευαισθητοποίηση και ενημέρωση των παιδιών γύρω από τόσο σημαντικά ζητήματα, όπως η βία. Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι συζητήσεις μπορεί να φέρουν κάποια αναστάτωση ή ανησυχία, οπότε, κλείνοντας, φροντίζουμε να διαβεβαιώσουμε το παιδί όσον αφορά τη δική του προστασία και ασφάλεια.

 

— Ποια θεωρείτε ότι είναι τα τρία πιο βασικά θέματα που απασχολούν τα παιδιά στην εφηβεία;

Η εφηβεία είναι μια μεταβατική φάση, με ραγδαίες αλλαγές σε όλα τα επίπεδα και πολύ έντονα συναισθήματα. Το άτομο δεν είναι πια παιδί αλλά ούτε και ενήλικας και αυτή η «ενδιάμεση θέση» δεν θα μπορούσε να μη συνοδεύεται από κάποια συναισθηματική αποσταθεροποίηση. Έτσι, οι έφηβοι είναι συνήθως πολύ «αυτο-απορροφημένοι», σε μια προσπάθεια να αφομοιώσουν αυτές τις αλλαγές και να διαχειριστούν τη συναισθηματική αστάθεια. Κάποια από τα βασικότερα θέματα που τους απασχολούν είναι οι αλλαγές στο σώμα, η εδραίωση της νέας τους ταυτότητας, η αποδοχή από ομάδα των συνομηλίκων, η σεξουαλικότητά τους, ενώ σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν και διάφορες υπαρξιακές ανησυχίες.

 

— Πώς να εξηγήσω στο παιδί μου τι είναι το σεξ, ότι ένα άτομο είναι διεμφυλικό, ή την ομοφυλοφιλία;

Τα παιδιά αρχίζουν να κάνουν τέτοιες ερωτήσεις από μικρή ηλικία, είτε λόγω περιέργειας είτε γιατί άκουσαν ή είδαν κάτι σχετικό. Όπως και σε όλα τα θέματα, χρειάζεται να μιλήσουμε ανοιχτά, απλά και με ειλικρίνεια. Αν νιώθουμε άβολα σε αυτές τις συζητήσεις, τα παιδιά το καταλαβαίνουν και νομίζουν ότι ρώτησαν κάτι «κακό» ή «ντροπιαστικό», ενώ αυτό που θέλουμε είναι να συνδέσουμε στο μυαλό τους το σεξ με την αγάπη και την αυτοεκτίμηση.


Μια απάντηση που συνήθως καλύπτει τα μικρότερα παιδιά είναι ότι «το σεξ είναι ένας από τους τρόπους που οι μεγάλοι, ως ζευγάρι, δείχνουν την αγάπη τους, έτσι αγκαλιάζονται και ακουμπούν τα σώματά τους». Εάν συνεχίσουν να ρωτάνε, εξηγούμε περισσότερα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπαίνουμε σε υπερβολικές λεπτομέρειες.

 

Μια απάντηση που συνήθως καλύπτει τα μικρότερα παιδιά είναι ότι «το σεξ είναι ένας από τους τρόπους που οι μεγάλοι, ως ζευγάρι, δείχνουν την αγάπη τους, έτσι αγκαλιάζονται και ακουμπούν τα σώματά τους». Εάν συνεχίσουν να ρωτάνε, εξηγούμε περισσότερα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπαίνουμε σε υπερβολικές λεπτομέρειες.

 

Τα μεγαλύτερα παιδιά συνήθως έχουν περισσότερες απορίες, στις οποίες είναι σημαντικό να απαντήσουμε με το ίδιο ύφος, ενώ στους εφήβους χρειάζεται να μιλήσουμε αναλυτικά για πολλά θέματα, όπως οι μέθοδοι αντισύλληψης, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα κ.λπ. Εάν το παιδί μας ρωτήσει τι είναι η ομοφυλοφιλία, εξηγούμε ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές μορφές σχέσης και η ομοφυλοφιλία είναι μία από αυτές.

 

 

 

Στην ομοφυλοφιλία, σε αντίθεση με την ετεροφυλοφιλία, έλκονται μεταξύ τους τα άτομα του ίδιου φύλου. Στην ίδια λογική, εξηγούμε στα παιδιά τι σημαίνει όταν λέμε ότι ένα άτομο είναι διεμφυλικό. Τους εξηγούμε δηλαδή ότι κάποιες φορές μπορεί να γεννηθεί κάποιος αγόρι, αλλά μέσα του να νιώθει κορίτσι, και το αντίθετο. Αυτές οι κουβέντες είναι σημαντικό να γίνονται σε νεαρή ηλικία, όταν το μυαλό των παιδιών δεν έχει γεμίσει προκαταλήψεις και στερεότυπα και δέχεται εύκολα το διαφορετικό.

 

— Τι προτείνετε για τα social media, πότε μπορούμε να αφήνουμε τα παιδιά να φτιάχνουν δικά τους προφίλ και τι είδους επίβλεψη/παρέμβαση οφείλουμε να κάνουμε, ώστε παράλληλα να μην παραβιάζουμε την ιδιωτικότητά τους (ειδικά στην εφηβεία);

Ζούμε σε μια εποχή που, αργά ή γρήγορα, κάποιος θα έρθει σε επαφή με τον ψηφιακό κόσμο. Άρα το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τα προετοιμάσουμε γι' αυτόν και όχι να τα κλείσουμε μέσα σε μια προστατευτική «φούσκα». Άλλωστε, οι άκαμπτες απαγορεύσεις συχνά φέρνουν τα αντίθετα αποτελέσματα.

 

Επίσημα, η ηλικία που επιτρέπεται να κάνουν τα παιδιά προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι τα 13 έτη, με το σκεπτικό ότι έχουν αναπτύξει μια σχετική ωριμότητα και μια πιο σταθερή αίσθηση εαυτού, που τους επιτρέπει να τα χειριστούν με ασφάλεια. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αποφασίζουμε για κάθε παιδί εξατομικευμένα, καθώς συχνά βλέπουμε παιδιά της ίδιας ηλικίας να παρεκκλίνουν πολύ όσον αφορά την κοινωνική και συναισθηματική τους ανάπτυξη. Ακόμα, όμως, και τα πιο ώριμα και υπεύθυνα παιδιά χρειάζονται τη γονική καθοδήγηση στα πρώτα τους βήματα στον χώρο του Διαδικτύου.

 

Χρειάζεται να τους εξηγήσουμε πολύ αναλυτικά πώς λειτουργεί, τις ρυθμίσεις ιδιωτικότητας, τι γίνεται με τα σχόλια και τις φωτογραφίες, τα ψεύτικα προφίλ, αλλά και τι κάνουν σε περίπτωση που κάποιος τα παρενοχλήσει με οποιονδήποτε τρόπο. Σε ψυχολογικό επίπεδο, χρειάζεται να παρατηρούμε πώς τα επηρεάζει όλη αυτή η δραστηριότητα, κατά πόσο γίνεται οριοθετημένη χρήση, τι ενδιαφέροντα αναπτύσσει, πόσο επηρεάζεται από τα σχόλια, αν το χρησιμοποιεί ως «καταφύγιο», αποφεύγοντας την πραγματική ζωή κ.ά., ώστε να μπορέσουμε να παρέμβουμε έγκαιρα αν χρειαστεί. Σε περιπτώσεις που κάτι μας ανησυχεί πολύ ή νιώθουμε ότι το παιδί κινδυνεύει, παρεμβαίνουμε άμεσα και αποφασιστικά.