Η είδηση της απόλυσης του Κωνσταντίνου Μπογδάνου από τον Σκάι έκανε αίσθηση επισκιάζοντας πολύ σημαντικότερες, όπως π.χ. την εξοργιστική απόφαση των Αεροπαγιτών ότι η μη καταβολή δεδουλευμένων επί μακρόν (ημών των άλλων φυσικά, όχι των δικών τους) δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας – είδηση που, ωστόσο, δεν είναι παντελώς άσχετη με το θέμα μας εφόσον η μέχρι χτες «ναυαρχίδα» της προπαγάνδ... εμ... ενημέρωσης του φαληριώτικου καναλιού, έχοντας κάνει ζηλευτή καριέρα ως καθαρόαιμο συστημικό/μνημονιακό/μενουμευρωπαϊκό «πουλέν» με νεοφιλελέ επικάλυψη άλλοτε ακροκεντρώα, άλλοτε ακροδεξιίζουσα, υπήρξε και παραμένει, φαντάζομαι, ένθερμος απολογητής των πολιτικών της φτωχοποίησης, της εργασιακής απορρύθμισης και του κοινωνικού δαρβινισμού. Το ότι, παρά ταύτα, τον σούταραν σαν στυμμένη λεμονόκουπα τα αφεντικά του καναλιού για ένα «πταίσμα» (την κορόνα ότι τον Λουκά Παπαδήμο τάχα χτύπησαν πρώην σύντροφοι του Τσίπρα) συγκριτικά με όσα σημεία και τέρατα έχει εκστομίσει κατά καιρούς, επιβεβαιώνει απόλυτα την ευτελή αξία που έχει για έναν ηγεμόνα ο συνήθως βασιλικότερος του βασιλέως τελάλης του: Καλός κι ωραίος όσο τον υπηρετεί – ή έστω τον εκφράζει - πιστά, του πεταματού όμως σαν αρχίσει να «βραχνιάζει» ή απλώς παύει να χρησιμεύει αρκετά, άλλοι τελάληδες εξάλλου βρίσκονται άμα θες σωρός. Λίγο ενδιαφέρει αν υπήρχαν προηγούμενα, οπότε βρέθηκε απλώς η αφορμή για τη διακοπή της συνεργασίας ή αν, στο πιο συνωμοσιολογικό του, «αποκεφαλίστηκε» κατά κυβερνητική επιθυμία έναντι άγνωστου ανταλλάγματος. Το βέβαιο – και ιστορικά πολλαπλώς επιβεβαιωμένο - είναι ότι τις... μπογδανιές (σωστή «σχολή» δημιούργησε αφού) πολλοί αγάπησαν, τους Μπογδάνους κανείς. Το ότι μάλιστα αυτό συνέβη ανήμερα της 2ης επετείου του δημοψηφίσματος του '15 (και του τελικού του... Survivor), οπότε υπερασπιζόταν ηρωικά με νύχια και με δόντια το «Ναι» (στα πάντα όλα), όπως άλλωστε σύσσωμο το Αλαφουζέικο, το λες και ειρωνεία του πεπρωμένου.

 

 

Στη φούρια του να καταδείξει ότι οι αντίπαλοί του προσπαθούν να τον ξεσκίσουν με κάθε τρόπο, «ξεχνούσε» ότι υπήρξε κι ο ίδιος μέγας διδάσκαλος του είδους υιοθετώντας συχνά-πυκνά τις ανίερες, ανθρωποφαγικές μεθόδους που καταλόγιζε στους «απέναντι», είτε από τις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα είτε από τους προσωπικούς του λογαριασμούς στα σόσιαλ μίντια.


«Μα δεν ήτανε φερέφωνο κανενός, ό,τι έλεγε το πίστευε μέχρι κεραίας, έμεινε μάλιστα πιστός στις απόψεις του μέχρι τέλους», διαβάζω. Καμία αντίρρηση, το αποτέλεσμα ωστόσο δεν αλλάζει. Δεν είναι οι ιδεολογικές του αντιλήψεις το ζήτημα. Καλά κάνει και τις έχει, καλά κάνει και τις εκφράζει, μας αρέσουν ή όχι – προτιμότερο από το να ήταν ένας ακόμα οπορτουνιστής που θέλει να τα έχει με όλους καλά, η ελευθερία γνώμης είναι εξάλλου αδιαπραγμάτευτη όταν δεν καταντά ρητορική μίσους. Ούτε φυσικά ελέγχεται για το ντεμέκ αντισυμβατικό μεταμοντέρνο στιλάκι του – καθείς πορεύεται με τα όπλα του και δεν γίνεται, εννοείται, να τους κερδίζεις όλους. Αντικειμενικά δε μιλώντας, το ότι δεν σε αφήνει επ' ουδενί αδιάφορο – ή που θα τον λατρέψεις, ή που θα τον αντιπαθήσεις σφόδρα -, είναι υπέρ του. Σάμπως είναι ο πρώτος ή ο τελευταίος του χιμαιρικού είδους των δημοσιογράφων-τηλεστάρ;


Εκείνα που δεν παλεύονταν ακόμα και για πολλούς από τους θεωρούμενους ιδεολογικά «συμμάχους» του ήταν η κραυγαλέα κινδυνολογία, ο μουλωχτός λαϊκισμός, η εξυπνακίστικη ξερολίαση, η συστηματική παραπληροφόρηση και λασπολογία σε συνδυασμό με μια υπερφίαλη, αλλοπρόσαλλη, αλαζονική περσόνα που κατέληξε να θεωρεί σημαντικότερη τη διατήρηση αυτού του ίματζ από το ίδιο το επαγγελματικό του αντικείμενο και τη δεοντολογία που απαιτεί. Δεν είναι, οπότε, θέμα πολιτικής αντιπαλότητας – τα ίδια ακριβώς θα ίσχυαν ό,τι κι αν πρέσβευε. Ήδη τελευταία έδειχνε να έχει απωλέσει εντελώς την ψυχραιμία του, βλέποντας παντού εχθρούς και πρακτικές μπούλινγκ εναντίον του. Κάτι το οποίο προφανώς σχετιζόταν και με την πεσμένη τηλεθέαση των εκπομπών του, που τους αλλάζανε συνέχεια ώρα. Στη φούρια του δε να καταδείξει ότι οι αντίπαλοί του – και φρόντισε να κάνει περισσότερους από όσους μπορούσε να καταναλώσει - προσπαθούν να τον ξεσκίσουν με κάθε τρόπο, «ξεχνούσε» ότι υπήρξε κι ο ίδιος μέγας διδάσκαλος του είδους υιοθετώντας συχνά-πυκνά τις ανίερες, ανθρωποφαγικές μεθόδους που καταλόγιζε στους «απέναντι», είτε από τις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα είτε από τους προσωπικούς του λογαριασμούς στα σόσιαλ μίντια.

 

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς.Τις κραυγές του για δήθεν συστηματικά κρούσματα πορνείας, βιασμών και χρήσης ναρκωτικών στην Ειδομένη και το Ελληνικό ακριβώς πάνω στην μεγάλη έκρηξη του προσφυγικού χωρίς, ωστόσο, χειροπιαστά στοιχεία; Τις προσβολές στη Μάγδα Φύσσα όταν την ταύτιζε με τραμπούκο επειδή στο δικαστήριο είχε πετάξει ένα μπουκάλι νερό στον ναζί φονιά του γιού της; Του οποίου φονιά την υπεράσπιση ανέλαβε κιόλας εργολαβία στην ίδια εκπομπή, ζητώντας ουσιαστικά οίκτο για το κακόμοιρο «ανθρώπινο ράκος» που όλοι πια το κατατρέχουν; (και όχι επειδή είναι ο ίδιος ο Μπογδάνος ναζί αλλά από κεκτημένη αβάστακτη ελαφρότητα συνδυασμένη με επαγγελματικό τυχοδιωκτισμό). Τα εθνικιστικά του παραληρήματα; Την υπεράσπιση του δικαιώματος του Έλληνα στην ξενοφοβία(!), αναφερόμενος στους γονείς που δεν ήθελαν προσφυγάκια σε σχολείο του Ωραιόκαστρου; Την απαξίωσή του για τους οικονομικούς μετανάστες που δήθεν εκμεταλλεύονται τον πόλεμο στη Συρία και μας «κουβαλιούνται» με τα παιδιά τους ώστε να παρασιτούν, καθώς έλεγε, σε βάρος της τσέπης του; Τους φιλιππικούς του για το «άβατο» των Εξαρχείων, τον υπερθεματισμό κάθε μνημονιακής ντιρεκτίβας, τη στοχοποίηση ολόκληρων κοινωνικών ή/και επαγγελματικών ομάδων προς δόξαν του κοινωνικού κανιβαλισμού, τους οχετούς απαξίωσης ενάντια σε οποιαδήποτε κινηματική ή συνδικαλιστική κινητοποίηση δεν ήταν του γούστου εκείνου και των ταγών του όλα αυτά τα χρόνια, σε αγαστή εξυπακούεται συνεργασία με άλλους εκλεκτούς «σαλταρισμένους» συναδέλφους του; Και ο κατάλογος θα μπορούσε να μακρύνει πολύ ακόμα. Όλα αυτά διανθισμένα με νεοκυματική μοντερνιά, ευκολοχώνευτη προοδευτικότητα και την απαραίτητη εναλλακτική εσάνς (έχει βλέπεις και ροκ παρελθόν) που περιλάμβανε μέχρι γκέι φρέντλι αναφορές ωραίο μου πλυντήριο γιατί η σύγχρονη «μαύρη αντίδραση», που λέγαμε παλιά, μπορεί να έχει πολλά πρόσωπα.


Μ' αυτά και μ' εκείνα, δεν είναι τυχαίο που στα σόσιαλ μίντια ελάχιστες φωνές υπεράσπισης του εν λόγω δημοσιογράφου υψώθηκαν κι αυτές συγκρατημένες. Για τη Σώτη Τριανταφύλλου, περσόνα που ξεσηκώνει εξίσου έντονα πάθη και που κινείται, χοντρικά, σε παρόμοιο μήκος κύματος έβλεπες αισθητά περισσότερες και πιο θαρραλέες αν λέει κάτι αυτό, δίχως να συγκρίνω τα μεγέθη. Δεν είναι ο μόνος φυσικά, υπάρχουν πολλά άλλα «μπουμπούκια» στο λειτούργημά μας σε ιδιωτικά και κρατικά ΜΜΕ δίχως καν τη δική του «χαριτωμενιά», που ελάχιστη σχέση έχουν με αυτό που κάποιοι άλλοι μάθαμε να ονομάζουμε δημοσιογραφία. Γι΄αυτό και δεν κατάλαβα ποτέ την «ομερτά» τύπου «δεν κακολογούμε συναδέλφους» (σε οποιοδήποτε επάγγελμα), λες κι είμαστε όλοι ίσα κι όμοια, λες κι έχουμε ίδιο κοινωνικό στάτους, ίδιες απολαβές, κοινές καταβολές και οράματα. Ούτε και την απαιτώ.

 

«Ραντεβού στα ειδησεάδικα», κατέληγε η πρώτη μετά την απόλυση δήλωσή του, αν κι αυτό που έκανε στον Σκάι ήταν περισσότερο «κήρυγμα» και πρόζα αυτοαναφορική – ίσως το θέατρο του ταίριαζε καλύτερα. Όχι, δεν θα τρακάρεις πάνω του στο ταμείο ανεργίας, προφανώς κάπου θα βολευτεί, εντός συνόρων βέβαια και όχι εκτός όπως μας... απειλούσε βουρκωμένος αν κέρδιζε το «Ναι» τον Σεπτέμβριο του '15, εφόσον βέβαια υποθέσουμε ότι υπάρχουν ευρωπαϊκές, τουλάχιστον, χώρες όπου να εκτιμάται αυτού του είδους η δημοσιογραφία. Μοιάζει δύσκολο να καταφέρει να δοξαστεί ξανά πουλώντας το ίδιο μπαγιάτικο προϊόν, εναλλακτικά πάντως μπορεί να επενδύσει στις τόσο παρεξηγημένες ποιητικές του επιδόσεις. Παρότι δε νοιάζομαι σαφώς περισσότερο για τους πολλούς άξιους αλλά λιγότερο προβεβλημένους και εξωνημένους συνάδελφους που είναι στην ανάγκη, εύχομαι και για εκείνον το καλύτερο, όσο να διαφωνούμε – κανείς άνθρωπος δεν αξίζει να είναι πεσμένος και είθε να τον «ωριμάσει» η εμπειρία αυτή. Το ότι, ωστόσο, δύο χρόνια μετά από εκείνο το δημοψήφισμα (που μπορεί να ήταν λανθασμένο, άχρηστο, παραπλανητικό κ.λπ., ανέδειξε ωστόσο μια κοινωνική δυναμική πρωτόφαντη αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες στις οποίες διεξήχθη) όλοι σχεδόν οι πρωτοκλασάτοι δημοσιογράφοι που στήριξαν αναφανδόν το συστημικό στρατόπεδο είναι προς ώρας, τουλάχιστον, «παροπλισμένοι», τυχαίο δεν το λες.